Καὶ ὅμως ὑπÜρχει ἐλπßδα,

γιατß ὑπÜρχει ἀντßσταση


τοῦ Σεβ. Μητροπολßτου Πατρῶν κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

 

ΜÝσα σὲ ἕνα κλῖμα ζοφερὸ γιὰ τὴν πατρßδα μας, κλῖμα ἀβεβαιüτητος καὶ ἀπελπισßας πολλÜκις καὶ ἐκεῖ ποὺ νομßζει κανεὶς, ὅτι ὅλα χÜνονται, ἔρχεται ἡ πραγματικüτητα νὰ μᾶς βεβαιþσῃ, ὅτι ἡ ἀντßστροφη μÝτρηση ἔχει ἤδη ἀρχßσει μÝσα ἀπὸ μιÜ σθεναρὴ ἀντßσταση, ποý πηγαßνει κüντρα στὸν ὁδοστρωτῆρα, ὁ ὁποῖος θÝλει νὰ ἰσοπεδþσῃ τὰ πÜντα καὶ κυρßως νὰ κÜμψῃ τὶς ψυχικὲς ἀντοχÝς.

Αὐτὴ ἡ ἀντßσταση, ἄρχισε ἤδη, ὡς ἕνα ρεῦμα ποταμοῦ ποὺ θὰ ἀρδεýσῃ, ὅ,τι ἄφησε ξερὸ καὶ ἄνυδρο σ’ αὐτὸ τὸν τüπο ἡ λαßλαπα ποý μÝχρι τþρα ἀγωνßστηκε μὲ λýσσα καὶ πÜθος ἀνßερο, γιÜ νὰ ξεθεμελιþσῃ τὰ ἱερὰ θÝμεθλα αὐτοῦ τοῦ τüπου καὶ νὰ ξερριζþσῃ τὰ αἰωνüβια πνευματικὰ δÝνδρα, ποὺ μὲ τὸν ἴσκιο τους, ἀνÝπαυσαν καß ἀναπαýουν τὸν Λαü.

Αὐτὸ τὸ ρεῦμα ὅμως ἔρχεται νὰ παρασýρῃ, καß ὡς μßα μεγÜλη πνευματικὴ δýναμη ὅλες τὶς προσπÜθειες, οἱ ὁποῖες ὡς σκοπὸ ἔχουν, νὰ συνεχßσουν τὸ διαβρωτικὸ ἔργο τῶν ἀντιθÝων καὶ ἀνθελλÞνων, ἡμετÝρων καß ξÝνων, οἱ ὁποῖοι  παρὰ τὶς διαβεβαιþσεις τῆς ἀδεκÜστου ἱστορßας, ὅτι «τοῦ Ἕλληνα ἡ ψυχὴ ζυγὸ δὲν ὑπομÝνει», προσπαθοῦν ἀπεγνωσμÝνα νὰ βροῦν τρüπους, ὥστε νὰ πλÞξουν τοῦ γÝνους μας τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια.

Ἤδη ὅμως παρεσýρθησαν ἀπὸ τÞν ὁρμÞ τῆς ἀντßστασης, ἡ ὁποßα προβÜλλεται μὲ σθÝνος καὶ νεανικὸ σφρῖγος καὶ δὲν ἀπομÝνει παρὰ ὁ τελικὸς καταποντισμüς τους, ὥστε ἅπαξ διÜ παντὸς νὰ κατανοÞσουν, ὅτι στὴν ἙλλÜδα καὶ οἱ πÝτρες κÜποια στιγμὴ ἀνθßζουν.

Ὁ λüγος τῆς Ἁγßας Γραφῆς ὁ ἀναφερüμενος σὲ ἄλλη περßπτωση «σκληρὸν σοι πρὸς κÝντρα λακτßζειν»(Πραξ. κστ´, 14), θεωρῶ, ὅτι πρÝπει νὰ ἐπαναληφθῇ τüσο δυνατὰ καὶ πρὸς αὐτοýς, πρüς αὐτὰ τὰ κÝντρα ποὺ ἐπανειλημÝνως, πλὴν ἀνεπιτυχῶς, ἐπεχεßρησαν νὰ ἁλþσουν τὸν τüπο μας.

