«ΔΡΑΞΑΣΘΕ
ΠΑΙΔΕΙΑΣ...»
Τοῦ ΣεβασμιωτÜτου Μητροπολßτου Πατρῶν
κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΜÝ χαρÜ καß συγκßνηση βρεθÞκαμε καß πÜλι ἐφÝτος στÜ Σχολεῖα μÝ τÞν ἀπαρχÞ τῆς νÝας σχολικῆς χρονιᾶς. ΓÝμισαν τÜ προαýλια μÝ ἁγνÝς παιδικÝς φωνÝς, ποý δßνουν αἰσιοδοξßα καß ἐλπßδα, καθþς ζοῦμε σÝ μιÜ δýσκολη ἐποχÞ καß πονεμÝνη κοινωνßα.
Οἱ Γονεῖς κοντÜ στÜ παιδιÜ
τους, ἔβλεπαν τÜ βλαστÜρια τους γεμᾶτα ζωÞ, νÜ μετÝχουν στÞν τελετÞ τοῦ Ἁγιασμοῦ καß στÞν συνÝχεια νÜ δßνουν στü χῶρο νüημα, νÜ ὀμορφαßνουν τÜ πÜντα μÝ τÞν ὡραßα καß ἁγνÞ παρουσßα τους.
Ἡ παρουσßα τῶν ΔασκÜλων, ἐπßσης, ἐξüχως συγκινητικÞ. Ἄνθρωποι ποý ἀγωνßζονται κÜθε ἡμÝρα κÜνοντας κατÜθεση ψυχῆς, προκειμÝνου νÜ καλλιεργÞσουν τÜ παιδιÜ, παρÝχοντας ὄχι μüνο κοσμικÞ γνþση καß σοφßα, ἀλλÜ καß τÞν δυνατüτητα νÜ γßνουν ἐλεýθερες προσωπικüτητες, ἄνθρωποι καταξιωμÝνοι.
Ὁ ἀγþνας αὐτüς εἶναι ὄντως δýσκολος καß ἀπαιτεῖ ὑπομονÞ,
δýναμη ψυχῆς, ἀγÜπη,
ταπεßνωση.
Ὅμως, ὅλους μας αὐτÝς τßς ἡμÝρες, ἀλλÜ καß πÜντοτε, μᾶς συνÝχουν σκÝψεις δυνατÝς, οἱ ὁποῖες ἔχουν σχÝση μÝ τÜ θÝματα τῆς παιδεßας. ΜÝ τßς δυσκολßες, ἀλλÜ καß τü εἶδος τῆς παιδεßας ποý παρÝχεται στÜ παιδιÜ μας.
Ἡ παιδεßα εἶναι ἡ διαδικασßα ἀνÜπτυξης τῆς προσωπικüτητος τοῦ ἀνθρþπου, μÝσα ἀπü τü πνεῦμα τῆς ἐλευθερßας, τῆς ἀγÜπης καß τῆς ταπεßνωσης, ὥστε νÜ διασωθῇ τü «κατ’ εἰκüνα» καß νÜ ἐπιτευχθῆ τü «καθ’ ὁμοßωσιν Θεοῦ». ΔÝν εἶναι μüνο ἡ παροχÞ γνþσεων, ἀλλÜ ἡ καλλιÝργεια σýνολης τῆς προσωπικüτητος τοῦ ἀνθρþπου. ΔÝν μιλᾶμε γιÜ μιÜ ἀνθρþπινη παιδεßα, ἡ ὁποßα ἔχει ὡς κÝντρο της τÞν ψυχρÞ
λογικÞ, ἀλλÜ γιÜ μιÜ θεανθρþπινη παιδεßα, ὅπως τÞν ἀποκαλοῦν οἱ ΠατÝρες τῆς Ἐκκλησßας.
Γι’ αὐτü καß εἶναι αὐστηρüς ὁ
λüγος τοῦ Θεοῦ: «ΔρÜξασθε παιδεßας, μÞποτε ὀργισθῇ Κýριος».
Δυστυχῶς τÜ τελευταῖα χρüνια ἡ παιδεßα στÞν Πατρßδα μας, ἀντιμετωπßζει πλεῖστα προβλÞματα καß τü ἐκπαιδευτικü μας σýστημα πÜσχει.
Αὐτü ὀφεßλεται κυρßως στü ὅτι θελÞσαμε νÜ προσφÝρωμε μιÜ παιδεßα στεῖρα, ἄγονη, ἄσχετη μÝ τÞν ὅλη δομÞ τῆς κοινωνßας μας, ἀλλÜ καß μÝ τÞν ψυχοσýνθεση τοῦ Ἕλληνα.
ΘελÞσαμε νÜ φτιÜξωμε τεχνοκρÜτες καß βασιστÞκαμε στÞν ψυχρÞ λογικÞ, καταργþντας τÞν ἐσωτερικÞ εὐαισθησßα καß τü συναßσθημα, ποý ὀμορφαßνουν καß γλυκαßνουν τÞν ζωÞ.
ΚαταστρÝψαμε τÞν γλῶσσα μας, ἡ ὁποßα διεκρßνεται γιÜ τÞν μοναδικüτητα, τÞν ποιüτητÜ
της, τÞν ἀκρßβεια ἐκφρÜσεως τῶν νοημÜτων καß ἐννοιῶν καß τÞν πνευματικüτητÜ της.
ΠειραματιστÞκαμε καß πειραματιζüμεθα συνεχῶς ἐναλÜσσοντας τÜ παιδαγωγικÜ
συστÞματα καß τßς διδακτικÝς μεθüδους, σÜν τÜ πουκÜμισα, ἀνÜλογα μÝ τÞν ἰδεολογßα τῶν ἑκÜστοτε Κυβερνþντων. ΔÝν διδαχτÞκαμε ποτÝ ἀπü τÞν σταθερüτητα πορεßας, πÜνω στÜ θÝματα παιδεßας, ἡ ὁποßα ἐφαρμüζεται στßς εὐρωπαúκÝς καß ἄλλες χῶρες.
ἈποσυνδÝσαμε τÞν παιδεßα ἀπü ὅ,τι ἔχει σχÝση μÝ τÞν ἰδιοπροσωπßα μας, τÞν ἰδιαßτερη ψυχολογßα μας, τÞν πνευματικÞ μας ταυτüτητα, τÞν ἱστορßα καß τÞν πορεßα τοῦ Ἔθνους μας, τÞν παρÜδοσÞ μας καß τÞν θρησκεßα μας. ΣÝ κανÝνα
κρÜτος δÝν παρατηρεῖται αὐτÞ ἡ σπουδÞ, ἡ ξενομανßα, ἡ προχειρüτης, ὡς πρüς τüν χειρισμü τÝτοιων
θεμÜτων. Οἱ πολιτισμÝνοι λαοß καυχῶνται γιÜ τÞν πνευματικÞ τους κληρονομιÜ καß τÞν χρησιμοποιοῦν ὡς βÜση γιÜ νÜ προχωρÞσουν, ἀξιοποιþντας συγχρüνως καß ὅλα τÜ θετικÜ στοιχεῖα, τÜ ὁποῖα προκýπτουν ἀπü τÞν συναναστροφÞ μÝ ἄλλους λαοýς καß πολιτισμοýς καß ἐφαρμüζοντας παρÜλληλα σýγχρονα παιδαγωγικÜ
συστÞματα.
Ἐμεῖς γκρεμßσαμε αὐτü τü πνευματικü βÜθρο, τü ὁποῖο ἦταν ἡ βÜση, ἡ δýναμÞ μας καß ἡ ἀσπßδα μας,
προκειμÝνου νÜ προχωρÞσωμε ἀξιοποιþντας καινοýργιες γνþσεις καß νÝα «ἐργαλεῖα», ὅπως ἀρÝσκονται νÜ λÝνε, οἱ ἐνασχολοýμενοι μÝ τü ζÞτημα.
ΛÜβαμε ὑπ’ ὄψη μας, τß ἐνοχλεῖ τοýς ἄλλους, ὅσους δÝν μᾶς ἀγαπᾶνε καß ἔχουν λüγους νÜ ἐπιμÝνουν στü γκρÝμισμα τῆς δικῆς μας πνευματικῆς πολιτιστικῆς κληρονομιᾶς καß φανÞκαμε περισσüτερο «εὐγενεῖς» καß «ὑπÜκουοι» σÝ ξÝνα «συμφÝροντα καß ὑποδεßξεις». ΑὐτÞ ἡ
«εὐαισθησßα» μας, μᾶς ὁδÞγησε νÜ ἀφαιρÝσωμε ἀπü τüν τßτλο τοῦ ἁρμοδßου Ὑπουργεßου τüν ὅρο «Ἐθνικῆς Παιδεßας», γιατß ἡ παρεχομÝνη
«γνþση» εἶναι... «ὑπερεθνικÞ»! Αὐτü τü σκεπτικü εἶχε ὡς συνÝπεια τÞν διαστρÝβλωση καß παραχÜραξη τῆς ἱστορßας μας, μÝ ἀποτÝλεσμα νÜ ἀμβλυνθῇ τÜ μÝγιστα τü ἐθνικü συναßσθημα τῶν νεοελλÞνων. Ὅσο γιÜ τü μÜθημα τῶν θρησκευτικῶν στÜ Σχολεῖα, τÜ πρÜγματα εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστÜ καß βοοῦν ἀπü μüνα τους. ΚατασυκοφαντÞθηκε, «κατακρεουργÞθηκε»,
πολεμÞθηκε καß ἐπιδιþκεται κατÜ καιροýς ὁ ἐξοβολισμüς του, ἀφοῦ ἔτσι ἐπιτÜσσει ἡ νÝα ἐποχÞ καß ἡ νÝα τÜξη πραγμÜτων. ΦτÜσαμε στü σημεῖο, νÜ θεωροῦμε ἐντροπÞ μας, τÞν ὁρολογßα ὅτι ἕνας εἶναι ὁ ἀληθινüς Θεüς καß διÜ τῆς Ἐκκλησßας ἐπιτυγχÜνεται, ἐν τῇ ἐλευθερßᾳ τοῦ προσþπου, ὁ τελικüς σκοπüς τοῦ ἀνθρþπου ποý εἶναι, ἡ ὑπÝρβαση τῆς φθαρτüτητος καß θνητüτητος καß ἡ κοινωνßα του μÝ τüν Θεü. ΠρÝπει «ὁπωσδÞποτε» νÜ ἐπιβληθῇ τü συγκριτιστικü πνεῦμα διδασκαλßας, ὥστε μÝσα ἀπü τÞν πνευματικÞ ἰσοπÝδωση, νÜ ἐπÝλθῃ σýγχυση φρενῶν στÜ παιδιÜ, τÜ ὁποῖα πλÝον θÜ βαδßζουν χωρßς πνευματικÜ ἐρεßσματα καß ἐσωτερικοýς πνευματικοýς στüχους.
Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κÜποια φορÜ μοῦ εἶπε ὁ Μακαριστüς Ἀρχιεπßσκοπος Χριστüδουλος, σÝ μιÜ συζÞτηση πÜνω σ’ αὐτÜ τÜ θÝματα, στÞν Ἀρχιγραμματεßα τῆς Ἱερᾶς Συνüδου. «ΠÜτερ μου, ἄν συνεχßσουν ἔτσι τÜ πρÜγματα καß δÝν ἀντισταθοῦμε σ’ αὐτüν τüν κατÞφορο, θÜ δυσκολευþμαστε σÝ λßγα χρüνια νÜ βρßσκωμε ἀκüμα καß Γραμματεῖς τῆς Ἱερᾶς Συνüδου, ἀνθρþπους νÜ ξÝρουν γρÜμματα καß νÜ μποροῦν νÜ ἀνταποκριθοῦν στßς ἀπαιτÞσεις τῆς Ὑπηρεσßας, ὄχι γιατß θÜ φταῖνε τÜ παιδιÜ, ἀλλÜ τü σýστημα, τü ὁποῖο δÝν παρÝχει
πλÝον τßς ἀπαιτοýμενες γνþσεις στοýς μαθητÝς». Πüσο δßκηο εἶχε ὁ Ἀοßδιμος! ΤÜ ἀποτελÝσματα εἶναι ἤδη ὁρατÜ στÞν Πατρßδα μας. Ὁ καθηγητÞς κ. Μπαμπινιþτης ἔχει μιλÞσει γιÜ λεξιπενßα κ.λ.π.
Ὅσοι εἴχαμε τÞν εὐλογßα ἀπü τüν Θεü νÜ μαθητεýσωμε στÜ Σχολεῖα σÝ καιροýς ποý μÜθαιναν τÜ παιδιÜ
«γρÜμματα», θλιβüμεθα γιÜ τÞν κατÜσταση στÞν ὁποßα ἔχει περιÝλθει ἡ
παιδεßα στÞν χþρα μας. Ἀκüμα περισσüτερο πονᾶμε, ὅσοι εἴχαμε τÞν ἀγαθÞ τýχη, νÜ διδÜξωμε στÜ Σχολεῖα σÝ ἐποχÝς ποý εἴχαμε τÞν δυνατüτητα, ἀλλÜ καß τü ἐκπαιδευτικü σýστημα μᾶς βοηθοῦσε, νÜ ἐργασθοῦμε σωστÜ καß συστηματικÜ στüν χῶρο τῆς Ἐκπαßδευσης.
Ὅλα αὐτÜ τÜ γνωρßζομε ὅλοι, εἶναι κοινÝς
διαπιστþσεις. Ὅμως δÝν ἔχει θÝση στÞν καρδιÜ
μας ἡ ἀπαισιοδοξßα. Εἴμεθα βÝβαιοι, ὅτι ὅλη αὐτÞ «ἡ ἁμαρτωλÞ δρÜση» εἰς βÜρος τῆς παιδεßας τῆς Πατρßδος μας, ὅλη αὐτÞ ἡ διÜλυση στü χῶρο τῆς Ἐκπαιδεýσης, θÜ φÝρῃ τÞν ἀντßδραση καß τü ὕδωρ τοῦ ποταμοῦ θÜ βρῇ τÞν κοßτη καß τüν τüν ροῦν του.
Βεβαßως δÝν ἀγνοοῦμε, ὅτι «γιÜ νÜ γυρßσῃ ὁ ἥλιος θÝλει δουλειÜ πολλÞ». Ὅμως ἔχομε τÞν βεβαιüτητα καß τÞν πßστη ὅτι:
α) Ὁ
Θεüς δÝν θÜ ἐγκαταλεßψῃ τüν τüπο
μας, τÞν Πατρßδα μας, παρÜ τÜ ὅποια ἁμαρτÞματα καß ἀτοπÞματÜ μας. ΜÝσα ἀπü τü παιδαγωγικü του σχÝδιο, θÜ μᾶς ἐλεÞσῃ, ὥστε νÜ ἐξÝλθωμε εἰς ἀναψυχÞν.
