ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

Η ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, Ο ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ

τοῦ Σεβ. Μητροπολßτου Πατρῶν κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

 

Πρßν ἀπü λßγες ἡμÝρες βρÝθηκα στü Ἅγιον Ὄρος προσκεκλημÝνος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς ΚαρακÜλλου γιÜ τÞν πανÞγυρη τῶν Ἁγßων Πρωτοκορυφαßων Ἀποστüλων ΠÝτρου καß Παýλου, στü ὄνομα τῶν ὁποßων τιμᾶται τü Καθολικü τῆς Μονῆς.

 Ὅσες φορÝς καß ἄν βρεθῇ κÜποιος, στü Περιβüλι τῆς Παναγßας, αἰσθÜνεται σÜν νÜ εὑρßσκεται ἐκεῖ γιÜ πρþτη φορÜ, ἀφοῦ ὁ τüπος εἶναι ἁγιασμÝνος ἀπü τÞν χÜρη τοῦ Θεοῦ, τÞν παρουσßα καß τßς πρεσβεῖες τῆς Ὑπεραγßας Θεοτüκου καß τßς προσευχÝς μυριÜδων ἁγßων ΠατÝρων, οἱ ὁποῖοι ἐγκαταβßωσαν ἐπß τüσους αἰῶνες στü ἁγιþνυμο Ὄρος, ἀλλÜ καß τßς δεÞσεις ὅλων ὅσοι ἀσκοῦνται ἐκεῖ σÞμερα.

Γι’ αὐτü, ὁ ἅγιος αὐτüς τüπος, ἕλκει τßς ψυχÝς τῶν ἀνθρþπων, οἱ ὁποῖοι κουρασμÝνοι, ἰδιαßτερα σÞμερα ἀπü τüν κüπο καß τü βαρý φορτßο μιᾶς ψεýτικης κοσμικῆς ζωῆς, ζητοῦν μÝσα ἀπü κÜποιες «ἀποδρÜσεις», νÜ βροῦν ἀναψυχÞ, ἡρεμßα καß γαλÞνη.

Ἔτσι ἐξηγεῖται τü γεγονüς, ὅτι κÜθε ἡμÝρα, ἰδιαßτερα κατÜ τοýς θερινοýς μῆνες, ποý καß τÜ σχολεῖα ἔχουν διακοπÝς, εἰσÝρχεται στü Ὄρος πλειÜς ἀνθρþπων, στÞν πλειονοψηφßα τους νÝοι.

Αὐτü διεπßστωσα κατÜ τßς ἡμÝρες τῆς προσκυνηματικῆς μου παραμονῆς στü Ἅγιο Ὄρος καß ἰδιαιτÝρως καθ’ ὅλην τÞν διÜρκεια τῆς Ἱερᾶς Πανηγýρεως τῆς γεραρᾶς καß σεβασμßας Μονῆς τοῦ ΚαρακÜλλου.

Οἱ προσκυνητÝς πολλοß, ἀπü διÜφορα μÝρη τῆς ἙλλÜδος. Ἡ αὐλÞ τῆς Μονῆς σοῦ ἔδιδε τÞν ἐντýπωση ἑνüς χþρου, ὁ ὁποῖος εἶχε ἑτοιμασθῆ εἰδικÜ νÜ ὑποδεχθῇ νÝους ἀνθρþπους καß νÜ τοýς εἰσαγÜγῃ μÝ τρüπο πνευματικü στü Καθολικü, ὅπου ἡ μυσταγωγßα εἶναι ξεχωριστÞ καß ὁ νοῦς ξεκολλÜει ἀπü τÜ γÞινα, γιÜ νÜ βρεθῇ σÝ σφαῖρες οὐρÜνιες.

