ΑΝΤΩΝΙΑ
ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ
1/10/1915-
30/4/2012
Η ΜΥΡΟΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
τοῦ Σεβ. Μητροπολßτου
Πατρῶν κ.κ. Χρυσοστüμου
Πριν λßγες ημÝρες
Ýφυγε για την ουρÜνια και αιþνια πατρßδα, μια ευλογημÝνη ψυχÞ, η οποßα
προσεφÝρθη ως λαμπÜς καιομÝνη, υπÝρ του αδελφοý του ελαχßστου, κÜνοντας
πρÜξη την εντολÞ του Θεοý, «αγαπÜτε αλλÞλους».
ºσως ουδεßς ασχοληθÞ
με την ωραßα αυτÞ και χαρισματικÞ μορφÞ, παρ’ üτι πολλοß ευεργετÞθησαν
απü την αγαθÞ καρδιÜ της. Βεβαßως οýτε και η ßδια θα Þθελε προβολÞν
του προσþπου της και του Ýργου της. ¼μως, θεωρþ üτι εßναι ανÜγκη, να
προβÜλλωμε στις ημÝρες μας αλλÜ και πÜντοτε, φωτεινÝς μορφÝς, þστε
και οι σýγχρονοι, αλλÜ και οι μεταγενÝστεροι να εμπνÝωνται εις Ýργα
φιλοθεßας και φιλανθρωπßας.
Την τελευταßα φορÜ
που την επεσκÝφθην στον οßκο «ΧριστιανικÞ Αδελφüτης ΕιρÞνη» της Αδελφüτητος
του ΣωτÞρος, üπου πÝρασε το τελευταßο στÜδιο της ζωÞς της, διεπßστωσα
üτι δεν εßχε χÜσει ουδ’ ελÜχιστον απü την διαýγεια του πνεýματüς της,
την καλÞ της διÜθεση, την Ýκφραση της εσωτερικÞς χαρÜς, η οποßα Þταν
ζωγραφισμÝνη πÜντοτε στο γλυκýτατο πρüσωπü της.
ΘÝλησε να κÜνη, η
μακαριστÞ, μια αναφορÜ εκτενÞ
στην μακροχρüνια ζωÞ της, ως να μου Ýλεγε, üτι κÜπου εδþ τελειþνει ο
επßγειος βßος της. Την Þκουσα μετÜ πολλÞς προσοχÞς και βαθεßας συγκινÞσεως.
Εγνþριζα, üτι η συνÜντηση αυτÞ, Þταν και αποχαιρετισμüς. ¢ρχισε
απü τα παιδικÜ της χρüνια, Þταν γüνος πολυμελοýς οικογενεßας, απü
την Ýνδοξη γενηÜ των Μαυρομιχαλαßων, γεννÞθηκε στην ΚαλαμÜτα την
1η Οκτωβρßου 1917 και μεγÜλωσε απü τους γονεßς της ΠερικλÞ και Μαρßα,
με την αυστηρÞ οικογενειακÞ παρÜδοση και την αυστηρÞ προσÞλωση
στην πßστη στον αληθινü Θεü. ¼ταν λÝγω «αυστηρÞ», εννοþ την ακριβÞ
και σωστÞ διαπαιδαγþγηση, η οποßα γινüταν τüτε στις ωραßες ΕλληνικÝς
οικογÝνειες και γι’ αυτü μπüρεσε η ΕλλÜδα, να σταθÞ στα πüδια της και
να μεγαλουργÞση. Απü την ηλικßα των Ýξι ετþν, ως εδιηγεßτο, εßχε
Ýντονη την κλßση για τον βßο της αφιερþσεως
στον Θεü και τον Üνθρωπο.
Την εßχαν εμπνεýσει
ωραßες μορφÝς, αφιερωμÝνες
στην υπηρεσßα του πÜσχοντος συνανθρþπου, μÝσα στα Νοσοκομεßα, που
τις Ýβλεπε ως λευκοφοροýντες αγγÝλους.