Ναß, γνωρßζω, ὅτι πολλὲς φορÝς φτÜσαμε στὰ ὅριÜ μας, ἀκουμπÞσαμε στὸ χῶμα, χÜσαμε τὰ ὑλικὰ ἀγαθÜ, μεßναμε μüνοι, δὲν εἴχαμε οὔτε νὰ φᾶμε, ὅμως ἀντÝξαμε. ΞÝρει ὁ Ἕλληνας νὰ ζῇ κüβοντας, ὅπως χαρακτηριστικὰ λÝγει, μιÜ ἐλιὰ στὰ τÝσσερα. Ὅμως τὰ καταφÝρνει, ἀφοῦ γνωρßζει ὅτι, «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μüνο ζÞσετε ἄνθρωπος...»( Ματθ δ´,4).

Γνωρßζω, ὅτι ἔσπρωξαν τßς νεþτερες γενηὲς σὲ μιÜ ψεýτικη εὐμÜρεια καὶ πλÜνα ζωὴ καὶ προσπÜθησαν νὰ κÜνουν μαλθακὰ τὰ παιδιÜ μας, σκορπßζοντας στὸν οὐρανὸ μαῦρα σýννεφα καὶ δημιουργþντας γκρßζους ὁρßζοντες.

Γνωρßζομε ὅλοι, ὅτι ἐπὶ τüσα χρüνια δηλητηριÜζουν τὶς ψυχὲς μὲ τὸ φαρμÜκι τοῦ μßσους ἐναντßον τῶν ἀξιῶν καὶ θεσμῶν, ποὺ κρατοῦν τὸ οἰκοδüμημα τῆς πατρßδος μας καß ἀποτελοῦν τοὺς συνεκτικοὺς δεσμοὺς μεταξý μας, ἀλλὰ καὶ τοὺς συνδετικοὺς κρßκους μὲ τὶς γενηὲς ποὺ πÝρασαν καὶ ἀγωνßστηκαν γιὰ νὰ μᾶς παραδþσουν αὐτοὺς τοὺς πνευματικοὺς θησαυροýς.

Ὅμως ὑπελüγισαν λÜθος τὰ πρÜγματα καὶ συνεχßζουν νὰ κÜνουν τὰ ἴδια σφÜλματα, τὰ ὁποῖα τελικῶς θὰ καταστρÝψουν τὶς ἰοβüλες γλῶσσες τους καὶ θὰ συντρßψουν τὶς ὑπερφßαλες κεφαλÝς τους. Καὶ πÜλι τοὺς ὑπενθυμßζομε τὸ Ἁγιογραφικὸν «... αὐτüς σοῦ τηρÞσει κεφαλÞν, καß σὺ τηρÞσεις αὐτοῦ πτÝρναν»(Γεν. γ´15).

Ὅταν τὸ δηλητÞριο εἰσÝρχεται στὸ σῶμα, ἐκεῖνο (τὸ σῶμα) ἀντιδρᾶ καὶ χρησιμοποιεῖ τὰ ἀντισþματα ποὺ διαθÝτει, γιὰ νὰ τü ἐξουδετερþσῃ. ΚÜποιοι ὀργανισμοὶ δὲν τὰ καταφÝρνουν, διüτι τὰ ἀντισþματα ποý διαθÝτουν, δὲν εἶναι ἰσχυρÜ. Ὅμως ὁ ὀργανισμὸς τοῦ γÝνους μας, ἀπÝδειξε διαχρονικÜ, ὅτι διαθÝτει τüσα καὶ τüσο ἰσχυρὰ ἀντισþματα τὰ ὁποῖα ὄχι μüνο τὸ ὅποιο δηλητÞριο ἐξουδετερþνουν, ἀλλὰ καὶ ἀντοχὲς ἰσχυρüτερες προσφÝρουν, προκειμÝνου νὰ ἀντÝξῃ σὲ δυνατüτερες ἐπιθÝσεις τῶν ἰοβüλων ὄφεων, στü μÝλλον.