ΠαιδιÜ τÜ ὁποῖα στüν κüσμο, ζοῦν ἕνα «κοσμικü» βßο καß εὑρßσκονται σÝ ἄλλους ρυθμοýς, ἀμÝσως ἐγκλιματßζονται σÝ ἕνα ξεχωριστü τρüπο ζωῆς. Ἀπü τÞν συνÞθη βοÞ, βρßσκονται στÞν ἡσυχßα καß στÞ γαλÞνη. Ἀπü τü προσπÝρασμα ἀνθρþπων «ἀγνþστων» ποý δÝν σηκþνουν τÜ μÜτια τους, νÜ δοῦν ποιüς περνÜει δßπλα τους, ἐκτüς ἄν τü ἐνδιαφÝρον τους κεντρßζει ἡ περιÝργεια ἤ οἱ ταπεινÝς ἐπιθυμßες, βρßσκονται μπροστÜ σÝ ἀνθρþπους, οἱ ὁποῖοι αἰσθÜνονται, ὅτι μÝ ὅσους συναντῶνται ὡς προσκυνηταß στü ΜοναστÞρι, εἶναι σÜν νÜ γεννÞθηκαν καß νÜ μεγÜλωσαν στü ἴδιο σπßτι.

Ἀπü ἐκεῖ ποý δÝν ἀκοῦνε «καλημÝρα» αὐτÜ τÜ παιδιÜ καß αἰσθÜνονται, ἐν πολλοῖς, ἀφüρητη μοναξιÜ,  βρßσκονται μπροστÜ σÝ χαροýμενα πρüσωπα, ποý παρÜ τÜ ἀσκητικÜ τους χαρακτηριστικÜ, ἀναπαýουν μÝ τÞν καθαρÞ καß γαλÞνια ματιÜ τους. Ὁ χαιρετισμüς ἐγκÜρδιος, τü ἐνδιαφÝρον πνευματικü, ἡ φιλοξενßα ὁλüψυχη.

Βεβαßως ἀνÜμεσα στοýς νÝους, ἀλλÜ καß τοýς ἄλλους προσκυνητÜς ὑπÜρχουν ἐκεῖνοι ποý ἔχουν πνευματικÞ παιδεßα, ἀπü τüν πνευματικü τους πατÝρα καß ἀπü ἄλλους πνευματικÜ καλλιεργημÝνους ἀνθρþπους, οἱ ὁποῖοι δÝν ἀπολεßπουν, εὐτυχῶς, ἀπü τüν κüσμο καß ἀποτελοῦν πνευματικÝς ὀÜσεις σÝ ὧρες «καýσωνος» μεγÜλου.

Τü «σüκ» εἶναι δυνατü, ἡ ἐμπειρßα συγκλονιστικÞ καß πρωτüγνωρη γιÜ τοýς νÝους οἱ ὁποῖοι ἐπισκÝπτονται γιÜ πρþτη φορÜ τü Ἅγιο Ὄρος. «Καß τß δÝν ἔχω ἀκοýσει», μοῦ εἶπε ἕνας φοιτητÞς, «γιÜ τü Ἅγιο Ὄρος. ΘετικÜ καß ἀρνητικÜ. Καß ἐπειδÞ θÝλω νÜ εἶμαι εἰλικρινÞς, τÜ περισσüτερα ἀκοýσματα, ἀπü φßλους καß γνωστοýς σÝ διÜφορες συζητÞσεις, ἦταν ἀρνητικÜ. Ὅμως, αὐτü ἦτο κυρßως, ποý μÝ ὤθησε περισσüτερο, ὥστε νÜ βρεθῶ σÞμερα ἐδῶ. Ἤθελα νÜ διαπιστþσω μÝ τÜ ἴδια μου τÜ μÜτια, «πῶς εἶναι» τü Ἅγιο Ὄρος. Ἤθελα νÜ δῶ αὐτοýς τοýς «ἀπüκοσμους», «τοýς ριψÜσπιδες τῆς ζωῆς κλπ.», ποý κλεßστηκαν στÜ ΜοναστÞρια, ἐνῶ θÜ μποροῦσαν νÜ προσφÝρουν ἀπü ἄλλη σκοπιÜ καß ἀπü ἄλλες θÝσεις στÞν κοινωνßα».