Προσηýχετο θερμÜ
να την αξιþση ο Θεüς να ικανοποιÞση
το üνειρο της ζωÞς της. Ο Κýριος της εχÜρισε το ποθοýμενον. ¼σα χρüνια
Ýζησε, εσκüρπισε την αγÜπη της, την στοργÞ της, την υπηρεσßα της με
πολλÞ αρχοντιÜ και ανιδιοτÝλεια.
Αφοý απεφοßτησε απü την ¢νωτÝρα ΣχολÞ του Ελληνικοý Ερυθροý, εργÜστηκε επß πολλÜ Ýτη στο Νοσοκομεßο του Ερυθροý Σταυροý, επßσης στο Ψυχιατρικü Νοσοκομεßο Τριπüλεως, στο Νοσοκομεßο ΚαλαμÜτας και στο Γηροκομεßο ΣπÜρτης.
Την εγνþρισα, üταν υπηρετοýσε ως προúσταμÝνη στο Ψυχιατρικü Νοσοκομεßο
Τριπüλεως. ¹μουν νÝος κληρικüς και Ýβλεπα με θαυμασμü τον ζÞλο της,
την εργατικüτητÜ της, την αφοσßωσÞ της στην Ορθüδοξη Εκκλησßα
μας, το σεβασμü της στον Επßσκοπο και τον Ιερü ΚλÞρο γενικþς. Δεν περιορßζετο
στο να υπηρετÞ με τα χÝρια της τον πÜσχοντα, αλλÜ εξÝφραζε τα μýρα
της καρδιÜς της και απÜλυνε τον ψυχικü πüνο, βοηθþντας στην θεραπεßα
και των εσωτερικþν πληγþν. Τα μÜτια της μιλοýσαν στις καρδιÝς των αρρþστων.
Το γÝλιο της τους Ýδινε δýναμη για την ζωÞ. Η παρουσßα της Þταν γι’
αυτοýς θαλπωρÞ και αγαλλßαση.
Θα πßστευε κανεßς, üτι δεν της Ýφτανε ο χρüνος να κÜνη ο,τιδÞποτε Üλλο,
μετÜ απü τüσο κüπο στην υπηρεσßα της στα Νοσοκομεßα üπου υπηρετοýσε.
¼μως η Αντωνßα Ýκανε την νýχτα ημÝρα και προσÝφερε την αγÜπη της
και σε Üλλους πÜσχοντες, που Þταν καθηλωμÝνοι στα σπßτια τους. Συνεργαζüταν
με την τοπικÞ Εκκλησßα, με τον Επßσκοπο και τους ΙεροκÞρυκες, με
τους Ιερεßς των Ενοριþν για την ανακοýφιση των ενδεþν και εμπεριστÜτων
αδελφþν μας. ¹το μια ιεραποστολικÞ μορφÞ μÝσα στον σýγχρονο πονεμÝνο
κüσμο.
Απü την οικογÝνειÜ
της γνþρισα δýο κατÜ σÜρκα αδελφÝς της. ΑυτÝς εßχαν μεßνει, απü τα οκτþ αδÝλφια. Την Ευγενßα,
Ýνα Üνθρωπο απλüτητος και αγÜπης και την Χρυσοýλα, μßα δυναμικÞ
προσωπικüτητα, η οποßα εργÜστηκε üλα τα χρüνια της ως δασκÜλα σε
σχολεßα της Πατρßδος μας και προσÝφερε γνþση üχι μüνο κατÜ Üνθρωπο,
αλλÜ και κατÜ Θεüν, στα Ελληνüπουλα. ΜÝχρι την τελευταßα της πνοÞ απü
το στüμα της Ýβγαινε ο καλüς λüγος και συμβουλÝς αγÜπης. Ο δÜσκαλος,
Ýλεγε η Χρυσοýλα, εßναι δÜσκαλος μÝχρι που να κλεßση τα μÜτια του. Εμεßς,
προσθÝτομε, «και μετÜ ταýτα».
Οι δýο αδελφÝς της
Αντωνßας, που ζοýσαν μαζß
της, Ýφυγαν πριν απü αυτÞ για την ουρÜνια πατρßδα. ¸μεινε μüνη της.
ΑλλÜ τι λÝγω. ¹ταν τüσο πολλοß μαζß της. ¼σοι την αγÜπησαν, üσοι την
εθαýμασαν, üσοι εδÝχτηκαν τα μýρα της προσφορÜς της.
Με λευκασμÝνη την
ωραßα κεφαλÞ της, με ειρηνικü
και γαλÞνιο το πρüσωπο, με χαριτωμÝνη την üλη ýπαρξÞ της, με βεβαρημÝνους
τους þμους απü τα γηρατειÜ, αλλÜ κυρßως απü τον κÜματο της προσφορÜς,
παρÝδωσε το πνεýμα της, ειρηνικÜ, στον Κýριο μας, στον οßκο «ΧριστιανικÞ
Αδελφüτης ΕιρÞνη» της Αδελφüτητος του ΣωτÞρος, üπου εφιλοξενεßτο.
¹ταν 30 Απριλßου 2012, þρα 6 το απüγευμα. Δßπλα της, γýρω της, τα αγαπημÝνα
της εικονßσματα. Οι γλυκýτατες μορφÝς, του Νυμφßου της ψυχÞς της,
της Παναγßας μας και Üλλων Αγßων. Και πιο πÝρα αγαπημÝνες της μορφÝς
Κληρικþν και Λαúκþν, εκ της πνευματικÞς και κατÜ σÜρκα οικογενεßας
της, που την ενÝπνευσαν και την εβοÞθησαν στο μεγÜλο και ωραßο ταξßδι
της ζωÞς της.
Προ του ΠÜσχα μας Ýστειλε για τελευταßα φορÜ μýρα για τον ΕπιτÜφιο
και λιβÜνι, üπως μας Ýστελνε πÜντοτε, για να θυμιÜζωμε τον ΕσταυρωμÝνο
και ΑναστÜντα Κýριü μας.
Το χþμα της αγαπημÝνης
γενετεßρας της, της ΚαλαμÜτας, εκÜλυψε το φθαρτü σκÞνωμÜ της, üπου
οι ευσεβεßς Χριστιανοß θα ανÜβουν το κερß της ευγνωμοσýνης τους και
θα προσεýχονται για την ανÜπαυση της μακαρßας ψυχÞς της.
Στο συρτÜρι της,
στο δωμÜτιü της, μετÜ την κοßμησÞ της, βρÝθηκε Ýνα κουτß με θυμßαμα, το οποßο Ýγραψε το üνομα
του παραλÞπτου, ο οποßος Þτο ο γρÜφων τας απλÜς αυτÜς γραμμÜς εις μνÞμην
της. Την ευχαριστþ εκ βÜθους ψυχÞς μου.
Εμεßς αντιπροσφÝρομε
τα μýρα της αγÜπης μας, ως προσευχÞ προς τον Θεü για την ανÜπαυση της
ψυχÞς της και ως ευγνωμοσýνη για üσα προσÝφερε στον Üνθρωπο τον πονεμÝνο,
σε εμÜς προσωπικÜ, στην κοινωνßα μας ολüκληρη.
Αναπαýου εν ειρÞνη πολυαγαπητÞ μας Αντωνßα. Αναπαýου
εν ειρÞνη ωραßα και ευλογημÝνη ψυχÞ.
ΤÝλος,
θα Þθελα να ευχαριστÞσω την Διευθýντρια του οßκου «ΧριστιανικÞ Αδελφüτης
ΕιρÞνη» καν Μαρßαν ΣτεφανÜτου και üλες τις αδελφÝς και το
προσωπικü που προσÝφεραν στην μακαριστÞ Αντωνßα την αγÜπη τους κατÜ
τα τελευταßα Ýτη της ζωÞς της. Ο Θεüς να τους χαρßζη δýναμη και ευλογßα.
|
||
|