ΔΕΥΤΕ ΑΝΑΒΩΜΕΝ...
ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΟΝΗΝ ΤΗΣ ΓΗΡΟΚΟΜΙΤΙΣΣΗΣ
τοῦ Σεβ. Μητροπολßτου
Πατρῶν κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΣÞμερα ἡ
ΠÜτρα ἀνηφορßζει στὸ ΜοναστÞρι τῆς Κυρᾶς της, ποὺ
μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Ἀπüστολο ἈνδρÝα τὴν
κρατᾶνε στὰ χÝρια τους καὶ τὴν προστατεýουν.
ΠροερτÜζει
ἡ πüλις ἡ εὐλογημÝνη, τὴν λαμπρÜ Ἑορτὴ
τῆς ΚοιμÞσεως τῆς Θεοτüκου καὶ ἑτοιμÜζεται μαζὶ
μὲ τὶς ΟὐρÜνιες ΔυνÜμεις, νὰ ὑμνÞσῃ τÞν
Παναγßα μας μÝ τὰ συγκλονιστικὰ ἑüρτια ἄσματα: «Βαβαὶ
τῶν σῶν μυστηρßων ἉγνÞ, τοῦ Ὑψßστου θρüνος,
ἀνεδεßχθης ΔÝσποινα. Ἡ δüξα σου εὐπρεπÞς, θεοφθεγγÝσιν
ἐκλÜμπουσα χÜρισι... ΚεχαριτωμÝνη χαῖρε μετÜ σοῦ ὁ
Κýριος, ὁ παρÝχων τῷ κüσμῳ διÜ σου τὸ μÝγα
ἔλεος».
Ὅμως,
σÞμερα ἡ σýναξη εἶναι ξεχωριστὴ καὶ ὁ Λαὸς
ποὺ ἀνεβαßνει στὴν αὐλὴ τῆς Γηροκομιτßσσης,
μὲ εὐλÜβεια πολλÞ τῆς ψÜλλει τὸν ξεχωριστὸ ὕμνο, τὰ ἐγκþμια, ποý
εἶναι ἀπαýγασμα, ξεχýλισμα εὐλαβεßας πρὸς αὐτὴ,
κεßμενο γραμμÝνο εἰδικὰ γιὰ τὴν ΓηροκομßτισσÜ μας,
τὴν κυρὰ τῆς ΠÜτρας, ἡ ὁποßα ἀπὸ
τὸν λüφο τῆς χÜριτüς της, εὐλογεῖ τὴν πüλη μας
καὶ τὴν προστατεýει.
Τὰ
ἐγκþμια ποὺ ψÜλλονται κÜθε χρüνο, τὴν Κυριακὴ πρὸ
τῆς Ἑορτῆς τῆς ΚοιμÞσεως τῆς Θεοτüκου, στÞν
ὡς εἴρηται ἹερÜ ΜονÞ, εἶναι γραμμÝνα ἀπὸ
ἹερÜρχη σεπτü, «ἄνθρωπον
ζÞλῳ θεßῳ πεπυρωμÝνον καὶ ἀρετῇ βßου κεκοσμημÝνον»,
τὸν Ἐπßσκοπο Παλαιῶν Πατρῶν Διονýσιο, ὁ
ὁποῖος ἐγκατεβßωσε στὴν ἱερÜ τῆς Παναγßας μας
μÜνδρα, ἄνωθεν τῆς μεγαλουπüλεως τῶν Πατρῶν. Δὲν
εἶναι κεßμενο πρüσφατο, τῶν τελευταßων ἐτῶν δηλαδÞ,
ἀλλὰ συνετÜγη, ἐν κατανýξει ψυχῆς καὶ ἐν
εὐλαβεßᾳ μεγÜλῃ ἀπὸ τὸν, ὡς ἄνω,
σεπτὸν τῶν Πατρῶν ἹερÜρχη, τὸ ἔτος 1541 μ.Χ. καὶ διεσþζετο στὴν ΒιβλιοθÞκη
τῆς ΔημητσÜνης, ὅπου καὶ ἐνευρÝθη, γιὰ νὰ
ἀξιοποιηθῇ δεüντως, ὄχι μüνο ὡς ὕμνος
ἐγκωμιαστικὸς, ἀλλÜ καὶ ὡς ἱκετÞριος
κραυγὴ πρὸς τὴν ΓηροκομÞτισσα, γλυκυτÜτη ΜητÝρα μας.