· Ἦλθε ἡ ὥρα γιÜ τÞν ἹερÜ Ἀγρυπνßα τῆς Πανηγýρεως. Ἄρχισε ὁ μεγÜλος Ἑσπερινüς μÝ τοýς χοροýς τῶν Ἁγιορειτῶν πατÝρων, νÜ ψÜλουν τÜ ἀργÜ κατανυκτικÜ ἁγιορεßτικα μÝλη, ποý σÝ κÜνουν νÜ λησμονῇς, ὅτι εἶσαι στÞ γῆ μεταξý ἀνθρþπων, ἀλλ’ ὅτι στüν οὐρανü εὑρßσκεσαι, ὅπου τü Φῶς τü αἰþνιο, ὁ Κýριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστüς καß οἱ Θεῖοι αὐτοῦ ΘερÜποντες, ὡς ἀστÝρες πÜμφωτοι μÝ πρþτη τÞν Ὑπεραγßα Θεοτüκο, ὑμνοῦν μετÜ τῶν Ἀγγελικῶν ΔυνÜμεων τÞν ΤρισÞλιο δüξα Του.

Οἱ ἐπßγειοι ἄγγελοι, οἱ μοναχοß, μÝ τÜ κεριÜ καß τÞν «εὐχÞ» φωτßζουν τü σκοτÜδι τοῦ κüσμου καß βοηθοῦν τßς ψυχÝς, νÜ βρεθοῦν σÝ πνευματικοýς ἀναβαθμοῦς.

ΚρÜτησε ὅλη τÞν νýχτα ἡ Ἀγρυπνßα, μÝ τÞν μικρÞ διακοπÞ κατÜ τÞν ὥρα τῆς Λιτῆς, ὅπως συνηθßζεται στü Ἅγιο Ὄρος. ἈλλÜ τß λÝγω «διακοπÞ», ἀφοῦ οἱ πατÝρες συνεχßζουν τÞν ὑμνολογßα στü Καθολικü. Ἁπλῶς ἐδüθη ἡ εὐκαιρßα σὲ κÜποιους, νὰ γευθοῦν, ἕνα κÝρασμα μοναστηριακὸ καὶ τÞν παραδοσιακÞ ρακÞ γιὰ τὸν «κüπο» τῆς Ἀγρυπνßας ποὺ μαζὶ μὲ τὴν τρÜπεζα, θὰ τελεßωνε τὴν ἄλλην ἡμÝρα στßς 9.30, μὲ τὴν κοσμικὴ ὥρα.

Ἐκεῖ, μÝσα στὸ κατανυκτικü, ξεχωριστü, οὐρÜνιο κλῖμα, στὸ κλῖμα τῆς πνευματικῆς ἀνατÜσεως καὶ οὐρÜνιας μυσταγωγßας, τῆς θεßας καὶ πρωτüγνωρης γιὰ κÜποιους ἐμπειρßας ποὺ προσφÝρει ἡ εὐωδßα τοῦ τüπου, τὸ θυμßαμα, ἀλλὰ καß τὰ χαριτüβρυτα Λεßψανα τῶν Ἁγßων καὶ οἱ θαυματουργὲς Εἰκüνες, μὲ σκυφτὸ τὸ κεφÜλι, σὰν ἀγγελικὲς πλÝον καὶ ὄχι ἀνθρþπινες φιγοῦρες, αὐτὰ τὰ νÝα παιδιὰ βιþνουν, πιστεýω ἀπολýτως, μὲ τὸ δικü τους τρüπο, ξεχωριστὰ, τὴν οὐρÜνια χÜρη.

