ΕΙΝΑΙ ΝΕΚΡΟΣ ΟΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΝΩΜΕΝΟΣ
ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΑΣΤΑΝΤΑ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟ

 

 

τοῦ Σεβ. Μητροπολτου Πατρῶν

κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

 

 

Γιορτσαμε ἀδελφο μου γι μα ἀκμα φορ τ Πσχα. Θεωρῶ ὅτι τοῦτο τ Πσχα ἦταν ξεχωριστ. Ἡ συμμετοχ τοῦ Λαοῦ ξεπρασε κθε προσδοκα. Κοιν ἡ διαπστωση ὅτι ὁ ἄνθρωπος γνωρζει ὅτι ἡ μνη καταφυγ κα δναμ του, σ ὧρες δσκολες, ἀλλ κα πντοτε εἶναι ἡ Ἐκκλησα τοῦ Ἐσταυρωμνου κα Ἀναστντος Κυρου μας.

 

Ἔχοντας νωπς τς ἐμπειρες ἀπ τν λαμπρ κα πανευφρσυνο ἑορτασμ, κνομε ὡρισμνες σκψεις κα τς ἐκφρζομε ὡς δρσον ἀγπης πατρικῆς πρς τ πνευματικ μας παιδι.

 

·                    Προκειμνου, ἀγαπητο μου, νὰ ἴδωμεν μὲ τοὺς πνευματικος μας ὀφθαλμοὺς καὶ νὰ συνειδητοποισωμε, τὴν μεγστη δωρεὰ τῆς Ἀναστσεως, πρπει  νὰ γνωρσωμε σὲ ποιὰ κατσταση βρισκταν ὁ ἄνθρωπος, πρὸ τῆς εἰς Ἅδου Καθδου τοῦ Κυρου μας καὶ τῆς ἐκ νεκρῶν Ἀναστσες του.

 

Ὁ Ἅγιος Ἀπστολος Παῦλος μᾶς βοηθει πολὺ σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο. «Καὶ ὄντας ἡμᾶς νεκροὺς τοῖς παραπτμασι συνεζωοποησε τῷ Χριστῷ χριτι ἐστὲ σεσωσμνοι καὶ συνγειρε καὶ συνεκθισεν ἐν τοῖς ἐπουρανοις, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ...» (Ἐφεσ. Β’ 5-6).

 

Ὁ Ἀπστολος τοῦ Χριστοῦ μιλει μὲ γλῶσσα ἀπλυτη, ὅτι εἴμασταν νεκροὶ ἐξ αἰτας τῆς ἁμαρτας, πρὸ τῆς ἐλεσεως τοῦ Κυρου στὸν κσμο, πρ τοῦ πθους καὶ τῆς Ἀναστσες του.

 

Τὸ βθος τῶν λγων τοῦ οὐρανοβμονος Παλου ἔγκειται στὸ ὅτι μιλει γιὰ τὰ παραπτματα, γιὰ τὴν ἁμαρτα δηλαδ, ὄχι ὡς μι ἁπλὴ ἀστοχα ἢ ἀποτυχα τοῦ ἀνθρπου, ὡς μι ἁπλὴ παρβαση, ἀλλ ὡς ἕνα σντριμμα, ὡς ἕνα βαθὺ ὀντολογικὸ καὶ ὑπαρξιακὸ γεγονς.

 

Μιλει γιὰ τὴν στρηση τῆς θεας χριτος, τὴ διακοπὴ τῆς κοινωνας μὲ τὸν Θε, μιλει γιὰ τν θνατο.

 

Ἔφτασε, μᾶς λγει, ὁ ἄνθρωπος ἐξ αἰτας τῆς ἁμαρτας, στὴν ἀνυπαρξα, συναντθηκε μὲ τὸ ἀπλυτο σκοτδι, ἔχασε τὸν προορισμ του, νεκρθηκε ἀφοῦ ἔγινε ἀνασθητος στὴν ἀγαπητικὴ σχση καὶ κοινωνα μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὸν συννθρωπ του.

