« Ἵνα ὦσιν ἕν...»

Ἡ πολυπüθητη Ἑνüτητα

 

 

 

 

   

το Σεβ. Μητροπολßτου Πατρν κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

 

Λßγο πρßν ἀνÝλθη στü Σταυρü ὁ Ἰησοῦς Χριστüς προσεýχεται γιÜ τÞν ἑνüτητα τῶν ἀνθρþπων, στüν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ. Ὁ Ἱερüς ΕὐαγγελιστÞς διασþζει τÜ λüγια τοῦ Κυρßου μας πρüς τüν ΟὐρÜνιο ΠατÝρα. «ΠÜτερ ἅγιε τÞρησον αὐτοýς ἐν τῷ ὀνüματß σου οὕς δÝδωκÜς μοι, ἵνα ὦσιν ἕν καθþς ἡμεῖς» (Ἰω. ιζ,11).

Ὡραῖο  πρᾶγμα καß ἐπιθυμητüν ἡ ἑνüτητα. Ὅλοι αἰσθανüμεθα, ὅτι πρÝπει νÜ εἴμεθα ἑνωμÝνοι μεταξý μας, γιÜ νÜ προοδεýωμε.

ἈλλÜ ἄς ἐξετÜσωμε σÝ βÜθος τü θÝμα αὐτü. ΓιÜ ποιÜ ἑνüτητα μιλÜει ὁ Ἰησοῦς Χριστüς; Πῶς ἐπιτυγχÜνεται αὐτÞ ἡ ἑνüτητα;

Πρüκειται γιÜ τÞν ἑνüτητα μÝ τÞν τρισσÞ ὑπüσταση.

1.      Ἑνüτητα ἀνÜμεσα στüν ἄνθρωπο καß τüν Θεü.

2.      Ἑνüτητα στüν ἐσωτερικü μας κüσμο.

3.      Ἑνüτητα μÝ τüν συνÜνθρωπü μας.

·                    Ὁ Θεüς εἶναι ὁ ΠατÝρας μας, ὁ Δημιουργüς μας. Εἶναι ἡ ρßζα, ἡ ζωÞ, ἡ ἀλÞθεια καß τü φῶς. Ἡ οὐσιαστικÞ χαρÜ καß εὐτυχßα εὑρßσκονται στÞν κοινωνßα μας μÝ τüν Τριαδικü Θεü. Οὐδεμßα πτυχÞ της ζωῆς μας ἔχει ἀξßα ἄν δÝν φωτßζεται καß διαποτßζεται ἀπü τÞν σχÝση μÝ τüν Θεü. Εἶναι σαφÝστατος ὁ Κυριακüς λüγος: «Ἐγþ εἰμß ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τÜ κλÞματα. Ὁ μÝνων ἐν ἐμοß κἀγþ ἐν αὐτῷ οὗτος φÝρει καρπüν πολýν ὅτι χωρßς ἐμοῦ οὐ δýνασθε ποιεῖν οὐδÝν...»(Ἰω. ιε,5). Ὅποιος δηλ. εἶναι ἐνωμÝνος μÝ τÞν ἄμπελο, μÝ τÞν ζωÞ, ζωογονεῖται καß ζωοποιεῖται καß καρποφορεῖ, βιþνει τÞν ἀγαλλßαση τοῦ οὐρανοῦ καß ἀπολαμβÜνει τῶν αἰωνßων χαρßτων καß δωρεῶν.

Ἀντßθετα ὅποιος ἀποκüπτεται ἀπü τÞν ἄμπελο ξηραßνεται, καταστρÝφεται, χÜνεται. «ἘÜν μÞ τις μεßνῃ ἐν ἐμοß ἐβλÞθη ἔξω ὡς τü κλῆμα καß ἐξηρÜνθη καß συνÜγουσιν αὐτÜ καß εἰς τü πῦρ βÜλλουσι καß καßεται» (Ἰω. ιε,6)

ΤÞν ἐνüτητα τοῦ ἀνθρþπου μÝ τüν Θεü διασπᾶ ἡ ἁμαρτßα. Ἡ κοινωνßα μÝ τüν οὐρÜνιο ΠατÝρα ἐπανακτᾶται μÝ τÞν μετÜνοια, διÜ τῆς ὁποßας καθαρßζεται ὁ ἄνθρωπος ἀπü τßς φθοροποιÝς ἐνÝργειες τῶν παθῶν καß φτÜνει, μÝσα ἀπü τÞν πνευματικÞ καß μυστηριακÞ ζωÞ στÞν θεωρßα τοῦ Θεοῦ. Τüτε ὁ ἑνωμÝνος μÝ τüν Θεü ἄνθρωπος, λειτουργεß ὡς ἐνÝργημα τοῦ Ἁγßου Πνεýματος καß ὄχι ὡς ἀτομικÞ ὕπαρξη, κατÜ τÞν χαρακτηριστικÞ ἁγιοπατερικÞ φρÜση.