Ἦλθε ἡ ὥρα τῆς οὐρÜνιας «ἀμοιβῆς», τῆς μετοχῆς στὸ ΠοτÞριο τῆς Ζωῆς. «Μετὰ φüβου Θεοῦ, πßστεως καὶ ἀγÜπης προσÝλθετε». ΠÝρασαν πρῶτα οἱ Μοναχοß, ἀκολοýθησαν «οἱ κοσμικοὶ», ὅσοι ἦταν ἕτοιμοι γιÜ τÞν Θεßα Κοινωνßα, κατὰ τὴν τÜξη. Καθὼς κρατοῦσα τü Ἅγιο ΠοτÞριο στὰ χÝρια μου καὶ μετÝδιδα τὸν Ἄρτο τῆς Ζωῆς, ἔβλεπα τὰ νÝα παιδιὰ, νὰ προσÝρχωνται μὲ συγκλονισμü, πüθο καß ζῆλο ἱερü, ἐπιθυμßα σφοδρÜ τῆς κοινωνßας μὲ τὸν Θεü, γιὰ νὰ γευθοῦν τοῦ Παναγßου Σþματος καὶ τοῦ Τιμßου Αἵματος τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Τὰ πρüσωπα ἔλαμπαν φωτισμÝνα ἀπὸ τὸ φῶς τῶν κεριῶν καὶ τῶν καντηλιῶν καὶ ἔδιδαν ἁπλὰ καὶ ἐλεýθερα, χωρὶς νὰ μποροῦν νὰ τὸ κρýψουν, τὴν αἴσθηση τῆς πληρüτητος καὶ τοῦ «οὐρανßου χορτασμοῦ».

Καὶ κατὰ τὴν ὥρα τῆς τραπÝζης, ξεχωριστὰ εἶναι τὰ βιþματα γιὰ τοýς νÝους. Ἐκεῖ στÞν μοναστηριακÞ τρÜπεζα, ὁ ἄνθρωπος αἰσθÜνεται ἢ μᾶλλον βιþνει τὴν ἀλÞθεια, ὅτι εἶναι, «μικτὸς προσκυνητὴς ἐπüπτης τῆς ὁρωμÝνης κτßσεως καὶ μýστης τῆς νοουμÝνης» (Ἅγιος Γρηγüριος ὁ Θεολüγος).

Ὁ νÝος ποý μοῦ μßλησε στὴν ἀρχÞ, μὲ ξανασυνÜντησε. Τüν ἤκουσα μετÜ πολλῆς προσοχῆς. Σᾶς μεταφÝρω, ὅσα μοῦ εἶπε στὴ συνÝχεια καὶ τὰ συμπερÜσματα δικÜ σας.

«Δὲν ἔφυγα, οὔτε λεπτὸ ἀπὸ τὴν Ἀκολουθßα. Δὲν βγῆκα ὅλη τὴ νýχτα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησßα. Δὲν αἰσθÜνθηκα, ὅτι κουρÜστηκα. Στὸν κüσμο ἔξω, δὲν μπορῶ νὰ κρατÞσω ἀνοιχτὰ τὰ μÜτια μου. Ἔχω διασκεδÜσει πολý, μαζὶ μὲ φßλους μου σὲ διαφüρους χþρους, ἡμÝρα καὶ νýκτα. Ἔχω κÜνει διακοπὲς μὲ παρÝες, σὲ διÜφορα μÝρη τῆς ἙλλÜδος. Ποτὲ δὲν ἔχω αἰσθανθῆ αὐτὸ τὸ ρῖγος ψυχῆς, αὐτὸ τὸ δÝος, τὴν μοναδικὴ ἐμπειρßα ποὺ ἔζησα, εὑρισκüμενος γιὰ πρþτη φορÜ στὸ Ἅγιο Ὅρος. Αὐτοὶ «οἱ ἀπüκοσμοι», «οἱ φυγüπονοι», μὲ κÝρδισαν μὲ τὸ βλÝμμα τους, μὲ τὴν ἡρεμßα τοῦ προσþπου τους, μὲ τὸν ἐγκÜρδιο χαιρετισμü.

Βρῆκα ἕνα ἄλλο τρüπο ζωῆς, ἄκουσα μÝσα μου μιÜν ἄλλη φωνÞ, συνÜντησα «ἀνθρþπους», ἔνοιωσα ὅτι δὲν εἶμαι μüνο σÜρκα, ὕλη, ἀπüλαυση κοσμικÞ. Μᾶλλον σÞμερα ἀνακÜλυψα τὴν ἄλλη διÜσταση, τὴν πνευματικὴ μÝσα μου, ἡ ὁποßα τüσα χρüνια εἶχε καλυφθῆ ἀπü τὴν τÝφρα τῆς κοσμικῆς μÝριμνας καὶ ἀκαταστασßας...».