Καὶ τὸ λÝγω αὐτü, διüτι θὰ εἶναι οὐτοπßα νὰ πιστÝψωμε, ὅτι θὰ σταματÞσουν καß στÞ συνÝχεια, οἱ ὁρκισμÝνοι ἐχθροß τῆς πατρßδος μας, νὰ ἐκτοξεýουν τὰ βÝλη τους ἐναντßον μας.

Δυστυχῶς, γι’ αὐτοὺς, ἐμεῖς, ὡς ἔχει εὐστüχως πολλÜκις εἰπωθῆ, εἴμαστε φυλὴ καὶ ρßζα δυνατÞ, ρÜτσα ἀνθεκτικÞ. Περνᾶμε ἀπὸ τü καμßνι καß βγαßνομε ἀκÝραιοι, χωρßς νÜ μᾶς ἔχουν κἄν ἀγγßξει οἱ φλüγες. ΦτÜνομε στüν βυθü καß κρατᾶμε τÞν ἀναπνοÞ μας, ὅσο χρειασθῇ, χωρßς νÜ δημιουργηθῇ βλÜβη στüν ἐγκÝφαλü μας καß στüν ἐσωτερικü μας κüσμο. ΦτÜνομε στÞν ἄκρη καß ἐνῶ ὅλοι πιστεýουν, ὅτι ὁ βρÜχος θÜ μᾶς συντρßψῃ, ἐμεῖς ἀντιστρÝφομε τÞν κατÜσταση καß ξαναγρÜφομε τÞν ἱστορßα ἀπü τÞν ἀρχÞ, χρησιμοποιþντας ὡς ὕλη τßς θυσßες καß τÜ αἵματα τῶν προγüνων μας καß ὡς ἰσχυρÞ γραφßδα τÞν δικÞ μας θÝληση καß τü δικü μας πεῖσμα, γιÜ νÜ ζÞσωμε καß νÜ κρατηθοῦμε θαλεροß μÝχρι τῆς συντελεßας τοῦ αἰῶνος, γιατß αὐτü εἶναι τü ριζικü μας. Γι’ αὐτü εἴμαστε ξεχωριστοß, δÝν μοιÜζομε μÝ κανÝνα λαü. ΔÝν γινüμαστε «κιμÜς», ὅπως ἔλεγε καß ὁ Μακαριστüς Χριστüδουλος στÞν κρεατομηχανÞ, ποý θÝλουν νÜ μᾶς βÜλλουν, γιατß ἁπλοýστατα δÝν μπαßνομε, δÝν μᾶς χωρÜει, δÝν εἶναι γιÜ τÜ μÝτρα μας, ἀλλÜ γιÜ τÜ δικÜ τους, ἀφοῦ πÜντοτε σÝ σχÝση μÝ μᾶς «ἐμετρÞθησαν, ἐζυγßσθησαν καß εὑρÝθησαν ἐλλιπεῖς...».

Καß τþρα γνωρßζω, ὅτι θÜ μÝ ρωτÞσετε, καß εὔλογα, γιατß τÜ ἔγραψα ὅλα αὐτÜ, ἐνῶ οἱ περισσüτεροι ζοῦν σÝ κλῖμα ὑφÝσεως ἐξ αἰτßας τῶν γεγονüτων ποý ἐξελßσσονται καß διαδραματßζονται γýρω μας. Σᾶς ἀπαντῶ.