 

Στὰ ἴδια πλασια θὰ μᾶς μιλσουν καὶ οἱ θεοφροι πατρες τῆς Ἐκκλησας προκειμνου νὰ μᾶς περιγρψουν τὴν φοβερὴ καὶ φρικτὴ κατσταση τοῦ θαντου στὴν ὁποα εἶχε περιλθει ὁ ἄνθρωπος ἐξ αἰτας τῆς ἁμαρτας.

 

Ὁ Ἱερὸς Δαμασκηνὸς κνει λγο γιὰ σκοτασμὸ τοῦ νος, γιὰ ζφωση τῆς εἰκνος τοῦ Θεοῦ ἐντς του ἀνθρπου, γιὰ ἀπογμνωση τοῦ δημιουργματος τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴν ζωοποιὸ χρη, τοῦ Οὐρνιου Πατρα, ἐξ αἰτας τῆς ἐπαναστσεως τοῦ ἀνθρπου ἐναντον τοῦ Δημιουργοῦ του.

 

Γνωστ, ἐπσης τυγχνει ἡ φρση, ὅτι ἐνεδθησαν οἱ ἄνθρωποι, ἕνεκα τῆς φοβερᾶς πτσεως, χιτνας δερματνους, ποὺ σημανει ὅτι ἔγιναν ἔμπειροι τῆς φθορᾶς, ἀπκτησαν ζωὴ βοσκηματδη. «Ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὦν, οὐ συνῆκε, παρασυνεβλθη τοῖς κτνεσι ταῖς ἀνοτοις καὶ ὁμοιθη αὐτοῖς» (Ψαλμ. 49,12).

 

Ποιὸς λοιπὸν μποροῦσε νὰ σσῃ τὸν ἄνθρωπο, νὰ τὸν ἐπαναφρῃ στὴν πρτη μακαριτητα, νὰ τοῦ χαρσῃ τὴν καιν, τὴν καινοργια δηλ. ζω; «Οὔτε ἄγγελος, οὔτε ἄνθρωπος, ἀλλὰ αὐτὸς ὁ Κριος», ὡς λγει χαρακτηριστικὰ ἡ Ἁγα μας Ἐκκλησα. Ὅταν, λοιπν, ὁ πθος γιὰ τὴν λτρωση, παρεβασε τοῦ οὐρανοῦ τὶς πλες, ττε ὁ Θεὸς  κλνας οὐρανοὺς κατβη καὶ προσλαβε τὴν ἀνθρπινη φση γιὰ νὰ ἀπαθανατσῃ τὸ πρσλημμα. Δὲν ἦλθε ἕνας ἁπλὸς διδσκαλος γιὰ νὰ διδξῃ περὶ τῆς καλῆς ζωῆς, ἢ περὶ τοῦ σωστοῦ δρμου ἢ περὶ μιᾶς ἠθικῆς ποιτητος τῆς πορεας τοῦ ἀνθρπου, ἀλλ’ἦλθε ὄντως ὁ ἴδιος ὁ Θες γενμενος ἄνθρωπος. Ἦλθε ἡ Ὁδὸς καὶ ἡ Ἀλθεια καὶ ἡ Ζω. Ἦλθε «ἵνα οἱ ἄνθρωποι ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσὸν ἔχωσι» (Ἰωνν. Ι,10)

 

Σμερα ἐπικρατεῖ ἕνα πνεῦμα συγκρητισμοῦ, μσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο, λυσσαλα ἐπιχειροῦν κποιοι να περσουν τὸ μνυμα, ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἦταν μν ἕνα ἱστορικὸ πρσωπο, ἀλλὰ ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι μστες τῶν θρησκειῶν. Γι’αὐτὸ ἀγωνιζμεθα, ὡς Ἐκκλησα, νὰ μὴ περσῃ ἕνα ττοιο μνυμα, ἀφοῦ ἕνας ἁπλς δσκαλος, ἀστρας ἢ κοινωνικὸς ἐπανασττης ἢ ὁ,τιδποτε ἄλλο, πντως ὄχι Θες, δὲν προσφρει στὸν ἄνθρωπο τὴν ἔξοδο ἀπὸ τὸν ὠκεανὸ τῆς ἀπελπισας καὶ τὴν κατατρπωση τοῦ θαντου, ὁ ὁποῖος θνατος εἶναι τὸ «σκιχτρο», τὸ φβητρο τῆς ζωῆς μας.