Ὁ
ἀοßδιμος προκÜτοχος ἡμῶν, κυρὸς Νικüδημος, κατüπιν
μικρᾶς ἐπεξεργασßας τοῦ ποιÞματος, ἐξÝδωκε τὰ
ἐγκþμια σὲ εἰδικὸ φυλλÜδιο, τü πρῶτον, τü
ἔτος 1997 καὶ ὥρισε νὰ ψÜλλωνται στὸ ΜοναστÞρι
τῆς Παναγßας μας, τÞν ΚυριακÞ πρü τῆς Ἑορτῆς τῆς
ΚοιμÞσεþς της.
Γνωρßζομε
ὅτι τὴν ἀποκλειστικüτητα, ὡς πρὸς τὰ Ἐγκþμια,
τὴν ἔχει ὁ ἘπιτÜφιος Θρῆνος, ποὺ ψÜλλεται κατÜ
τüν Ὄρθρο τοῦ ΜεγÜλου ΣαββÜτου, εἰς τοὺς
Ἱεροὺς Ναοýς. Ὅμως ἡ περßπτωση τῶν Ἐγκωμßων,
τοῦ Ἐπιταφßου Ὕμνου δηλαδÞ, τῆς Γηροκομιτßσσης,
εἶναι τελεßως διαφορετικÞ γιὰ τοὺς λüγους ποὺ
ἀναφÝραμε προηγουμÝνως καὶ γιÜ τοῦτο ὄχι
ἁπλῶς ἐσυνεχßσαμε τὴν ὡραßα αὐτὴ
παρÜδοση καὶ θὰ τὴν συνεχßζωμε, ἀλλὰ
ἐφροντßσαμε λαμπροτÝρα ἡ σýναξη νÜ τελῆται καὶ ἡ
συμμετοχὴ τοῦ Λαοῦ ἀθρüα νὰ καταστῇ πρὸς
τιμὴν τῆς ὑπερευλογημÝνης Δεσποßνης ἡμῶν Θεοτüκου
καὶ ἀειπαρθÝνου Μαρßας. Ἔτσι ἡ ἡμÝρα τῶν
Ἐγκωμßων, στü ΜοναστÞρι τῆς Γηροκομιτßσσης, ἁμιλλᾶται
εἰς αἴγλην, κατÜ τÜ τελευταῖα ἔτη καß εἰς
συμμετοχÞν Λαοῦ, τÞν πανÞγυριν τῆς 15ης Αὐγοýστου.
Εἶμαι
βÝβαιος ὅτι καὶ ἐφÝτος κατὰ τὴν Ἀκολουθßα
τῶν Ἐγκωμßων, τὰ πλÞθη τῶν ΠατρÝων, θὰ
κατακλýσουν τὸν Ναü τῆς ὙπερευλογημÝνης ΔÝσποινας τοῦ
κüσμου καὶ τὴν ἱερὰ μÜνδρα της, τὸ πανσεβÜσμιο δηλαδÞ
ΜοναστÞρι της καὶ ἱκετευτικὰ θὰ σταθοῦν
ἐνþπιον τῆς χαριτοβρýτου Εἰκüνος της, γιὰ νὰ
τὴν ἐγκωμιÜσουν μετὰ τῶν ἈγγÝλων καὶ
τῶν Ἁγßων του Θεοῦ.