·                    Ἡ κοινωνßα μÝ τü Θεü γλυκαßνει τÞν καρδιÜ, καθαρßζει τüν νοῦ, φωτßζει τüν ἄνθρωπο, ὥστε νÜ ἔχῃ τÞν ἑνüτητα τοῦ ἐσωτερικοῦ του κüσμου. Τü μεγαλýτερο πρüβλημα ποý ἀντιμετωπßζει ὁ ἄνθρωπος, εἶναι ἡ διÜσταση καß διÜσπαση τοῦ εἶναι του. Ὁ Ἅγιος Ἀπüστολος Παῦλος γρÜφει  χαρακτηριστικÜ: «ΒλÝπω δÝ ἕτερον νüμον ἐν τοῖς μÝλεσß μου, ἀντιστρατευüμενον τῷ νüμῳ τοῦ νοüς μου καὶ  αἰχμαλωτίζοντά με ἐν τῷ νόμῳ τῆς ἁμαρτίας τῷ ὄντι ἐν τοῖς μέλεσί μου (Ρωμ. ζ,23) καß ἀλλοῦ, «οὐ γὰρ ὃ θέλω τοῦτο πράσσω, ἀλλ᾿ ὃ μισῶ τοῦτο ποιῶ. ..» (Ρωμ. ζ,15).

Ἀντιλαμβανüμεθα ἀπὸ τὴν ρÞση αὐτὴ τοῦ οὐρανοβÜμονος Ἀποστüλου, ὅτι γßνεται ἐντὸς μας ἕνας διαρκÞς πüλεμος καὶ διÜ τοῦτο ἀπαιτεῖται συνεχὴς ἀγþνας. Ὁ ἀγþνας αὐτὸς εἶναι πολὺ σκληρὸς καὶ δýσκολος καὶ γι’ αὐτὸ χρειÜζεται, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ἀνθρþπινες δυνÜμεις καὶ προσπÜθειες, ἡ χÜρις καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Κυρßου.

Τὸ ὅτι σÞμερα ὑπÜρχουν ἄνθρωποι «δßψυχοι», διαταραγμÝνες προσωπικüτητες, καß διαπιστþνεται ἀπüσταση μεταξὺ θεωρßας καὶ πρÜξεως, λüγων καὶ ἔργων, ὀφεßλεται στὴν ἀδρÜνεια τῶν πνευματικῶν αἰσθητηρßων καß στÞν ἀδυναμßα τους, ἕνεκα τῶν φθοροποιῶν ἀλγηδüνων, νὰ συλλÜβουν τὸ μÞνυμα τοῦ οὐρανοῦ καὶ νÜ ἀνταποκριθοῦν θετικὰ στὴ χÜρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποßα πλουσßα ὑπÜρχει καὶ οὐδÝποτε μᾶς ἐγκατÝλειψε.

Ἡ ἔλλειψη ἐσωτερικῆς ἑνüτητος, δημιουργεῖ ταραχÞ, σýγχυση, λýπη στὴν ψυχὴ, ὡς ἀναφÝρουν οἱ ΠατÝρες τῆς Ἐκκλησßας, ἀπογοÞτευση, καὶ ρÞξη τῆς σχÝσεως τοῦ ἀνθρþπου,

·        Μὲ τὸν συνÜνθρωπü του.

Ἡ τρßτη αὐτὴ κατÜσταση εἶναι τὸ φρικτὸ ἀποτÝλεσμα τῶν δýο προηγουμÝνων βαθμßδων. Ὁ ἀκοινþνητος μὲ τὸν Θεü, γßνεται ἐγωιστὴς καὶ αὐτοεßδωλον. Ἐγκλωβßζεται στὰ τεßχη τῆς πνευματικῆς του ἀπομονþσεως καὶ βιþνει, χωρὶς κἄν νὰ τὸ ἀντιλαμβÜνεται, τὰ ἀποτελÝσματα τῆς «ἀλειτοýργητης» ζωῆς του, τῆς διασπÜσεως τοῦ ἐσωτερικοῦ του κüσμου καὶ τῆς φοβερᾶς σχιζοφρενικῆς μοναξιᾶς του. Ὅλοι οἱ ἄλλοι γι’ αὐτὸν εἶναι ἀπρüσωπες μονÜδες καὶ τοὺς ἀντιμετωπßζει, ὡς ὄντα τὰ ὁποῖα ὑποχρεοῦνται, νὰ ἀναγνωρßζουν τὴν δικÞ του «ἀπολυτüτητα». Ἔτσι ἔχει βυθιστεῖ στὸ «πῦρ τῆς κολÜσεως», ποὺ εἶναι ἡ δαιμονικὴ ἀπομüνωση. Οἱ ψυχολüγοι προσπαθοῦν μὲ «ἐπιστημονικὲς» θεωρßες, νὰ ἑρμηνεýσουν τὸ φαινüμενο αὐτü, κÜνοτας λüγο γιὰ σýνδρομα ποὺ βιþνει ὁ ἄνθρωπος ἕνεκα διαφüρων παραγüντων, ποὺ ἐπηρÝασαν ἢ ἐπηρεÜζουν τὴ ζωÞ του. ΚÜποιοι θὰ προχωρÞσουν λÝγοντες, ὅτι δὲν εὑρßσκονται στὸ ἴδιο «μαγνητικὸ» πεδßο κÜποια πρüσωπα καὶ γι’ αὐτὸ τὸν λüγο δὲν μποροῦν νὰ ἐπικοινωνÞσουν.

Ὅμως ἡ ἀπÜντηση εἶναι μßα: «Νοῦς ἀποστÜς τοῦ Θεοῦ, ἤ κτηνþδης ἢ δαιμονιþδης γßνεται». (Γρηγορßου Παλαμᾶ, