ΚΥΡΙΕ, ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΤΟΝ ΑΔΗ

ΒΟΗΘΗΣΕ ΜΑΣ ΝΑ ΑΝΑΣΤΗΘΟΥΜΕ,

ΔΙΑ ΠΡΕΣΒΕΙΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ
Τοῦ ΣεβασμιωτÜτου Μητροπολßτου Πατρῶν

κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

 

Ἤδη ἑoρτÜσαμε λαμπρῶς τÞν πανσεβÜσμια μνÞμη τοῦ Ἁγßου Ἀποστüλου ἈνδρÝου τοῦ ΠρωτοκλÞτου, ΠροστÜτου καß Πολιοýχου τῶν Πατρῶν, ὁ ὁποῖος καθηγßασε μÝ τÞν διδασκαλßα του καß μÝ τÞν ἐπß τοῦ Χιαστοῦ Σταυροῦ θυσßα του τÞν πüλη τῶν Πατρῶν. ΠλÞθη πιστῶν καß ἐφÝτος κατÝκλυσαν τüν μεγαλοπρεπῆ καß πανσεβÜσμιο Ναü του, γιÜ νÜ προσκυνÞσουν τÞν Ἁγßα ΚÜρα του, τüν Σταυρü του καß τüν ΤÜφο του.

Περατωθεßσης τῆς λαμπρᾶς πανηγýρεως, ὀφειλετικῶς ἐκφρÜζω θερμÝς εὐχαριστßες πρüς τüν Ἱερü Κλῆρο, τοýς ἐντιμοτÜτους Ἄρχοντες, καß τüν εὐσεβῆ Πατραúκü Λαü γιÜ τÞν ἀθρüα συμμετοχÞ τους, στßς ἱερÝς ΛατρευτικÝς ἐκδηλþσεις, καß εὔχομαι πρüς ὅλους ὑγεßα καß κÜθε εὐλογßα ἀπü τüν Θεü, διÜ πρεσβειῶν τοῦ πανευφÞμου Ἀποστüλου ἈνδρÝου.

ΠαρÜλληλα, χαρÜσσω λßγες γραμμÝς, μÝσα ἀπü τßς ὁποῖες ἀπευθýνω διδαχÞ ἑüρτια καß μÞνυμα ἀγÜπης ἐπß τῇ εὐκαιρßᾳ τῶν λαμπρῶν ἑορτασμῶν τοῦ Ἁγßου μας.

·                   Ἀδελφοß μου, ἡ πüλη μας ἔχει τÞν ξεχωριστÞ εὐλογßα καß χÜρη ἀπü τüν Θεü νÜ κατÝχῃ ΤÜφον Ἀποστολικü, ὅπως καß τÞν ΚÜρα τÞν πανσεβÜσμια τοῦ ΠρωτοκλÞτου καß τüν Σταυρü τοῦ μαρτυρßου του. ΔÝν ἔχει τßποτε νÜ ζηλεýσῃ ἀπü τßς ἄλλες πüλεις, ὡς θÜ ἔλεγε, δι’ ἄλλην περßπτωσιν, ὁ Ἱερüς Χρυσüστομος, ἀλλÜ δýναται νÜ καυχᾶται ἐν Κυρßῳ, διÜ τüν θησαυρü τüν χαριτüβρυτο, τüν ὁποῖον κατÝχει.

Ἐκτüς ὅμως ἀπü τÞν καýχησÞ μας, ἀληθÝς εἶναι καß τü γνωρßζομε ὅλοι, ὅτι φÝρομε μιÜ βαρειÜ κληρονομιÜ καß βαστÜζομε μιÜ μεγÜλη καß ἱερÜ παρακαταθÞκη, τÞν ὁποßα μᾶς παρÝδωσε ὁ Ἅγιος Ἀπüστολος ἈνδρÝας καß τÞν ὁποßα ὀφεßλομε, νÜ διατηρÞσωμε ὡς κüρην ὀφθαλμοῦ. Ἡ παρακαταθÞκη αὐτÞ εἶναι ἡ ἀλÞθεια περß τοῦ Ἑνüς καß μüνου Ἀληθινοῦ Θεοῦ, τοῦ ἘσταυρωμÝνου καß ἈναστÜντος, τüν ὁποῖον ὁ Ἀπüστολος ἈνδρÝας εἶδε μÝ τÜ μÜτια του, ἄκουσε μÝ τÜ αὐτιÜ του καß τüν ἠγÜπησε μÝ ὅλη τÞ δýναμη τῆς ψυχῆς του. Μᾶς παρÝδωσε τü ΕὐαγγÝλιο, δηλαδÞ τÞν ἀλÞθεια ποý μᾶς ἀπεκÜλυψε ὁ ἴδιος ὁ Θεüς, ἄνευ τῆς ὁποßας εἶναι ἀδýνατος καß ἀδιανüητος ἡ σωτηρßα.

·       Τü πρῶτο σημεῖο, τü ὁποῖο χρÞζει ἰδιαιτÝρας προσοχῆς, εἶναι ἡ ἀνεπιφýλακτη ἀποδοχÞ τῶν θεßων ἀληθειῶν. Τü ὅτι παρελÜβαμε αὐτÞ τÞν παρακαταθÞκη, δÝν ἔχει ἁπλῶς τÞν ἔννοια, ὅτι τÞν ἀκοýσαμε ἤ τÞν διδαχθÞκαμε, ἀλλÜ ἔχει τÞν ἔννοια ὅτι οὐσιαστικÜ καß ἐνδüμυχα τÞν ἀποδεχτÞκαμε.

·       Δεýτερο σημεῖο εἶναι ἡ σταθερÞ μας προσÞλωση στßς ἀλÞθειες τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελßου. ΔÝν ἀρκεῖ τü νÜ ἀκοýσωμε τÞν διδασκαλßα, καß νÜ τÞν ἀποδεχτοῦμε, ἀλλÜ πρÝπει καß νÜ τÞν ἐφαρμüσωμε στÞ ζωÞ μας.

ΓιÜ μᾶς τοýς Ἕλληνες ἡ Ὀρθοδοξßα δÝν εἶναι κÜποια ἀξßα ἁπλῶς πολιτιστικÞ ἤ κÜποιο φῶς ποý ἔρχεται ἐξ Ἀνατολῶν, ἀλλÜ εἶναι ὁ λüγος αὐτῆς ταýτης τῆς ὑπÜρξεþς μας. Ἴσως μᾶς κατηγορÞσουν, μετÜ ἀπü τüν λüγον αὐτü ὡς αἰθεροβÜμονες καß ὀνειροπüλους. Ὅμως ἐμεῖς τοýς ἐρωτᾶμε μαζß μÝ τüν ΣτÜρετς Ζωσιμᾶ: «Ἄν ἐμεῖς εἴμαστε, (λÝγοντες αὐτüν τüν λüγο),  πραγματικÜ ὀνειροπüλοι, πÝστε μας τüτε, πüτε ἐσεῖς θÜ χτßσετε τÞν οἰκοδομÞ σας καß πüτε θÜ ὀργανωθῆτε δßκαια μÝ τü λογικü σας μüνο, χωρßς τü Χριστü».Ὁ Λαüς μας ἔχει μιÜ παρÜδοση ποý διαφÝρει ἀπü τÞν παρÜδοση τῶν ἄλλων λαῶν. Ἔχει τÞν Ὀρθüδοξη Ρωμαßικη, ΦιλοκαλικÞ ΠαρÜδοση. Ποιüς ἄλλος λαüς ἔχει νÜ ἐπιδεßξῃ αὐτÞ τÞν ἁπλüτητα τÞν ζυμωμÝνη μÝ τÞν πßστη στü Θεü, μÝ τüν αὐθορμητισμü, τüν ἐνθουσιασμü, τÞν συγκßνηση, τü δÜκρυ καß τü γÝλιο; Αὐτü ποý ζοῦμε κÜθε φορÜ ὅταν γιορτÜζωμε τüν Ἅγιο μας, ποιüς ἄλλος τü βιþνει ζῶντας ἐκτüς τῆς Ἐκκλησßας;

Ἐνθυμεῖται ὁ νῦν Ἀρχιεπßσκοπος Ἀμερικῆς ΔημÞτριος, ὁ ὁποῖος κατÜ τÞν ὑποδοχÞ στÞν ΠÜτρα τῆς Ἁγßας ΚÜρας τοῦ Ἀποστüλου μας, ἦτο Ἀρχιμανδρßτης καß μετÝφραζε τοýς λüγους ἀπü τÜ ἙλληνικÜ στÜ ΓαλλικÜ καß ἀντιστρüφως, ἐνθυμεῖται, ὅτι ἀπü τÜ μÜτια τοῦ ψυχροῦ ἀπü τÞν φýση του, Καρδιναλßου ΜπÝα, ὁ ὁποῖος παρÝδωσε τÞν Ἁγßα ΚÜρα ἐξ ὀνüματος τοῦ ΠÜπα στÜ χÝρια τοῦ ἀοιδßμου προκατüχου μου Μητροπολßτου Πατρῶν Κωνσταντßνου, ἔτρεξαν δÜκρυα καß ἀκοýστηκε νÜ λÝγῃ: «Πρþτη φορÜ βρßσκομαι μπροστÜ σÝ τüσο συγκινημÝνο καß ἐνθουσιασμÝνο πλῆθος. Πρþτη φορÜ βλÝπω τÝτοιες ἐκδηλþσεις». ΜÜ ναß, πρþτη φορÜ βρισκüταν ἴσως στÞν Ὀρθüδοξη ἙλλÜδα καß πρþτη φορÜ πατοῦσε τÜ ἁγιασμÝνα χþματα τῆς ΠÜτρας καß ἔβλεπε τßς, ἀπü καρδßας, λατρευτικÝς ἐκδηλþσεις αὐτοῦ τοῦ Λαοῦ.

Ὅμως, ἀδελφοß μου, τþρα φαßνεται, ναß τþρα γßνεται φανερü τü ἔγκλημα ὅλων ἐκεßνων ποý ἀγωνßστηκαν συστηματικÜ καß πÜσχισαν ἀλλÜ καß πασχßζουν ἀκüμα, στÞ χþρα μας νÜ γκρεμßσουν ἀπü τßς καρδιÝς, κυρßως τῶν νÝων ἀνθρþπων, τÞν πßστη στü Θεü καß τÞν ἐμπιστοσýνη στÞν Ἐκκλησßα, ἐπιθυμþντας νÜ ἐξαφανßσουν ἀπü τÞν ζωÞ —ἄν εἶναι τοῦτο ποτÝ δυνατüν νÜ συμβῇ— τüν ΠοιητÞ καß Δημιουργü τῆς ζωῆς.

Ὡραιüτατα θÜ τü διατυπþσῃ στüν «Ἄξιον ἐστßν», ὁ Ἐλýτης, ἐρωτþντας τüν Ἐξüριστο ποιητÞ: «Ἐξüριστε ποιητÞ, στüν αἰῶνα σου λÝγε, τß βλÝπεις;» Κι ἐκεῖνος ἀπαντᾶ: «ΒλÝπω τÜ ἔθνη, ἄλλοτες ἀλαζονικÜ, παραδομÝνα στÞ σφÞκα καß τü ξινüχορτο. ΒλÝπω τÜ πελÝκια στüν ἀÝρα σκßζοντας προτομÝς... ΒλÝπω τοýς ἐμπüρους νÜ εἰσπρÜττουν, σκýβοντας, τü κÝρδος τῶν δικῶν τους πτωμÜτων. ΒλÝπω τÞν ἀλληλουχßα τῶν κρυφῶν νοημÜτων» (Ὀδ. Ἐλýτη: «Τü Ἄξιον ἐστßν», Ἴκαρος Ἐκδοτ. Ἑταιρεßα, σ. 65).

ΜετÜ λýπης βαθυτÜτης διαπιστþνομε, δυστυχῶς ὅλοι μας, ὅτι συντελÝστηκε ἕνα κακü, κοσμογονικῶν διαστÜσεων, τü ὁποῖο καθÞλωσε καß καθηλþνει τÞν πορεßα τοῦ γÝνους μας καß διεμüρφωσε καß διαμορφþνει μιÜ νÝα γενιÜ, χωρßς λüγο, χωρßς ὅραμα, χωρßς πυξßδα, χωρßς σταθερÞ πορεßα, χωρßς δυνατüτητες ἀληθινῆς προüδου. ΣÞμερα μÝσα σ’ αὐτÞ τÞν ἀπελπισßα (ποý βιþνει κυρßως ἡ νÝα γενιÜ), ὀφεßλομε ὅλοι μας νÜ σκýψωμε τü κεφÜλι καß νÜ ζητÞσωμε συγγνþμη ἀπü τÜ παιδιÜ μας, γιατß:

 

 «Χρωστᾶμε σ’ ὅσους πÝρασαν

θÜ ‘ρθοῦν καß θÜ περÜσουν

κριτÝς θÜ μᾶς δικÜσουν

οἱ ἀγÝννητοι, οἱ νεκροß».

 

Πρßν ἀπü λßγα χρüνια Εὐρωπαῖος πολιτικüς εἶχε πεῖ γιÜ τÞν πατρßδα του: «ΠοτÝ ἄλλοτε ἡ χþρα μου δÝν εἶχε τÞν ἀνÜγκη τῆς ἄνωθεν βοηθεßας». Θεωρῶ, ὅτι μποροῦμε νÜ τü ἐπαναλÜβωμε καß μεῖς σÞμερα: «ΠοτÝ ἄλλοτε ἡ χþρα μας δÝν εἶχε τÞν ἀνÜγκη τῆς βοηθεßας τοῦ Θεοῦ, ὅσο σÞμερα».

Αὐτü σημαßνει ὅτι πρÝπει νÜ συνειδητοποιÞσωμε τÞν ἀνÜγκη μιᾶς ἀντßστροφης πορεßας, ποý θÜ συνοδεýεται ἀπü μετÜνοια βαθειÜ καß ἀπü τÞν παρουσßα τῆς πßστεως στü Θεü στÞν ζωÞ μας.

Ἄν ἦταν ἄλλες ἐποχÝς θÜ λÝγαμε «χρειÜζεται νÜ κατÝβωμε στüν Ἅδη, γιÜ νÜ ζÞσωμε τÞν ἈνÜσταση».

Τþρα λÝμε: «Εἴμαστε στüν Ἅδη, βοÞθησÝ μας Κýριε νÜ ἀναστηθοῦμε».

Δυστυχῶς, ναß δυστυχῶς, μποροῦμε μÝ πüνο ψυχῆς νÜ ποῦμε γιÜ τÞν

Πατρßδα μας, νÜ ποῦμε γιÜ τüν ἑαυτü μας. ΦτιÜξαμε μιÜ Πατρßδα γεμÜτη ἁμαρτßες, ποý τÜ ἐλαττþματÜ μας τÞν ἔχουν καθηλþσει στÞν πεζüτητα καß στü τÝλμα. Πüσο δßκιο εἶχε ὁ Παλαμᾶς, ὅταν ἔλεγε: «Ὁ κüλακας καß ὁ ψεýτης χαλασμοß σου, δýστυχη πατρßδα... Δýστυχη μÜνα, τοῦ κüσμου εἶσαι τü σκýβαλο...».

·       Τü τρßτο σημεῖο ποý πρÝπει νÜ συνειδητοποιÞσωμε, εἶναι ὅτι ὁ φορÝας τῆς Ἀληθεßας ποý μᾶς παρÝδωσε ὁ Ἀπüστολος ἈνδρÝας, εἶναι ἡ Μßα, Ἁγßα, ΚαθολικÞ καß ἈποστολικÞ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησßα. Μüνο ἐν τῇ Ἐκκλησßᾳ καß διÜ τῆς Ἐκκλησßας σωζüμεθα.