1.                       Διüτι αὐτÜ πιστεýω ἀκρÜδαντα καß οὐδÝποτε ἔπαψα νÜ εἶμαι αἰσιüδοξος, ἀφοῦ ζεῖ Κýριος ὁ Θεüς καß οὐδÝποτε μᾶς ἐγκατÝλειψε παρÜ τÜ ὅποια ἐλαττþματα καß ἀτοπÞματÜ μας. Γιατß λοιπüν, νÜ μᾶς ἐγκαλεßψῃ καß τþρα; «Σοß μüνῳ ἁμαρτÜνομεν Κýριε... ἀλλÜ καß σοß μüνῳ λατρεýομεν...». (ΕὐχÞ Ἑσπερινοῦ Γονυκλισßας)

2.                       Διüτι αὐτü βεβαιþνει ἡ ἱστορικÞ πραγματικüτης. Πüτε δÝν μᾶς πολÝμησαν μÝ μανßα; Αἰῶνες ἀγωνßζονται νÜ μᾶς τσακßσουν, νÜ μᾶς ἀποδυναμþσουν, νÜ ἀλλοιþσουν τÞν ψυχοσýνθεσÞ μας, τÜ χαρακτηριστικÜ μας. Αἰῶνες ἀγωνßζονται νÜ ξερριζþσουν τÞν πßστη μας, τßς ἀξßες μας, τÞν ἑνüτητÜ μας, τÞν γλῶσσα μας, τÞν ἀγÜπη μας στüν τüπο μας. Πῆτε μου, σᾶς παρακαλῶ, τß κατÜφεραν; ΣÝ αἰῶνες σκλαβιᾶς διατηρÞσαμε ἀναλλοßωτα τÜ ὑποστατικÜ μας ἰδιþματα καß λαμπρüτερα τÜ ἀναδεßξαμε. Ἡ δρÜση τους, προκÜλεσε  τÞν δικÞ μας ἀντßδραση καß μᾶς ἔμαθε, νÜ χρησιμοποιοῦμε τßς κατÜλληλες τακτικÝς, γιÜ νÜ ἔχωμε πÜντοτε «τü ἐπÜνω χÝρι».

ΔÝν λÝω´ πονÝσαμε, κλÜψαμε, κÜποιες φορÝς λυγßσαμε, ἀλλÜ παßρνοντας δýναμη, ὅπως ὁ μυθολογικüς γßγαντας Ἀνταῖος ἀπü τÞ γῆ ποý ἀκουμποῦσε, ἀναδειχτÞκαμε πÜντοτε νικητÝς.

Ὀφεßλω ὅμως νÜ ὁμολογÞσω, ὅτι ἐκεῖνο ποý μᾶς πεßραξε καß μᾶς πειρÜζει περισσüτερο δÝν εἶναι ὁ πüλεμος τῶν ξÝνων, ἀλλÜ ἡ στÜση τῶν δικῶν μας προσκυνημÝνων. Ἡ ὕπουλη  τακτικÞ τῶν «νενÝκων» κÜθε ἐποχῆς ποý προδßδουν τÞν ψυχÞ τοῦ γÝνους μας. ΠοτÝ βεβαßως δÝν ἔλειψαν, οὔτε θÜ λεßψουν. ΤÞν μιÜ θÜ τοýς φταßῃ ἡ Ὀρθüδοξη πßστη, τÞν ἄλλη ἡ γλῶσσα, τÞν τρßτη τÜ σýμβολα κ.ο.κ. Ἔτσι τοýς λÝνε τÜ ἀφεντικÜ τους, ποý δÝν ξÝρουν καλÜ τοýς Ἕλληνες καß αὐτοß οἱ δýσμοιροι τοýς πιστεýουν καß ὑπακοýουν, ὑπολογßζοντας σÝ πρüσκαιρες «ἀμοιβÝς». Τß κρῖμα ὅμως, δÝν ἔμαθαν παρ’ ὅτι τü διÜβασαν ἤ τü ἄκουσαν, γιατß δÝν ξÝρω ἄν κÜποιοι ἀπ’ αὐτοýς καταδÝχτηκαν νÜ ξεφυλλßσουν τÞν ἱστορßα, δÝν ἔμαθαν ποιü ἦτο τü τÝλος, ἡ «πληρωμÞ», ὅλων αὐτῶν τῶν προδοτῶν.

