25 ΤΟΥ ΜΑΡΤΙΟῩ ΓΡΑΜΜΕΝΗ ΣΤΑ ΟΥΡΑΝΙΑ
(Πρüς
ἀσεβοῦντας στÞ μνÞμη τῶν ἡρþων
καß
μαρτýρων τοῦ 1821)
Τοῦ
ΣεβασμιωτÜτου Μητροπολßτου Πατρῶν
κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
Καθþς γιορτÜζομε σÞμερα τÞν μεγÜλη
διπλÞ καß λαμπρÞ γιορτÞ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, στεκüμαστε μÝ δÝος
ἐνþπιον τῆς κενþσεως τοῦ Θεοῦ, ὁ
ὁποῖος σαρκþνεται, γßνεται δηλαδÞ ἂνθρωπος, «ἵνα τüν ἄνθρωπον θεüν
ἀπεργÜσηται».
ἈλλÜ
στεκüμαστε καß μÝ συγκλονισμü ψυχῆς μπροστÜ στü μεγαλεῖο τοῦ
ΓÝνους μας καß τßς ἡρωικÝς θυσßες, τοýς ἀγῶνες καß τÜ μαρτýρια
ὅλων ἐκεßνων, οἱ ὁποῖοι ἔπεσαν στüν βωμü
τῆς ἐλευθερßας τῆς Ὀρθοδüξου Πατρßδος μας.
Μπορεῖ
γιÜ τοýς πολλοýς οἱ ἐπÝτειοι νÜ εἶναι ἁπλῶς
κÜποιες γιορτÝς, κÜποια σημεῖα μÝσα στü διÜβα τοῦ χρüνου, χωρßς
βαθý καß οὐσιαστικü περιεχüμενο. Ἲσως γιÜ κÜποιους τÜ γεγονüτα νÜ
ἔχασαν τÞν πνευματικÞ τους χροιÜ καß τü βαθý τους νüημα, λüγῳ
τῆς ἐκκοσμικεýσεως καß ἀπομακρýνσεως ἀπü τßς
πνευματικÝς μας ρßζες. Ὅμως γιÜ μᾶς, αὐτÝς οἱ
ἑορτÝς, σÜν αὐτü τü χιλιοδοξασμÝνο πανηγýρι τῆς λευτεριᾶς, εἶναι ἡ
πεμπτουσßα τῆς ὑπÜρξεþς μας, εἶναι τü μεδοýλι τῆς
ζωῆς μας καß τü ὀξυγüνο τῆς πνευματικῆς μας πορεßας.
Ἀφοῦ
ἀποτßσωμε φüρο τιμῆς καß εὐγνωμοσýνης σÝ ὅλους
ἐκεßνους οἱ ὁποῖοι ἔπεσαν ὑπÝρ πßστεως καß
πατρßδος καß ἔγιναν θυμßαμα πυρßκαυστο στü θυμιατÞρι τοῦ ΓÝνους, γιÜ νÜ τελεσθῇ τü ἱερü ΤρισÜγιο,
θÜ ἀναφερθοῦμε σÝ κÜποια στοιχεῖα, τÜ ὁποῖα
θεωροῦμε ὅτι ἀποτελοῦν τüν βασικü κορμü τῶν
ἱερῶν ὑπÝρ τῆς πßστεως καß τῆς πατρßδος
ἀγþνων. Τοῦτο τü πρÜττομε ἀφ’ ἑνüς μÝν γιÜ τÞν
ἀνÜγκη τῆς διδαχῆς καß ἐπιστηρßξεως τῶν
ἡμετÝρων, ἀφ’ ἑτÝρου δÝ ὡς ἀπÜντηση σÝ
ὅλους ἐκεßνους, οἱ ὁποῖοι καιροφυλακτοῦν
ὡς ἰοβüλες ἔχιδνες νÜ χýσουν τü πικρü τους δηλητÞριο, κÜθε
φορÜ ποý βρισκüμαστε μπροστÜ ἀπü τßς ἐθνικÝς μας ἐπετεßους,
συκοφαντῶντας τÞν μαρτυρικÞ καß αἱματοβαμμÝνη πορεßα τοῦ
Ἔθνους μας. (ΚÜθε χρüνο ἐπαναλαμβÜνουν τÜ ἴδια, γελοῖα
καß ἐμετικÜ φληναφÞματÜ τους. ΠÝρυσι κÜποιοι μÝσω τηλεοπτικῶν
σταθμῶν. ἘφÝτος ἄλλοι μÝσω κατÜπτυστων ἐπιστολῶν
πρüς μαθητÜς).