β) Τü σκαρß τοῦ Ἕλληνα, ἔχει μιÜ ἰδιαιτερüτητα καß μεγÜλη ἀντοχÞ. ὙπÜρχουν τÜ πνευματικÜ ἀποθÝματα, τÜ ὁποῖα βοηθοῦν, ὥστε νÜ ξεπεραστοῦν οἱ ὁποιεσδÞποτε δυσκολßες καß κρßσεις. Οἱ Η/Υ δÝν ἀναγνωρßζουν ὅ,τιδÞποτε εἶναι ἀσýμβατο μÝ τÜ δεδομÝνα τους. Ὁ ψυχικüς κüσμος τοῦ Ἕλληνα εἶναι ἕνας παρÜξενος ὑπολογιστÞς, ὁ ὁποῖος ὁ,τιδÞποτε δÝν εἶναι πνευματικÜ συμβατü μÝ τü δικü του πνευματικü DNΑ, δÝν τü ἀναγνωρßζει καß τü ἀποβÜλλει, ὡς ἐπικßνδυνο γιÜ τÞν ὑπüστασÞ του. ΘÜ ἔλθῃ, λοιπüν, ἡ στιγμÞ ποý αὐτü τü ἰδιüτυπο καß μÝ ἀκρßβεια κατασκευασμÝνο, πνευματικü λογισμικü, θÜ ἀποβÜλῃ ὅποιο ξÝνο σῶμα ἔχει παρεισφρÞσει καß τοῦ δημιουργεῖ πρüβλημα στÞν λειτουργßα του.
γ) Εὐελπιστοῦμε, ὅτι ἀπü τÞν τωρινÞ ἡγεσßα τοῦ Ὑπουργεßου Παιδεßας, ΘρησκευμÜτων κ.λ.π., θÜ καταβληθῇ κÜθε
δυνατÞ προσπÜθεια, προκειμÝνου τü ὅλο σýστημα νÜ ἐξυγιανθῇ καß νÜ λυτρωθῇ, ὥστε νÜ ἀνατεßλουν καλýτερες ἡμÝρες. Τü πιστεýομε αὐτü,
γιατß ἡ συσσωρευμÝνη πικρÞ ἐμπειρßα τοῦ παρελθüντος, παρÝχει ἰσχυρÜ ἐχÝγγυα γιÜ τÞν διüρθωση τῶν ἡμαρτημÝνων.
δ) ΠροσβλÝπομε μÝ χρηστÝς ἐλπßδες στοýς καλοýς, συνετοýς, συνεπεῖς καß εὐσυνειδÞτους Ἐκπαιδευτικοýς, ὅλων τῶν βαθμßδων. Ὁ ΔÜσκαλος κÜνει κατÜθεση ψυχῆς. Ἔχει τüση
δýναμη, ὥστε μπορεῖ ποτÜμια μεγÜλα νÜ ἀναστρÝψῃ, ἀφοῦ ὁ λüγος του ἔχει μεγÜλη ἀπÞχηση στÞν ψυχÞ τῶν παιδιῶν. Ὑπολογßζωμε, ἐπαναλαμβÜνω, στοýς εὐσυνειδÞτους Ἐκπαιδευτικοýς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν βαθειÜ συναßσθηση τῆς ἀποστολῆς καß τοῦ λειτουργÞματüς τους, ἀλλÜ καß τῆς ἰδιοπροσωπßας τοῦ τüπου μας καß τοῦ Λαοῦ μας. Γνωρßζομε ὅτι ὑπÜρχουν, ὅπως σÝ ὅλα τÜ λειτουργÞματα καß οἱ ἐπιλÞσμονες τοῦ χρÝους των. Αὐτοýς τοýς παραδßδομε στÞν κρßση τοῦ Θεοῦ, τοῦ Λαοῦ καß τῆς ἀδεκÜστου ἱστορßας.