3.                       Διüτι αὐτü μᾶς βεβαιþνουν τÜ παιδιÜ μας. Ἐμεῖς οἱ μεγαλýτεροι, νομßζομε ὅτι μüνοι πλÝον κρατᾶμε τÞν σημαßα τῆς ἀντßστασης καß φυλÜσσομε «Θερμοπýλες». Πιστεýομε, ὅτι μüνοι μας ὑψþνομε φωνÞ σÝ ἕνα κüσμο ποý καθ’ ἡμᾶς «χÜνεται». Αὐτü ἴσως κÜπου μᾶς προβληματßζει, γιÜ νÜ μÞ εἴπω μᾶς λυγßζει.

Εὐτυχῶς ὅμως, ποý κÜνομε λÜθος καß μÜλιστα μεγÜλο. Κοιτᾶξτε, μπροστÜ μας, γýρω μας, πüσοι ξεφýτρωσαν ἤδη, πüσοι γεννιοῦνται καß πüσοι ἑτοιμÜζονται νÜ γεννηθοῦν, οἱ ὁποῖοι θÝλουν καß πÜλι εὐτυχῶς, ὄχι ἁπλῶς νÜ μᾶς ἀκολουθÞσουν, ἀλλÜ νÜ τρÝξουν πρßν ἀπü μᾶς. Τοýς ἀκοῦτε; φωνÜζουν. «Δῶστε μας τÞν σκυτÜλη τῶν ἀγþνων, δÝν μποροῦμε πιÜ νÜ ἀντÝξωμε “τÞν ὕβρη”. ΦτÜνει “ἡ προπαγÜνδα”, ζητᾶμε τÞν λευτεριÜ, ποý μᾶς ἐστÝρησαν».

Ναß αὐτÞ εἶναι ἡ χαρÜ μας καß γι’ αὐτü ἔγραψα ὡς τßτλο, τοῦ παρüντος ἄρθρου, «Καß ὅμως ὑπÜρχει ἐλπßδα, γιατß ὑπÜρχει ἀντßσταση».

Τü βλÝπω στÜ μÜτια τῶν παιδιῶν μας, ποý ζητοῦν κÜτι διαφορετικü. Μᾶς τü λÝνε, γιατß μᾶς ἔχουν πλÝον ἐμπιστοσýνη. Τü φωνÜζουν: «ΔÝν εἶναι αὐτÞ ἡ ἙλλÜδα, δÝν εἶναι αὐτÞ ἡ Πατρßδα μας, ὅπως τÞν κατÜντησαν. Εἶναι ἡ ἄλλη, ἡ ἐλεýθερη, ἡ ἀδοýλωτη καß ὑπερÞφανη. Εἶναι ἐκεßνη ποý μᾶς παρÝδωσαν οἱ μÜρτυρες πρüγονοß μας. ΑὐτÞ θÝλομε, καß αὐτÞ θÜ ξαναφτιÜξωμε». Ἤ τß λÝγω, δÝν τοýς ἄκουσα καλÜ καß τοýς ζητῶ συγγνþμη. Αὐτοß φωνÜζουν: «Ἐμεῖς εἴμαστε ἡ ἀδοýλωτη ἙλλÜδα καß δÝν θÜ μᾶς νικÞσουν ποτÝ καß μÝ τßποτε». Τü ἄκουσα πολλÝς φορÝς, τþρα τü προσÝχω περισσüτερο. Γι αὐτü εἶμαι αἰσιüδοξος. Τü βλÝπω πιÜ σÝ γιορτὲς ποὺ γßνονται καὶ εἶναι ἐμπνευσμÝνες ἀπ’ αὐτὸ τὸ πνεῦμα. Τü βλÝπομε κÜθε φορÜ στÜ μÜτια τῶν παιδιῶν μας ποý μετÝχουν στßς παραδοσιακÝς καß ἐθνικÝς τελετÝς καß ἑορτÝς, στÜ μÜτια τῶν νεανικῶν ὁμÜδων τῶν ἐνοριῶν μας, στÜ πρüσωπα ὅλων τῶν νÝων.