Εἶμαι
πεπεισμÝνος, ὅτι πληθὺς εὐλαβῶν Χριστιανῶν,
πρεσβýτεροι μετὰ νεωτÝρων, νεανßσκοι καὶ παρθÝνοι καὶ στüματα
νηπßων καß θηλαζüντων, αἶνον θὰ καταρτßσουν, συνῳδÜ τῷ
Γαβριὴλ καὶ τῷ μακαριστῷ Μητροπολßτῃ
Παλαιῶν Πατρῶν Διονυσßῳ, ἐγκωμιÜζοντες «τὴν
τῶν οὐρανῶν ΠλατυτÝραν».
Εἶμαι
ἀκüμα βÝβαιος, ὅτι κατὰ τὴν ὥρα ποὺ
θὰ λιτανεýωμε τὴν, ἐκπÜγλου οὐρανßου χÜριτος παναγßα
μορφÞ τῆς ΠανÜγνου Κüρης, θὰ βιþσωμε ἐσωτερικὸ
ἱερὸ συγκλονισμü, ἱερὰ συγκßνηση καὶ ἄφατο
δÝος, ὁρῶντες τὴν εὐσÝβεια νὰ ξεχυλßζῃ
ἀπὸ τὶς καρδιὲς, ἐνῶ τὰ πλÞθη
τῶν πιστῶν, θÜ συνωστßζωνται, ὡς κατ’ ἔτος συμβαßνει,
προκειμÝνου νὰ ψαýσουν τὴν ἁγßα της Εἰκüνα,
βασταζομÝνην εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ἩγουμÝνου
τῆς Μονῆς.
Σᾶς
προσκαλοῦμε καὶ ἐφÝτος, σ’αὐτὸ τὸ
οὐρÜνιο ἅμα καὶ ἐπßγειο πανηγýρι, ὅπου «τὰ
ἄνω τοῖς κÜτω συνεορτÜζει καὶ τὰ κÜτω τοῖς
ἄνω συνομιλεῖ», γιὰ νὰ πÜρωμε δýναμη, νὰ
ἀντλÞσωμε ἐλπßδα, νὰ ἑξασφαλßσωμε
ἐπιστηριγμὸν καὶ βεβαßαν ἐνßσχυση στὴν τüσο
δýσκολη πορεßα μας.
Σᾶς
παρακαλοῦμε νὰ ἀνηφορßσετε στὸν ἱερὸ λüφο,
ὅπου τῆς Παναγßας μας τὸ ΜοναστÞρι καὶ προσκýνημα∙
νὰ ἀνÝλθετε εἰς τὸ «ὄρος» τῆς Μεγαλüχαρης Γηροκομιτßσσης καὶ νὰ ἑνþσετε τὴν
παρακλητικὴ φωνÞ σας μὲ τὴν ἱκεσßα καß τÞν δÝηση τοῦ
Ἐπισκüπου σας καß τῶν ΠατÝρων τῆς Μονῆς τÞν
προσευχητικÞ ἐπßκληση.
·
ΓιÜ τüν κüσμο ὅλο, ὁ
ὁποῖος εὑρßσκεται σÝ φοβερÞ δßνη και φρικτÞ σκοτοδßνη,
ἐξ’ αἰτßας τῶν πολλῶν ἁμαρτιῶν καß
τῆς μεγÜλης ἀποστασßας ἀπü τüν Θεü.
·
ΓιÜ τÞν Πατρßδα μας, ἡ
ὁποßα, ὑποφÝρει ὡς μÞ ὤφελεν, κρßμασιν οἷς
οἶδεν ὁ Θεüς, καß ἡ ὁποßα ἐναγωνßως ἀναζητεῖ
ἔξοδο ἀπü τÞν κρßση καß τÞν ἀπελπισßα, ποý ὡς ἕνα
ἀπαßσιο νÝφος ἐπικÜθησαν στüν οὐρανü της.