Καß
δÝν λογαριÜζουν οἱ δýστυχοι, ὅτι ἄν δÝν ὑπῆρχαν
οἱ ἀγῶνες καß οἱ θυσßες τῶν ΠανελλÞνων ἐκεßνης
τῆς ἐποχῆς, οὔτε ἐλεýθεροι θÜ ἦταν, σÞμερα,
οὔτε στÜ πüδια τους θÜ μποροῦσαν νÜ σταθοῦν, οὔτε λÝξη
νÜ ἀρθρþσουν, σÜν αὐτÝς ποý ἀσýστολα ἐκστομßζουν κÜθε
τüσο ἀπü τÜ ἰοβüλα χεßλη τους.
Ἀρχßζομε
λοιπüν τÞν διδαχÞ, ἀφοῦ αὐτü ἐπιτÜσσει τü ἱερü
μας χρÝος ἔναντι τοῦ ἱστορικοῦ παρελθüντος, τοῦ
παρüντος, ἀλλÜ καß τοῦ μÝλλοντος τῆς πατρßδος μας.
Οἱ
Ἕλληνες ἀγωνßστηκαν:
1.
ὙπÝρ τῆς ἀμωμÞτου καß Ὀρθοδüξου ἡμῶν
Πßστεως.
ΠοτÝ δÝν ἔβαλαν καß τßποτε πÜνω ἀπü τÞν πßστη στüν ἀληθινü
Θεü. ΑὐτÞ ἡ πßστη τοýς κρÜτησε τετρακüσια ὁλüκληρα χρüνια
—καß σÝ ἄλλες περιοχÝς, ὅπως στÞν Μακεδονßα μας λ.χ., ἀκüμη
περισσüτερα— ὄρθιους, ἀγÝρωχους, μÝ φρüνημα γενναῖο, μαχητικü
καß ἐνθουσιαστικü. Τοýς ὅπλισε μÝ ὑπομονÞ καß θÜρρος,
ὥστε νÜ μÞ δειλιÜζουν ἐνþπιον παντüς κινδýνου, ἀφοῦ
ἐγνþριζαν πολý καλÜ ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι
ὁδßτης, ὁδοιπüρος δηλ. πρüς τÞν Βασιλεßα τῶν
Οὐρανῶν.
ΣτρατιÝς
ὁλüκληρες Νεομαρτýρων παρελαýνουν ἐνþπιüν μας, σÝ μιÜ μαρτυρικÞ
πορεßα πρüς τÞν ἈνÜσταση καß τÞν δüξα. Καß εἶναι ἄνθρωποι
κÜθε ἡλικßας καß κοινωνικῆς καταστÜσεως. Ὅλοι τους
ἀκολοýθησαν τοýς πρþτους ΜÜρτυρες τῆς ὀρθρινῆς περιüδου
τῆς Ἐκκλησßας μας, ἑλκυσθÝντες στüν ἱερü
ἀγῶνα καß ἀπü τÞν ἀγωνιστικÞ φλüγα τοῦ μÜρτυρα
τελευταßου ΑὐτοκρÜτορα καß γενναßου ὑπερασπιστοῦ τῆς
Βασιλßδος τῶν Πüλεων.
Εἶναι
ΠατριÜρχες, Ἀρχιερεῖς, Ἱερεῖς, Μοναχοß καß ΜοναχÝς,
νÝοι καß νÝες, παιδιÜ ἀμοýστακα, γραμματισμÝνοι καß ἀγρÜμματοι.