Τὸ ἄκουσα, τὸ εἶδα, τὸ ἔζησα μαζὶ μὲ χιλιÜδες ἄλλους πρὶν ἀπὸ λßγες ἡμÝρες, στὸ προαýλιο τοῦ Δημοτικοῦ Σχολεßου τοῦ Σουλßου Πατρῶν, ποὺ εἶχε μετατραπεῖ σὲ ναὸ τῆς Ἑλληνικῆς ψυχῆς καὶ λεβεντιᾶς, μÝσα ἀπὸ τὸν ὁποῖο, μικροὶ καὶ μεγÜλοι διετρÜνωσαν μὲ τὸν παθιασμÝνο ἀπὸ ἀγÜπη γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ τὴν ἙλλÜδα λüγο τους, μὲ τοὺς παραδοσιακοὺς λεβÝντικους χοροýς, ὅτι «ἡ ἙλλÜδα ποτὲ δὲν πεθαßνει...».

Ἐκεßνη τὴν ὥρα, ζῶντας αὐτὴ τὴν «ἀντιστασιακὴ» λαμπρÞ Ἑλληνικὴ γιορτὴ καὶ βλÝποντας καὶ τὰ νÞπια νὰ χορεýουν, εἶπα, «Ἐκ στüματος νηπßων καὶ θηλαζüντων κατηρτßσω αἶνον... ἔνδοξη ἙλλÜς».

Καὶ καθὼς χüρευαν καὶ τραγουδοῦσαν παιδιὰ ἀπὸ διÜφορα μÝρη τῆς ἙλλÜδος, ζωντανεýοντας τὶς ἡρωικὲς μνῆμες τῆς ἀδοýλωτης ψυχῆς, ἤκουα τὸν Ἀρχιεπßσκοπο Ἱερþνυμο ἀπὸ τὴν Φλþρινα, ὅπου σημειολογικὰ, οὐσιαστικὰ καß δυναμικÜ ἐξÝφραζε, ὅπως πρÝπει σÝ Ἕλληνα ἹερÜρχη, ὄχι μüνο τὰ δικÜ του μýχια αἰσθÞματα, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν ἙλλÞνων τὴν βαθειὰ ἀφοσßωση στὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια τοῦ γÝνους μας. ἘξÝφραζε τüν Ἕλληνα πατÝρα, τÞν Ἑλληνßδα μÜνα, τüν Ἕλληνα παπÜ, τüν Ἕλληνα δÜσκαλο...

«ΚυρÜ μου τὰ παιδιὰ εἶναι δικÜ μου, τὰ παιδιὰ εἶναι δικÜ μας. Ποιὰ εἶσαι ἐσὺ ποὺ θὰ βγÜλῃς ἐγκýκλιο χωρὶς νὰ ρωτÞσῃς αὐτοὺς ποὺ πÜλεψαν καὶ παλεýουν σ’ αὐτὸ τὸν τüπο γι’ αὐτὸ τὸ χῶρο; Ποιὸ εἶναι τὸ δικαßωμÜ σου, ποý ἐσὺ θὰ ἀποφασßζῃς, ὅτι δὲν θὰ ἐκκλησιÜζονται τὰ παιδιÜ; Τοὺς ρþτησες τοὺς γονεῖς;...»

Μακαριþτατε, ἐπικροτοῦμε τÜ ὅσα εἴπατε, σᾶς συγχαßρομε καß προσθÝτουμε:

«Ναß, ποιοýς ρþτησες, κυρÜ μου; Ρþτησες τοýς γονεῖς, τοýς δασκÜλους; Ρþτησες, τÜ ἴδια τÜ παιδιÜ; Ἄντε κυρÜ μου καß σý καß οἱ ὅμοιοß σου απü κεῖ ποý ἤρθατε... ΣÜν δÝν ἐντρÝπεστε...»

 

 

Ðåñéå÷üìåíá
ÅðéóôñïöÞ