·
ΓιÜ τü γÝνος μας γενικῶς, τü
ὁποῖο ἔχασε, πρüς καιρüν πιστεýομε, τÞν πνευματικÞ του πυξßδα,
υἱοθετÞσαν ἀλλüτρια καß ξÝνα πρüτυπα ζωῆς, μακρÜν τῶν
ὑπü τοῦ Θεοῦ παραδεδομÝνων καß ὑπü τῶν
ἐτῶν δοκιμασμÝνων ἱερῶν ἀληθειῶν καß
ἀξιῶν.
·
ΓιÜ τοýς ἔχοντας στÜ χεριÜ τους τßς τῦχες
τῆς χþρας μας,
ὥστε:
α) ΝÜ τοýς φωτßζῃ ὁ Θεüς,
προκειμÝνου νÜ ἐπιλÝγουν κÜθε φορÜ τÜ συμφÝροντα καß πρüσφορα γιÜ τüν
ταλαιπωρημÝνο Λαü μας μÝτρα, χωρßς νÜ δßδουν γῆ καß ὕδωρ, στοýς
ἐπιθυμοῦντας νÜ καταπßουν, ὡς λÝοντες, τÞν ἰκμÜδα αὐτοῦ
τοῦ εὐγενοῦς Λαοῦ.
β) ΝÜ εἶναι ἕτοιμοι
ἀνÜ πᾶσαν στιγμÞ, ὥστε νÜ ὑψþνουν φωνÞ, ὑπÝρ
τῶν ἀδικουμÝνων καß καταπονουμÝνων ἀπü τÜ δυσβÜστακτα βÜρη
ποý συνεχῶς ἐπιβÜλλουν οἱ δανειστÝς μας καß δυνÜστες μας
Εὐρωπαῖοι καß τÜ ὁποῖα καθημερινῶς, ὅλο καß
περισσüτερο, πιÝζουν καß γονατßζουν μικροýς καß μεγÜλους.
γ) ΝÜ ὑπερασπßζωνται,
ἑπüμενοι ταῖς θυσßαις τῶν ἀγωνιστῶν ὑπÝρ
πßστεως καß πατρßδος, τÜ ἱερÜ καß ὅσια τῆς φυλῆς μας
καß τÞν ἐθνικÞ μας ἀκεραιüτητα καß ἀνεξαρτησßα, τÞν
ὁποßα μÝ τÞν θαυμαστÞ προστασßας τῆς Παναγßας μας, ὡς
ὙπερμÜχου Στρατηγοῦ, ἐπιτýχαμε.
·
ΓιÜ τÜ παιδιÜ μας, ποý
βασανßζονται σÝ ἕνα κüσμο, πνευματικÜ γηρασμÝνο καß πολιτιστικÜ
πτωχευμÝνο, προκειμÝνου νÜ βροῦν τÞν πορεßα τους. Ποý ὑποφÝρουν ἀπü
ἀνεργßα, ἀπü ἔλλειψη ὁρÜματος στÞν ζωÞ καß ἀπü
τÞν ἀβεβαιüτητα γιÜ τü μÝλλον, ἀφοῦ τü σýστημα, ὅπως «ἐν
ἁμαρτßαις πολλαῖς» διεμορφþθη, ἐτσÜκισε τÜ φτερÜ τους καß τÜ
κατÞντησε νυκτωμÝνους στρατοκüπους ἀποστασμÝνων ἤ τü χειρüτερο
σβημÝνων ἐλπßδων.
ΝÜ φωτßσῃ
Κýριος ὁ Θεüς τοýς νÝους μας, ὥστε διÜ πρεσβειῶν τῆς
Παναγßας μας, νÜ κατανοÞσουν ὅτι ἡ ζωÞ ἔχει ἀξßα μüνο ὅταν
ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἑνωμÝνος μÝ τüν Θεü, ὅταν ἔχῃ
ἐμπιστοσýνη στÞν Ἐκκλησßα ποý εἶναι ἡ μεγÜλη καß
φιλüστοργη μÜνα μας, ὅταν ἡ ὅλη μας βιοτÞ εἶναι ἐμπνευσμÝνη
ἀπü τßς πνευματικÝς ἀξßες ποý κρÜτησαν ὄρθιο αὐτü τüν
τüπο ἐπß τüσους αἰῶνες.