Ἄν σÝ ὅλες τßς ἐποχÝς ὁ ἄνθρωπος εἶχε ἀνÜγκη τῆς στοργῆς τῆς Ἁγßας μας Ἐκκλησßας, πüσο μᾶλλον σÞμερα στοýς δυσχειμÝρους καιροýς ποý ζοῦμε, ποý χÜθηκε ἡ χαρÜ, ἡ ἐλπßδα, ἡ ὀμορφιÜ τῆς ζωῆς καß ἡ εὐκοσμßα τοῦ κüσμου.

Ἡ Ἐκκλησßα στÜθηκε καß στÝκεται, ἡ τροφüς ὅλων μας καß τοῦ ΓÝνους μας ὁλοκλÞρου. Ἐπτþχευσε γιÜ νÜ πλουτßσωμε. Ἔδωσε καß δßδει τÜ πÜντα γιÜ νÜ χαροῦν τÜ τÝκνα της. Ἐπληγþθη γιÜ νÜ σþσῃ τÜ νοσσßα της. ΚατÝβηκε καß κατεβαßνει μÝχρις ἅδου ταμεßων γιÜ νÜ ἀναστÞσῃ τοýς νεκροýς ἀπü τÞν ἁμαρτßα καß νÜ τοýς χαρßσῃ τü φῶς τῆς ἈναστÜσεως.

ΧτυπÞθηκε καß συκοφαντÞθηκε, ἀπü τÜ ὄργανα τοῦ πονηροῦ μÝ σκοπü νÜ χÜσουν τÜ τÝκνα της τüν προσανατολισμü τους, ἀλλÜ κατÜ τüν Ἱερü Χρυσüστομο «καß πýλαι ἅδου οὐ κατισχýσουσιν αὐτῆς».

Σταυρþθηκε καß σταυρþνεται, ἀλλÜ τü αἷμα της λειτοýργησε καß λειτουργεῖ λυτρωτικÜ καß γι αὐτοýς τοýς σταυρωτÜς της.

«Ὥσπερ πελεκÜν» ἔσχισε τÞν καρδßαν της γιÜ νÜ σþσῃ μÝ τü αἷμα της τÜ παιδιÜ της ἀπü τÜ δÞγματα τοῦ ἰοβüλου ὄφεως.

Ἔχετε ἀκοýσει καß γνωρßζετε τü σχετικü μÝ τÞν καρδιÜ τῆς μÜνας, ποßημα. Ὀμορφονιüς ἀγÜπησε μιᾶς μÜγισσας τÞν κüρη. Καὶ ἐκεßνη ζÞτησε ἀπὸ αὐτὸν νὰ σκοτþσῃ τὴν μÜνα του καὶ νὰ τῆς προσφÝρῃ τὴν καρδιÜ της, σὰν σημεῖο τῆς ἀγÜπης του. Ἔτρεξε ὁ γυιüς, ἔσκισε τῆς μÜνας του τὰ σπλÜγχνα, πῆρε τὴν καρδιὰ καὶ ἔτρεξε νὰ τὴν δþσῃ στὴν ἀγαπημÝνη του. Ὅμως στὸ δρüμο σκüνταψε καὶ ἔπεσε κατὰ γῆς. Τüτε ἀκοýστηκε τῆς μÜνας ἡ φωνÞ: «Χτýπησες παιδÜκι μου;». Πüσες φορÝς, ἀλÞθεια, οἱ κüρες τῆς μÜγισσας, ξετρÝλαναν τὰ παιδιὰ ἐναντßον τῆς μÜνας Ἐκκλησßας; Πüσες φορὲς αὐτὴ ἡ μÜνα πüνεσε γιὰ τὴν συμπεριφορὰ τῶν παιδιῶν της; Ὅμως ἐκεßνη φιλüστοργα, μὲ δÜκρυα στὰ μÜτια ἀγκαλιÜζει, κατασπÜζεται καὶ καταφιλεῖ τὰ παιδιÜ της καὶ τὰ ρωτÜει σπλαγχνικÜ: «Χτýπησες;, πüνεσες παιδÜκι μου;»

ΑὐτÞ τÞν ὥρα ἀκοýομε καß πÜλι τÞν φωνÞ της.