 

Ἂν ἦταν ἔτσι τὰ πργματα, ἀδελφο μου, ττε ἡ Μεγλη Παρασκευὴ θὰ ἦταν ἡ τελευταα ἡμρα τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἐλπδος τῶν Ἁγων Ἀποστλων, ἀφοῦ ἐλιτνευσαν καὶ εἶδαν τὴν ζωὴν ἐν τφῳ κειμνην.

 

Ἔτσι λοιπν, οἱ θεοφτιστοι νες, οἱ Ἅγιοι Πατρες, τὰ χρυσα στματα τῆς ἀληθεας, μιλᾶνε ὄχι ἁπλῶς γιὰ σωτηρα ἀπὸ μι κατσταση δσκολη, ἀλλὰ γιὰ τὴν θωση, ἡ ὁποα δὲν εἶναι μνο ἡ λτρωση ἀπὸ τὴν ἁμαρτα καὶ ἡ ἐλευθερα ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ διαβλου, ἀλλὰ ἡ ἕνωση τοῦ ἀνθρπου μὲ τὸν Θε, ποὺ εἶναι τὸ «τλος», ὁ σκοπὸς τῆς δημιουργας, τῆς πορεας καὶ τῆς ὑπρξεως τοῦ ἀνθρπου. Εἶναι χαρακτηριστικοὶ οἱ ὅροι ποὺ χρησιμοποιοῦνται γιὰ νὰ δηλσουν οἱ Πατρες αὐτὴ τὴν δωρεὰ καὶ χρη. «Ἀποκατστασις, ἀνακανισις, καινὴ ζω...».

 

·                    Ὅμως ἕνα ἐρτημα βασανζει τὸ εἶναι μας, αὐτὲς κυρως τὶς ἡμρες ποὺ ζοῦμε μσα στὸ ἀναστσιμο κλῖμα. Ἀφοῦ ὁ Κριος μᾶς ἀνστησε, ἀφοῦ ἔσπασε τὰ δεσμὰ τοῦ θαντου γιατ ὑπρχουν νεκροὶ καὶ μετὰ τὴν Ἀνστασ Του; Εἶναι θλιβερὴ ἡ διαπστωση, ὅτι ὑπρχουν νεκροὶ καὶ μετὰ τὴν «ἀνακεφαλαωση, τὴν ἀναγννηση καὶ τὴν δι τῆς Ἀναστσεως ἀνακανιση».

 

Αὐτὸ ὀφελεται, ὡς ἀντιλαμβνεσθε, ὄχι στὴν «ἀδυναμα» τοῦ Ἀναστντος, ἀλλὰ στὴν δικ μας κακὴ χρση τῆς ἐλευθερας τὴν ὁποα μᾶς ἔχει δσει ὁ Θες, ὡς μγιστο δῶρο.

 

Δὲν ζεῖ  κποιος ἂν δὲν θελσῃ νὰ πιαστῇ ἀπὸ τὸ χρι τοῦ Ἀναστντος. Ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὕα, ἂν προσξωμε τὴν εἰκνα τῆς εἰς Ἅδου καθδου τοῦ Κυρου, ζοῦν τὴν συγκλονιστικὴ στιγμὴ κατ τν ὁποα ἑλκονται ἐκ τοῦ θαντου εἰς τν ζων, πιασμνοι ἀπὸ τὰ Ἄχραντα Χρια τοῦ Κυρου, ποὺ φρουν τοῦ τπους τῶν ἥλων. Ἂν δὲν γινταν αὐτ θὰ ἔμεναν στὸν Ἅδη.

 

Ἰδοὺ, λοιπὸν, ἡ ἀπντηση στὸ ἐρτημ μας.

 

·                    Εἶναι νεκρὸς ὅποιος δὲν εἶναι ἑνωμνος μὲ τὸν Χριστ. Τὸ λγομεν κατὰ ἀπλυτον καὶ κατηγορηματικὸν τρπο. Καὶ ἐπειδ ἡ Ἐκκλησα εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι νεκρὸς ὅποιος δὲν εἶναι ἐντς της Ἐκκλησας. Εἶναι νεκρς ὅποιος δν ἀξιοποιεῖ τὴν χρη καὶ τὴν δωρεὰ ἡ ὁποα δδεται δι τῶν Ἱερῶν Μυστηρων.

 

·                    Ὅποιος ἀγωνζεται σὲ προσωπικ, ἀτομικὸ ἐππεδο, νὰ ἐπιτχῃ τὴν ἔξοδο ἀπὸ τὸ σκοτδι καὶ τὴν ὅποια δυσχρεια, χωρὶς τὸν Ἰησοῦ Χριστ, ματαιοπονεῖ, ἀφοῦ βαδζει ὡς ἀποσταμνος κα νυχτωμνος στρατοκπος, ποὺ ἡ πορεα του εἶναι καταδικασμνη νὰ φτσῃ στὴν συντριβ, μσα ἀπὸ ἕνα βοσκηματδη βο.

 

·                    Ὅποιοι κοπιζουν μσα ἀπὸ τὸν οἰκογενειακὸ βο νὰ στερεσουν τὴν ἐπιτυχα τὴν δικ τους καὶ τῶν παιδιῶν τους ἀποκλειστικ σὲ κοσμικὲς βσεις ἀπατῶνται, ἀφοῦ μνο ὁ Ἀναστς συνδει τὰ πρσωπα ἐν τῷ συνδσμῳ τῆς εἰρνης καὶ τῆς ἀγπης. Πῶς θὰ σταθῇ μι οἰκογνεια, χωρὶς τὴν ἀγπη, τὸν σεβασμ, τὴν τιμ, τὴν ἀξιοπρπεια; Πῶς θ ὑπρξῃ εὐτυχα ὅταν λεπῃ ἀπ τ σπτι ὁ λθος ὁ ἀκρογωνιαῖος, ὃς ἐστὶν Ἰησοῦς Χριστς;

 

·                    Εἶναι νεκρὴ μι κοινωνα, ἡ ὁποα δὲν στηρζεται στὶς ἀρχὲς ποὺ δδαξε ὁ Θενθρωπος. Πολλοὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ ἰσχυρισθοῦν: «Τ θλετε, λοιπὸν, νὰ δημιουργσουμε μι θεοκρατικ κοινωνα;» Ἐμεῖς ἀπαντᾶμε. Ἐπιθυμοῦμε ν ἔχωμε μι κοινωνα ἐλευθρων ἀνθρπων. Ψξτε παντοῦ, ἐρευνσατε ὡς θλετε κα ὅσο θλετε, μελετσατε ὅλα τὰ βιβλα τοῦ κσμου καὶ ἂν εὕρετε ἄλλην διδασκαλα τελειωτραν ἐκενης τοῦ Θεανθρπου καὶ ἐμεῖς θὰ σᾶς ἀκολουθσωμε. Καὶ τ θλετε, λοιπν, μι κοινωνα ζογκλα; Ἐν πολλοῖς τὸ ἔχομε καταφρει, ἀφοῦ ὡς ἔχει εὐστχως εἰπωθεῖ, «Δχως Θεὸ ὅλα ἐπιτρπονται». Εἶστε εὐχαριστημνοι ἀπ τν σημεριν κοινωνα;

 

Γι’αὐτὸ καὶ συνεχζομε καὶ ἐπιμνομε, φροντες ὡς Ἐκκλησα τὴν εὐθνη ἔναντι τῶν τκνων μας, ἀλλ κα ὅλου τοῦ κσμου, καὶ ἐπισημανομε.