ΝÜ ἀντιληφθοῦν,
ὅτι χρειÜζεται ἀγῶνας καß ἀντßσταση γιÜ νÜ ἐπιτευχθοῦν
τÜ ἀγαθÜ τῆς ζωῆς καß νÜ διασωθῇ ἡ ἀξιοπρÝπεια
καß τü «κατ’ εἰκüνα καß καθ’ ὁμοßωσιν
Θεοῦ», τοῦ ἀνθρωπßνου προσþπου.
·
ΓιÜ τÞν πüλη μας, τÞν ΠÜτρα, τÞν ὁποßα
τüσο ἀγÜπησε ὁ Θεüς καß γιÜ τüν φωτισμü της καß τÞν σωτηρßα της, ἔστειλε
τüν Πρωτüκλητο Ἀπüστολü Του, ὁ ὁποῖος ὄχι μüνο ἐδßδαξε,
ἀλλÜ καß μαρτυρικü θÜνατο ὑπÝστη ἐπß τοῦ Χιαστοῦ
Σταυροῦ, πορφυρþσας μÝ τü αἷμα του τüν εὐλογημÝνο τüπο μας.
ΝÜ παρακαλÝσωμε
γιÜ τÞν πüλη μας, μÝ τÜ τüσα καß τÝτοια προβλÞματα, ποý ὅλους ὅσοι
τÞν ἀγαπᾶμε δÝν μᾶς ἀφÞνουν «νÜ δþσωμε ὕπνον τοῖς
ὀφθαλμοῖς ἡμῶν καß τοῖς βλεφÜροις ἡμῶν
νυσταγμüν» καß τÜ ὁποῖα δÝν θÜ κατωνομÜσωμε, οὔτε θÜ ἀπαριθμßσωμε
τþρα, προκειμÝνου οὐδÝνα νÜ στενοχωρÞσωμε.
·
ΝÜ ἱκετεýσωμε γιÜ αὐτüν τüν τüπο, ποý, παρÜ
τÞν τüση ὀμορφιÜ του καß τÜ δῶρα τοῦ Θεοῦ, ἀντιμετωπßζει
τüσες δυσκολßες, γεýεται πολλÝς ἀδικßες καß δοκιμÜζει, πολλÜκις, πüνο δυσβÜστακτο
καß μεγÜλο.
Καß καθþς
μεταφÝρομαι, νοερῶς στßς αὐλÝς τῆς Γηροκομιτßσσης, ἤδη
βιþνω τßς συγκλονιστικÝς στιγμÝς καß τü ξÝσπασμα τῆς εὐλαβεßας σας ἀδελφοß,
τÞν ὥρα ποý λιτανεýεται ἡ μορφÞ τῆς ΠανακηρÜτου καß ΠανÜγνου
Κüρης καß εἴτε ἐν ἐγρηγüρσει, εἴτε ἐν ἐκστÜσει,
ἀκοýω τÜ πλÞθη τῶν εὐσεβῶν ὅπου γῆς καß τÞν
κτßση ὁλüκληρη, νÜ ἑνþνουν μαζß σας τÞν βαθειÜ τους ἱκεσßα καß
φωνῇ λιγυρᾷ νÜ προσφθÝγγωνται πρüς τÞν ΓοργοεπÞκοο, τÞν Ἐλεοῦσα,
τÞν Γλυκοφιλοῦσα, τÞν ΠαντÜνασσα καß Γηροκομßτισσα:
«Ἆρον σου τÜ ὄμματα ΜαριÜμ
καß ἴδε εὐσπλÜχνως, τοýς εἰκüνι
σου τῇ σεπτῇ,
παρεστῶτας Κüρη καß σÝ παρακαλοῦντας
καß πλÞρωσον αἰτÞσεις, τοýτων
Πανýμνητε».
|
|
|