Τὸ βρÜδυ τῆς ἰδßας ἡμÝρας, μετὰ τὸν μεθÝορτο Ἑσπερινὸ καὶ τὰ κτητορικὰ (τὸ μνημüσυνο γιὰ τοὺς κτÞτορες τῆς Μονῆς), σὲ ἕνα αἴθριο ἔγινε μιÜ συνÜντηση μὲ μεγÜλη ὁμÜδα Φοιτητῶν ποὺ βρßσκονταν στὸ ΜοναστÞρι. ΚÜπου μαζß μÝ τÜ ἄλλα παιδιÜ, εἶδα καὶ τὸν νÝο, ποý μοῦ εἶπε τὰ παραπÜνω λüγια. Πολλὰ ἀπὸ τὰ παιδιὰ εἶχαν ξαναπÜῃ στὸ Ἅγιο Ὅρος. Ὅλα διεβεβαßωσαν, ὅτι κÜθε φορÜ «ποὺ ἐπιτρÝφουν» ἐκεῖ, στὸν τüπο τῆς Παναγßας, εἶναι σὰν νὰ πᾶνε γιὰ πρþτη φορÜ.

Φεýγοντας, μὲ χαιρÝτησε  μὲ σεβασμὸ ὁ πρῶτος συνομιλιτÞς μου καὶ ἔσκυψε νὰ μοῦ ἀσπασθῇ τὸ χÝρι, λÝγοντÜς μου:

«ΔÝσποτα, βοηθῆστε μας νὰ ζÞσωμε ἕνα ἄλλο τρüπο ζωῆς, βοηθῆστε μας νὰ ἀκοýσωμε μßαν ἄλλη φωνÞ. Δῶστε μας ἐλπßδα, δýναμη καß παρηγοριÜ. Ἀνοῖξτε μας δρüμο...»

ΣυγκινημÝνος ἀπü αὐτÞ τÞν συνÜντηση καß τü ὅλο κλῖμα τῆς λαμπρᾶς καß φωτοφüρου πανηγýρεως, εἶπα δυü λüγια ἀπü τÜ βÜθη τῆς ψυχῆς μου, στüν νεαρü συνομιλητÞ μου: «Μὴ φοβᾶσαι παιδß μου. Ὁ Θεὸς δὲν ἀφÞνει κανÝνα ἀπαρÜκλητο. ΣÞμερα φþτισε καὶ ἁπÜλυνε τὴν δικÞ σου καρδιÜ. Αὔριο ἄλλου, ἄλλων παιδιῶν. ΣυνÝχισε, παιδß μου, νὰ διηγῆσαι τὶς συγκλονιστικὲς ἐμπειρßες ποὺ ἔζησες στὸ περιβüλι τῆς Παναγßας καß νÜ τßς κÜνῃς τρüπο ζωῆς. Ἐσὺ μὲ τὴν ἁπλüτητÜ σου, τὴν νεüτητÜ σου καὶ τὸν δικü σου τρüπο, θὰ κÜνῃς πολὺ μεγαλýτερο καλὸ ἀπ’ ὅτι θὰ κÜνωμε ἐμεῖς. Ἐμεῖς παιδß μου, σᾶς περιμÝνομε μὲ ἀνοιχτὴ τὴν ἀγκαλιÜ, νὰ σᾶς προσαγÜγωμε στὸν οὐρÜνιο Νυμφßο, στὸ ΠοτÞριο τῆς Ζωῆς...».

Στü μυαλü μου ἦλθαν τÜ λüγια τοῦ Ἁγßου Θεοδþρου τοῦ Στουδßτου γιÜ τü δικü μας χρÝος: «ὙπÝρ τοῦ κüσμου προσευχüμεθα ἐλεοῦντες καß οἰκτßροντες τοýς ἐν διαστρüφῳ βßῳ ζῶντας, τοýς ἐν αἱρÝσεσι, τοýς ἐν πλÜνῃ ἐσφιγμÝνους, τοýς ἐν ἔθνεσιν ἐσκοτισμÝνους...».

 

Ðåñéå÷üìåíá
ÅðéóôñïöÞ