 

·                    Εἶναι νεκρὴ καὶ ἡ παιδεα ἡ ὁποα δὲν βασζεται στὴ διδασκαλα τοῦ Χριστοῦ. Τ νὰ τὰ κνῃ τὸ παιδ, ὅσα γρμματα καὶ ἂν μθη, ἂν παραμνει ὡς ἄνθρωπος, δσμιος τοῦ θαντου; Ἡ ψυχ, ὄντας ἐκ φσεως θεονοσταλγικὴ καὶ θεοπθητη, ποθεῖ τὸν νυμφο της, τὸν ἀναστντα Κρι της.

 

Μᾶς κατστρεψαν τὰ ἄθεα γρμματα, ὡς ἔλεγε ὁ μγας διδχος τῆς Ἀναστσεως, ὁ Ἐθναπστολος καὶ ἱερομρτυς Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλς. Μᾶς ἐπηρασε σ’αὐτὸ ἡ «λευκὴ δαιμονα», ἡ Εὐρπη (ἔτσι τὴν ἀποκαλοῦσε ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πποβιτς) μὲ τὰ ἄθεα συστματ της, τὰ ὁποα ἄκριτα καὶ ἄκαιρα υἱοθετσαμε καὶ υἱοθετοῦμε.

 

·                    Εἶναι νεκρὴ καὶ ἡ πολιτικ, ὅταν δεν στηρζεται στὶς ἀρχὲς τοῦ ἐκ Τφου ἀνατελαντος Κυρου. Πῶς εἶναι δυνατν ν ἔχωμε  μι εὐνομομενη πολιτεα, ὅταν δὲν στηρζεται στὴν δικαιοσνη, στὴν τιμιτητα, στὸν σεβασμὸ τῶν πολιτῶν μικρῶν καὶ μεγλων, ὅταν δὲν σβεται τὰ ἀτομικὰ δικαιματα, τὴν ἴση κατανομὴ τῶν ἀγαθῶν κ.λ.π.; Διερωτῶμαι, σὲ τ θὰ ἔβλαπτε, ἆρα γε ἕνα Κυβερντη μιᾶς χρας, ἕνα ὑπεθυνο μιᾶς πολιτεας, ἄν εἶχε ὡς πηδλιο τὸν αἰνιο νμο τῆς ἀγπης καὶ τῆς διακονας, πο εἶναι τὸ πρτιστο καθῆκον μας; Σ τ θ τν ἔβλαπτε ἄν εἷχε ὡς ὅραμ του τν ἐργατικτητα καὶ τν ἀγῶνα ὑπὲρ τῶν ἀδυντων, ὥστε καὶ ἐκεῖνοι νὰ ἀπολασουν τὰ ἀγαθὰ τοῦ Θεοῦ; Δὲν γνωρζω ἂν ποτ ἡ χρα μας θὰ βρῇ τὸ δρμο της καὶ θὰ προχωρσῃ μὲ τὸ πρσωπο ψηλ, ἂν δὲν βοηθσωμε ὅλοι νὰ ἐπικρατσῃ ὁ νμος τοῦ Ἀναστντος Κυρου. Ὅσα συστματα δοκιμσαμε ἀπτυχαν. Ἡ κατντια μας, εἶναι ὁ ἀψευδὴς μρτυς ὅλων τῶν ἀνωτρω. Τὸ πτῶμα μας χρειζεται τὴν ἀνστασ του.

 

Μποροῦμε ν ζσωμε τν Ἀνσταση. Ἂς βιαστοῦμε ὅλοι πρὶν ἢ εἶναι ἀργ.

 