Ὅλοι τους σÝρνουν τüν αἱματωμÝνο χορü ἐλευθερßας καß
ἀνεβαßνουν στüν οὐρανü ὡς ἀκοßμητοι πρÝσβεις πρüς τüν
Θεü ὑπÝρ τῆς Ὀρθοδüξου ἙλληνικÞς Πατρßδος.
Ποιüς
μπορεῖ νÜ ἀμφισβητÞσῃ ὅτι σειρÜ ὁλüκληρη Πατριαρχῶν
σφαγιÜσθηκαν ἤ ἀπαγχονßσθηκαν, πλειÜς ἈρχιερÝων καß χιλιÜδες
ἂλλων κληρικῶν, μοναχῶν καß λαúκῶν, ἔπεσαν
ἀπü τÜ χÝρια τῶν ἀπßστων τυρÜννων κατÜ τÞν διÜρκεια τῆς
πικρῆς σκλαβιᾶς; Τü μαρτυρεῖ ἡ κλειστÞ πýλη τοῦ
Πατριαρχεßου, ὁ Ζαχαρßας ἀπü τÞν Ἄρτα, ποý μαρτýρησε στÞν
πüλη τῶν Πατρῶν, οἱ παιδομÜρτυρες Χριστüδουλος καß
Ἀναστασßα, ὁ Παῦλος ἀπü τü Σοπωτü, γιÜ νÜ μνημονεýσω
τοýς δικοýς μας μÜρτυρες ἐνδεικτικÜ, ἀλλÜ καß τüσοι ἄλλοι.
Ποιüς
μπορεῖ νÜ μÞ γονατßσῃ μπροστÜ στüν ἡρωισμü τοῦ Ἀχαιοῦ
(ἀπü τÞν ΖουμπÜτα Πατρῶν) ΔÝρκων Γρηγορßου καß τῶν
ἄλλων ἈρχιερÝων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρüνου, ἤ
στü δρᾶμα τῶν ἱερῶν σφαγßων, ἈρχιερÝων καß
Προκρßτων τῆς φοβερῆς εἰρκτῆς τῆς Τριπολιτσᾶς;
Ποιüς δÝν συγκλονßζεται μπροστÜ στüν μαχητικü ἐνθουσιασμü τοῦ
ΠαπαφλÝσσα, τüν οἶστρο τοῦ ἘθνεγÝρτου Παλαιῶν
Πατρῶν Γερμανοῦ, τÞν θυσßα τοῦ ΔιÜκου στÞν ἈλαμÜνα,
τοῦ ἸωσÞφ Ρωγῶν, τοῦ Σαλþνων ἨσαÀα, τοῦ ΣαμουÞλ
στü Κοýγκι καß τüσων ἄλλων; Αὐτüν
τüν ὑπÝρ τῆς Πßστεως ἱερü ἀγþνα τüν μαρτυρεῖ τü
Ἅγιο ΠοτÞριο στÞν ἘπÜνω ΧρÝπα, ἀπü τü ὁποῖο
ἐκοινþνησαν ὁ Κολοκοτρþνης καß τÜ παλληκÜρια του, λßγο πρßν τÞν
ἀπελευθÝρωση τῆς Τριπολιτσᾶς, ἀνÞμερα τοῦ
Σταυροῦ, τü 1821. Πüσα ἄλλα περιστατικÜ θÜ μποροýσαμε νÜ
ἀναφÝρομε...!
2.
ὙπÝρ τῆς Πατρßδος, τÞν ὁποßαν ἐθεþρησαν καß
δικαßως «πατρüς τε καß μητρüς καß τῶν ἄλλων προγüνων ἁπÜντων τιμιþτερον καß σεμνþτερον καß
ἁγιþτερον», καß ὑπÝρ τῆς ὁποßας ἔχυσαν
ποταμοýς αἱμÜτων, ποτßζοντες τü δÝνδρο τῆς Ἐλευθερßας γιÜ νÜ
βλαστÞσῃ καß νÜ καρποφορÞσῃ, ὥστε σÞμερα ἐμεῖς,
ἕνεκα τῶν ἡρωικῶν παλαισμÜτων καß θυσιῶν
ἐκεßνων, νÜ ζοῦμε καß νÜ κινοýμεθα ἐλεýθεροι, μÝσα σÝ μιÜ
πολιτισμÝνη χþρα.