ε) Στοýς Γονεῖς τῶν παιδιῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν τÞν σýνολη καλλιÝργεια τῶν παιδιῶν τους καß τÞν καταξßωσÞ τους ὡς ἐλευθÝρων καß ὑπευθýνων προσωπικοτÞτων. ΣτÝλνουν τÜ παιδιÜ τους στü Σχολεῖο, γιÜ νÜ ἀποκτÞσουν μüρφωση καß παιδεßα ἐσωτερικÞ, ἀνθρωποκεντρικÞ καß ἙλληνικÞ, βασισμÝνη στÜ ζþπυρα τῆς Πßστεως μας καß τοῦ ΓÝνους μας. ΔÝν θÝλουν νÜ χÜσουν τÜ παιδιÜ
τους ἀνÜμεσα σÝ θεωρßες, οἱ ὁποῖες κατασκευÜζουν ψυχρÝς ὑπÜρξεις, χωρßς
συναισθÞματα καß πνευματικÝς προοπτικÝς. Ἡ ἀνοχÞ σÝ μιÜ τÝτοια κατÜσταση, μüνο πνευματικÜ ναυÜγια ἐπÝφερε καß ἡ ἐμμονÞ σ’ αὐτÞ πνευματικÜ ἐρεßπια θÜ δημιουργÞσῃ.
στ) ΣτÜ ἴδια τÜ παιδιÜ. Ἀπü αὐτÜ θÜ προÝλθῃ ἡ ἀληθινÞ, ἡ οὐσιαστικÞ ἐπανÜσταση, ἐναντßον κÜθε προσπαθεßας, ἡ ὁποßα ἐπιβουλεýεται τüν πνευματικü μας πλοῦτο καß τÞν πνευματικÞ μας ὑπüσταση. Μπορεῖ πρüς καιρüν νÜ τοýς γκρÝμισαν τÜ ὄνειρα καß νÜ τοýς προσÝφεραν τßς εὔκολες λýσεις καß τüν εὔκολο τρüπο ζωῆς, τÞν «εὔκολη» μÜθηση καß τÞν ξÝνη μÝ τßς πνευματικÝς μας ρßζες παιδεßα, ἀλλÜ ἡ
καρδιÜ τῶν παιδιῶν μας ποý ἔχει τÞν δικÞ
της λογικÞ, θÜ ἀναγνωρßσῃ, ὅτι ὁ «εὔκολος»
δρüμος καß οἱ «φτηνÝς» λýσεις δÝν τοýς ταιριÜζουν, γιατß δÝν ἐμπνÝουν γιÜ οὐσιαστικοýς ἀγῶνες καß γιÜ τüν ἡρωúσμü καß τÞν καταξßωση, ποý ἐπιζητεῖ ἡ νεανικÞ ψυχÞ.
Ἐμεῖς ὡς Ἐκκλησßα, ἀγωνιζüμεθα καß θÜ ἀγωνιστοῦμε, ὥστε νÜ βοηθÞσωμε γιÜ τÞν εὐüδωση κÜθε καλῆς προσπαθεßας,
ἡ ὁποßα καταβÜλλεται στüν τüσο εὐαßσθητο χῶρο τῆς παιδεßας, εἴτε ἀπü πλευρᾶς Πολιτεßας, εἴτε ἀπü πλευρᾶς τῶν καλῶν μας Ἐκπαιδευτικῶν, τῶν ΓονÝων καß τῶν Μαθητῶν καß θÜ συντελÝσωμε,
«ὅση δýναμις ἡμῖν», πρüς τοῦτο.
Τοῦτο τü πρÜττομε κατÜ χρÝος ἱερü καß καθῆκον ἅγιο ἔναντι Θεοῦ καß ἀνθρþπων. Ἔναντι τοῦ παρελθüντος, τοῦ παρüντος καß τοῦ μÝλλοντος τῆς Πατρßδος μας, ἔχοντες ὑπ’ ὄψη μας τüν λüγο τοῦ Κυρßου, ὁ ὁποῖος ἀκοýεται τομþτερος, ὑπÝρ πᾶσαν μÜχαιραν. «ΔρÜξασθε παιδεßας, μÞποτε ὀργισθῇ Κýριος...».
ΚαλÞ δýναμη, ὑγεßα καß εὐλογßα παρÜ Θεοῦ στοýς Ἐκπαιδευτικοýς καß τοýς ΜαθητÜς ὅλων τῶν βαθμßδων γιÜ τÞν νÝα σχολικÞ χρονιÜ.
|
|
|