·                    Ἀδελφο μου. Καθὼς πρασε τὸ Πσχα καὶ ἑορτσαμε, ὁ καθεὶς προσωπικ, ἐσωτερικὰ, ἀλλὰ καὶ ὅλοι μαζ, καὶ πορευμεθα, ὡς οἱ Μαθηταὶ πρὸς Ἐμμαος, συζητοῦντες σκυθρωποὶ γιὰ τὴν σγχρονη δεινὴ κατσταση, ἰδοὺ συνοδοιπρος μας ὁ Κριος, χωρὶς ἐμεῖς νὰ ὑποπτευμεθα ὅτι εἶναι δπλα μας. Κποια στιγμὴ ὁ κπος καὶ ἡ ἀγωνα, τὸ ἐνδιαφρον ποὺ ἔχει δημιουργσει ἡ συζτηση γιὰ τὰ γενμενα διακπτονται ἀπὸ τὴν φων Του. «Τνες οἱ λγοι οὗτοι οὕς ἀντιβλλετε πρς ἀλλλους περιπατοῦντες κα ἐστ σκυθρωπο» (Λουκ. κδ, 17). Καὶ ἐμεῖς συνεπαρμνοι ἀπὸ τὴν κοσμοχαλασιὰ καὶ τὴν κοσμικὴ μριμνα, δὲν τὸν ἔχομε ἀκμα ἀναγνωρσει καὶ τοῦ ἀπαντᾶμε: «Καλὰ δὲν ζεῖς ἐσὺ σ’αὐτὸν τὸν τπο; Δὲν γνωρζεις τ γνεται στὴ χρα μας; Δὲν ἔχεις ἀκοσει γιὰ τὶς δυσκολες μας, τὴν ὀδνη μας, τὴ φτχει μας καὶ τὴν φοβερ μας κατντια;»

 

Ττε Ἐκεῖνος ἐπαναλαμβνει τὰ λγια ποὺ εἶπε στοὺς μαθητς Του: «Ὢ ἀνητοι καὶ βραδεῖς τῇ καρδᾳ τοῦ πιστεειν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐλλησαν οἱ Προφῆται...» (Λουκ. κδ.25)

 

Καὶ ἐνῶ ἡ συζτησις προχωρει, μὲ τὴν συμμετοχ Του, ὁ δρμος φτνει στὸ σημεῖο ποὺ Ἐκεῖνος «προσποιεῖται πορρωτρω πορεεσθαι» (Λουκ. κδ 28)

 

Ττε κατανοοῦμε ὅτι χωρὶς αὐτὸν δὲν μποροῦμε νὰ προχωρσουμε. Καὶ τὸν παρακαλοῦμε λγοντες: «μεῖνον μεθ’ἡμῶν, ὅτι πρὸς ἑσπραν ἐστ καὶ κκλικεν ἡ ἡμρα...» (Λουκ. κδ 30)

 

Ἐκεῖνος μᾶς κνει τὴν χρη, δὲν θλει νὰ μενωμε στὸ σκοτδι. Ἔρχεται κθεται κοντ μας, εἶναι στὸ τραπζι μας. Τὸν βλπετε ἀδελφο μου; Ψχνομε νὰ τοῦ δσουμε κτι, ἀλλὰ δὲν βρσκουμε τποτε, ἀδυνατοῦμε νὰ τοῦ προσφρουμε ὁ,τιδποτε, θὲς ἀπὸ τὸν φβο μας, θς ἀπ τὸ δος... ἄγνωστος εἶναι... Καὶ ττε Ἐκεῖνος μᾶς δδει τὰ πντα, προσφρεται μπροστ μας, δδει τὸ Σῶμα Του καὶ τὸ Αἷμα Του. Ττε, διανογονται οἱ ὀφθαλμο μας, ζοῦμε ἕνα ἐσωτερικὸ σεισμισμὸ συγκλονισμ, Τὸν ἀναγνωρσαμε ἤδη.

 

Τρα γνεται τὸ μεγλο πανηγρι. Τρα ἑορτζομε μαζὶ μὲ τὶς οὐρνιες δυνμεις. Σνοδος γὰρ οὐρανοῦ καὶ γῆς ἡ Ἐκκλησα, ὡς θὰ ἔλεγε ὁ Χρυσολγος Ἰωννης. Τρα καὶ θλομε καὶ μποροῦμε νὰ ξεπερσωμε τὶς δυσκολες καὶ νὰ περιπαξωμε τὸν θνατο. Τρα καὶ μι καὶ δο κα χλιες καὶ ἀναρθμητες φορὲς μποροῦμε νὰ ψλλωμε:

 

«Χριστὸς Ἀνστη ἐκ νεκρῶν, θαντῳ θνατον πατσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνμασι, ζωὴν χαρισμενος».