Ἡ στεριÜ
καß ἡ θÜλασσα, τÜ βουνÜ καß οἱ κÜμποι, ὅ,τι μαρτυροῦσε
ἙλλÜδα, ἦταν γιÜ τοýς μαρτυρικοýς προγüνους μας, ποý ζοῦσαν
ὑπü τüν τοýρκικο ζυγü,
ὑπüθεση ἀγþνων καß θυσιῶν.
ἈγÜπησαν
τü Ἔθνος τους, ὑπερασπßστηκαν τÜ ἅγια χþματÜ του,
ἐπρομÜχησαν καß προκινδýνευσαν γιÜ κÜθε σπιθαμÞ τῆς
Ἑλληνικῆς γῆς, ἀφοῦ ἔβλεπαν τÞν λαßλαπα
τῶν ἀπßστων νÜ μολýνῃ ὄχι μüνο τÜ πατρῷα
ἐδÜφη, ἀλλÜ νÜ ἐπιθυμῇ τÞν προÝλαση καß πρüς τÞν
ὑπüλοιπη Εὐρþπη. Ἴσως ἐλÜχιστοι ἔχουν
ἐκτιμÞσει τÞν μεγÜλη αὐτÞ προσφορÜ τῆς ἙλλÜδος πρüς τÞν
Δýση, ἀφοῦ ὕψωσε τεῖχος ἐπß ὁλüκληρους
αἰῶνες, γιÜ νÜ σταματÞσῃ τßς ὀρδÝς τῶν ἐξ
ἀνατολῶν βαρβÜρων, πρüς τüν εὐρωπαúκü χῶρο. Καß
ὅμως, γιÜ νÜ εἴμαστε ἐπßκαιροι, ἀντß εὐγνωμοσýνης
ἡ χþρα μας ἀπολαμβÜνει τÞν ἀχαριστßα καß τÞν καταφρüνια γιÜ
μιÜ ἀκüμη φορÜ. Ἰσχýει δυστυχῶς καß στÞν περßπτωση αὐτÞ
τü, «ἀντß τοῦ μÜννα χολÞν,
ἀντß τοῦ ὕδατος ὄξος».
3.
ΓιÜ τÞν γλῶσσα τους καß τÞν παρÜδοσÞ τους. Ἦταν
τüση ἡ ζÝση ψυχῆς, καμßνι φλεγüμενο ἡ καρδιÜ τους, ποý
κατüρθωσαν —παρÜ τÞν ἀντßθετη
ἄποψη ὅσων ἀσελγοῦν στü ὄνομα τῆς
ἀληθεßας καß ἐπß τῶν αἱμÜτων τῶν
ἡρωικῶν προγüνων μας— κατüρθωσαν λÝγω, χωρßς σχολειÜ καß
ὀργανωμÝνη παιδεßα, παßζοντες στÞν κυριολεξßα τü κεφÜλι τους, μÝσα
ἀπü τü Κρυφü Σχολειü, ποý εἶναι μιÜ τρανÞ πραγματικüτης, κÜτω
ἀπü τÞν ἄγρυπνη μÝριμνα καß πÜλι τῆς στοργικῆς μÜνας,
τῆς Ἐκκλησßας, νÜ διατηρÞσουν τÞν ἙλληνικÞ γλῶσσα, τÜ ἤθη
τους καß τÞν παρÜδοσÞ τους. (ἈνÜλογα μÝ τοýς Τοýρκους ἀγÜδες καß
τßς περιοχÝς, καθ’ ὅλο τü διÜστημα τῆς πικρῆς σκλαβιᾶς
ἀντιμετþπιζαν τÜ Ἑλληνüπουλα φρικτÝς δυσκολßες γιÜ νÜ μÜθουν
ἔστω καß λßγα γρÜμματα).