ΠαιδιÜ μου, μÞν ἀπελπßζεστε, μÞ λυγßζετε, ἐπιμεßνατε ἐν τῇ προσευχῇ καß τῇ ὑπομονῇ καß τῇ πßστει. «Δριμýς ὁ χειμþν, ἀλλÜ γλυκýς ὁ ΠαρÜδεισος. ἈλγεινÞ ἡ τῆξις, ἀλλ’ ἡδυßα ἡ ἀπüλαυσις». ΠÝρα ἀπü τÜ γÞινα καß φθαρτÜ καß μÜταια, ὑπÜρχουν τÜ ἐπουρÜνια καß ἄφθαρτα.

Ἡ Ἐκκλησßα μᾶς ἐξασφαλßζει τÞν ἑνüτητα, ποý εἶναι τüσο ἀπαραßτητη σÞμερα.

Ἄς ἀφÞσωμε, ἀδελφοß μου, τÞν καρδιÜ μας, τü «εἶναι» μας νÜ ἀπευθýνῃ στüν Ἅγιο Ἀπüστολο ἈνδρÝα ἱκεσßα καß δÝηση, λÝγοντÜς του:

«Ἁγιþτατε Ἀπüστολε ἈνδρÝα, κλßνομε γüνυ ψυχῆς καß σþματος ἐνþπιον τῆς χαριτοβρýτου καß μυριπνüου ΚÜρας σου καß παρακαλοῦμε καß δεüμεθα, πρÝσβευε ὑπÝρ τῶν ἀρχüντων τοῦ Λαοῦ μας, ὥστε νÜ λαμβÜνουν τßς δÝουσες ἀποφÜσεις γιÜ τÞν πορεßα αὐτοῦ τοῦ τüπου στßς δýσκολες αὐτÝς ἡμÝρες, πορευüμενοι ἐν συνÝσει καß ἀγÜπῃ πρüς τüν Θεü καß τü ΓÝνος. ΠρÝσβευε ὑπÝρ τοῦ Λαοῦ σου, ὥστε

στÞν ἀδυναμßα του νÜ φανῇ δυνατüς,

στÞν φτþχεια του νÜ σταθῇ ὄρθιος,

στÞν ἀνεργßα νÜ εὕρῃ ἐπιστηριγμü,

στüν πüνο του ἀναψυχÞ καß κουφισμü,

στÞν ἀπελπισßα του, τÞν οὐρÜνια ἐλπßδα,

στÞν δýσκολη πορεßα του τüν προορισμü,

νÜ περÜσῃ ἀπü τü σκοτÜδι στü φῶς.

ΒοÞθησε σÝ καιροýς ἀφιλßας, νÜ συνδεθοῦν οἱ ἄνθρωποι μÝ  τüν δεσμü

τῆς ἀγÜπης καß τῆς ἀληθινῆς φιλßας.

ΣÝ χρüνους ἀγνωσßας, νÜ εὕρουν τÞν ἄνωθεν σοφßα.

Φþτισε τÜ παιδιÜ μας μας, νÜ εὕρουν τüν δρüμο τῆς σωτηρßας,

νÜ βιþσουν τÞν χÜρη τῆς πραγματικῆς ἐλευθερßας,

νÜ ξεχωρßσουν τü ψÝμα ἀπü τÞν ἀλÞθεια,

νÜ ἀγαπÞσουν τÞν πνευματικÞ ζωÞ καß

νÜ ἀφÞσουν τü σαρκικü καß βορβορῶδες φρüνημα, ἄν αὐτü ὑπηρετοῦν.

Μνημüνευε ἡμῶν Χριστοῦ ΜαθητÜ, τῶν τελοýντων σου τÞν μνÞμην καß τιμþντων τÞν πανσεβÜσμιον ΚÜραν σου. ΔεÞθητι ἀεß ἐκτενῶς ὑπÝρ τῆς ποßμνης σου ταýτης καß τῆς κλεινῆς πüλεως τῶν ΠατρÝων, ἧς γÝγονας ἀπ’ ἀρχῆς, φýλαξ καß φρουρüς καß πρüμαχος. ἈμÞν».

 

 

Περιεχüμενα
ΕπιστροφÞ