ΚÜθε φορÜ ποý
κÜποιος λοξοδρομοῦσε πρüς τοýς ἀπßστους, ἐθεωρεῖτο
νεκρüς γιÜ τοýς δικοýς του, γιÜ τοýς ἀγωνιστÝς τῆς πßστεως καß
τῆς λευτεριᾶς. «Γιατß
Ἀντþνα φüρεσες μαῦρα;» ρωτοῦσαν τÞν μητÝρα τοῦ μετÜ
ταῦτα ΝεομÜρτυρος Παýλου στü Σοπωτü τῶν Καλαβρýτων. «Γιατß ὁ Παναγιþτης μου πÝθανε»,
ἀπαντοῦσε ἐκεßνη. ΣτÞν πραγματικüτητα ὁ Παναγιþτης
εἶχε τουρκÝψει.
·
ΓιÜ
ὅλα ὅσα ἀναφÝραμε παραπÜνω, οἱ ἥρωες καß μÜρτυρες
Δυστυχῶς
κÜποιοι ἀνεγκÝφαλοι, παραχαρÜκτες τῆς ἱστορßας, θÝλησαν κατÜ
καιροýς νÜ παρουσιÜσουν τÞν ἘπανÜσταση τοῦ ’21 ὡς ἕνα
ταξικü κßνημα ἐναντßον τῆς «ἄρχουσας», κατ’ αὐτοýς,
τÜξης. ΚατÝφυγαν δÝ ὁρισμÝνοι στü ἔργο, ἀνωνýμου τινüς,
ἐπιγραφüμενο “ἙλληνικÞ
Νομαρχßα”, προκειμÝνου νÜ στηρßξουν τßς ἀστÞρικτες πεποιθÞσεις τους καß
νÜ δþσουν ὑπüσταση στßς ὅποιες ἀνυπüστατες ἀπüψεις τους,
ποý εἶχαν ἤ ἔχουν ἰδεολογικü χρωματισμü καß
προσανατολισμü.
Ὅμως
ἔστω καß ἄν δÝν θÝλει ὁποιοσδÞποτε νÜ πεισθῇ μÝ ὅσα
ἐμεῖς κηρýττομε, «τοῖς τῶν μαρτυρικῶν ἡρþων
προγüνων μας ρÞμασι καß ταῖς θυσßαις
πειθüμενοι», καß ἄν τοýς μεταγενεστÝρους τῶν ἀγωνιστῶν
ἱστορικοýς ἤθελε νÜ διαψεýσῃ, ἄς ἀκοýσῃ
ἐκεßνους ποý ἔζησαν τÜ γεγονüτα καß ἔχουν τü ἀδιαμφισβÞτητο
δικαßωμα νÜ ὁμιλοῦν πρῶτοι, στεντορεßᾳ τῇ
φωνῇ, διαψεýδοντες τοýς ἀσεβοῦντας ἐπß τῆς
ἱστορικῆς πραγματικüτητος.
Σωρεßαν
ὅλην θÜ ἠδυνÜμεθα νÜ παραθÝσωμε μαρτυριῶν τῶν
αὐτοπτῶν μαρτýρων κατÜ τοýς ἡρωικοýς ἀγῶνες
τῆς Ἐθνικῆς μας Παλιγγενεσßας, ἀλλÜ μüνο δýο ἄς
ἀκοýσωμε σÞμερα, τῆς λευτεριᾶς σταυραητοýς καß μÜρτυρες
ἀδιÜψευστους.
Ὁ πρῶτος
ἀκοýει στü ὄνομα Γερμανüς.
Εἶναι τü δικü μας καýχημα καß κλÝος —ὁποßα εὐλογßα!— ὁ
λεοντüκαρδος Δεσπüτης τῆς ΠÜτρας, τοῦ ὁποßου ὁ
ἀνδριÜς κοσμεῖ τÞν ὡραßα καß ἈποστολικÞ μας πüλη, στÞν
Πλατεßα τῶν Ὑψηλῶν Ἀλωνßων.
Ὁ μÝγας αὐτüς
ἹερÜρχης, στÞν διακÞρυξÞ του πρüς τüν Κλῆρο καß τοýς Πιστοýς
τῆς ΠελοποννλÞσου, ποý ἐκφωνÞθηκε στü λßκνο τῆς
ἐλευθερßας, στÞν ἹερÜ ΜονÞ τῆς Ἁγßας Λαýρας Καλαβρýτων,
λÝγει μÝ τÞν γενναßα πατριωτικÞ φωνÞ του:
«ΠολυαγαπημÝνοι μας ἀδελφοß, ὁ Κýριος, ὁ ὁποῖος ἐτιμþρησε (ἐνν. διÜ
τῆς ὑποδουλþσεως στüν κατακτητÞ) τοýς πατÝρας μας καß τÜ τÝκνα των, σᾶς ἀναγγÝλλει διÜ τοῦ στüματüς μου τü τÝλος τῶν ἡμερῶν τῶν δακρýων καß τῶν δοκιμασιῶν. Ἡ φωνÞ Του εἶπε ὅτι θÜ εἶσθε ὁ στÝφανος τοῦ κÜλλους Του καß τü διÜδημα τῆς Βασιλεßας Του. Ἡ ἁγßα Σιὼν δÝν θÜ παραδοθῇ πλÝον εἰς τÞν ἐρÞμωσιν. Ὁ ναüς τοῦ Κυρßου, ὁ ὁποῖος ἐβεβηλþθη, ὡσÜν ἔνας ἄθλιος χῶρος, τÜ σκεýη τῆς δüξης, τÜ ὁποῖα ἐσýρθηκαν εἰς τüν βοῦρκον, θÜ γßνουν καταιγßς! Ἡ ἄβυσσος τÞν ἄβυσσον ἐπικαλεῖται, ἡ παλαιüθεν εὐσπλαγχνßα
τοῦ Κυρßου θὰ ἐπισκιÜσῃ τüν Λαüν Του. Ἡ φυλÞ τῶν Τοýρκων ὑπερÝβη τü μÝτρον τῶν ἀνομιῶν, ἡ ὥρα τοῦ καθαρμοῦ ἔφθασε, συμφþνως πρüς τüν λüγον τοῦ Αἰωνßου: «νÜ πετÜξῃς ἔξω, νÜ διþξῃς, τüν σκλÜβον καß τüν υἱüν του» (Γενεσ. 21,10). Νὰ εἶσθε, λοιπüν, ἀγαπημÝνοι, ὦ γÝνος τῶν ἙλλÞνων, φυλὴ ἙλληνικÞ, δýο φορὲς δοξασμÝνοι ἀπü τοýς ΠατÝρες σας, ὁπλισθῆτε μÝ τüν ζῆλον τοῦ Θεοῦ, ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἄς ζωσθῇ τÞν ῥομφαßαν του, διüτι εἶναι προτιμþτερον νÜ ἀποθÜνῃ τις μÝ τÜ ὅπλα ἀνÜ χεῖρας, παρὰ νÜ καταισχýνῃ τÜ ἱερÜ τῆς Πßστεþς του καß τÞν Πατρßδα του. Ἐμπρüς λοιπüν «διαῤῥÞξωμεν τοýς δεσμοýς αὐτῶν καß ἀποῤῥßψωμεν ἀφ᾿ ἡμῶν τüν ζυγüν αὐτῶν» (Ψαλμ. 2,3), διüτι εἴμεθα οἱ κληρονüμοι τοῦ Θεοῦ καß οἱ συγκληρονüμοι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Οἱ ἄλλοι,
καß ὄχι ἡμεῖς
οἱ ἱερωμÝνοι,
θÜ σᾶς ὁμιλÞσουν
διÜ τÞν
δüξαν τῶν προγüνων σας. Ἐγþ ὅμως
θÜ σᾶς ἐπαναλÜβω
τü ὄνομα
τοῦ Θεοῦ,
πρüς
τüν Ὁποῖον ὀφεßλομεν ἀγÜπην ἰσχυροτÝραν
καß ἀπὸ τὸν
θÜνατον.
Αὔριον, ἀκολουθοῦντες
τüν
Σταυρüν, θÜ βαδßσωμεν πρüς αὐτÞν τÞν πüλιν τῶν Πατρῶν, τῆς ὁποßας ἡ γῆ εἶναι ἡγιασμÝνη ἀπü τü αἷμα τοῦ ἐνδüξου ΜÜρτυρος Ἀποστüλου Ἁγßου ἈνδρÝου. Ὁ Κýριος θÜ ἑκατονταπλασιÜσῃ τü θÜῤῥος σας. Ἵνα δὲ προστεθοῦν εἰς ὑμᾶς αἱ ἀναγκαῖαι διὰ νÜ ἀναζωογονηθῆτε δυνÜμεις, σᾶς ἀπαλλÜσσω ἀπü τÞν νηστεßαν τῆς Τεσσαρακοστῆς, τÞν ὁποßαν τηροῦμεν.
Στρατιῶται
τοῦ Σταυροῦ, ὅ,τι καλεῖσθε
νÜ ὑπερασπισθῆτε,
εἶναι
αὐτü τοῦτο
τü θÝλημα τοῦ Οὐρανοῦ. Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρüς καß τοῦ Υἱοῦ καß τοῦ Ἁγßου Πνεýματος νÜ εἶσθε
εὐλογημÝνοι
καß συγκεχωρημÝνοι ἀπÜ πÜσας τÜς ἁμαρτßας σας».
Ὁ
δεýτερος εἶναι ὁ τεχνουργüς καß πρωτεργÜτης τῆς
ἐλευθερßας τοῦ ΓÝνους. ΘÜ τüν πῶ ὅπως τüν τραγοýδησε
ἡ καρδιÜ τῶν ἘλλÞνων καß τüν ἀποθÝωσε ἡ λαúκÞ μοῦσα:
«Ὁ
ΘοδωρÜκης ὁ στρατηγüς σ’ ὅλον τüν κüσμον ξακουστüς».
Ἐκεῖνος
λοιπüν ἐφρüντισε, λÝς καß γνþριζε τß θÜ συμβῇ μÝ τοýς
ἐπιγενομÝνους, νÜ ἀφÞσῃ ἱερÜ παρακαταθÞκη καß βαριÜ
κληρονομιÜ στÜ παιδιÜ του, στοýς νεοÝλληνες, στοýς Ἕλληνες μÝχρι
τῆς συντελεßας τοῦ αἰῶνος:
«ΠαιδιÜ
μου... Ὅταν ἀποφασßσαμε νÜ κÜμωμε τÞν ἘπανÜσταση, δÝν
ἐσυλλογιστÞκαμε, οὔτε πüσοι εἴμεθα, οὔτε πῶς δÝν
ἔχομε ἅρματα, οὔτε ὅτι οἱ Τοῦρκοι
ἐβαστοῦσαν τÜ κÜστρα καß τßς πüλεις, οὔτε κανÝνας φρüνιμος
μᾶς εἶπε «ποῦ πᾶτε ἐδῶ νÜ πολεμÞσετε μÝ
σιταροκÜραβα βατσÝλα», ἀλλÜ, ὡς μιÜ βροχÞ ἔπεσε εἰς
ὅλους μας ἡ ἐπιθυμßα τῆς ἐλευθερßας μας,καß
ὅλοι καß οἱ Κληρικοß, καß οἱ Προεστοß καß οἱ
Καπεταναῖοι καß οἱ πεπαιδευμÝνοι καß οἱ ἔμποροι, μικροß
καß μεγÜλοι, ὅλοι ἐσυμφωνÞσαμε εἰς αὐτü τüν σκοπü καß
ἐκÜμαμε τÞν ἘπανÜσταση.
Εἰς τüν πρῶτο χρüνο τῆς
ἘπαναστÜσεως εἴχαμε μεγÜλη ὁμüνοια καß ὅλοι
ἐτρÝχαμε σýμφωνοι. Ὁ ἕνας ἐπῆγεν εἰς τüν
πüλεμο, ὁ ἀδελφüς του ἔφερνε ξýλα, ἡ γυναßκα τοῦ
ἐζýμωνε, τü παιδß του ἐκουβαλοῦσε ψωμß καß μπαρουτüβολα
εἰς τü στρατüπεδον καß ἐÜν αὐτÞ ἡ ὁμüνοια
ἐβαστοῦσε ἀκüμη δýο χρüνους, ἠθÝλαμε κυριεýσει καß τÞν
Θεσσαλßα καß τÞν Μακεδονßα, καß ἴσως ἐφθÜναμε καß ἕως τÞν
Κωνσταντινοýπολη. Τüσον τρομÜξαμε τοýς Τοýρκους, ὁποý ἄκουγαν
Ἕλληνα καß ἔφευγαν χßλια μßλια μακριÜ. Ἑκατüν Ἕλληνες
ἔβαζαν πÝντε χιλιÜδες ἐμπρüς, καß ἕνα καρÜβι μßαν
ἅρμαδα. Ἄλλα δÝν ἐβÜσταξε...!».
Ἀγαπητοß
μου,
ΤÞν ἡμÝρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἑνþνεται ἡ πßστη μÝ τÞ
λεβεντιÜ. ἈγκαλιÜζονται ὁ Χριστüς καß ἡ ἙλλÜδα.
ἈσπÜζεται ὁ οὐρανüς τÜ ματωμÝνα χþματα τῆς πατρßδος
μας. Οἱ Ἄγγελοι καταφιλοῦν τÜ κüκκαλα τÜ ἱερÜ. Οἱ
ψυχÝς τῶν ἀγωνιστῶν νοερÜ μᾶς κατασπÜζονται. Ἡ
χαρÜ τῶν ἡρþων κÜνει τÞν ἑλληνικÞ ἀτμüσφαιρα νÜ
μοσχοβολÜει.
Ἡ δυσχÝρεια τῶν μαρτýρων προγüνων μας
ποý ἔζησαν τÞ σκλαβιÜ στü πετσß τους, δßνει δýναμη σÝ μᾶς νÜ ξεπερÜσωμε τßς δυσκολßες, τÞν ἀνÝχεια,
τßς ταλαιπωρßες καß μᾶς βεβαιþνουν ὅτι «χαρÝς καß πλοýτη νÜ χαθοῦν
καß τÜ βασßλεια κι ὅλα, τßποτα δÝν εἶναι σÜν στητÞ, μÝνει ἡ
ψυχÞ καß ὁλüρθη».
Ὅσο κι ἄν πολεμÞθηκε ἡ
ἱστορικÞ ἀλÞθεια γιÜ τü ’21, ὅσο καß ἄν οἱ
ἰοβüλες γλῶσσες καß οἱ πληρωμÝνοι κονδυλοφüροι ἠθÝλησαν
κατÜ καιροýς ἤ θÜ θελÞσουν, νÜ
παραποιÞσουν, νÜ ἀλλοιþσουν ἤ θÜ μειþσουν τÞν ἀλÞθεια γιÜ τÞν
λευτεριÜ τῆς πατρßδος μας, ποτÝ δÝν θÜ καταφÝρουν τßποτε, γιατß σ’
αὐτü τüν τüπο, τÜ γεγονüτα θÜ βοοῦν καß οἱ τüποι θÜ
μαρτυροῦν ὅτι:
«Ραγιᾶς ὁ Ἕλληνας δÝν
ζεῖ καß ξÝρει νÜ πεθαßνῃ».
|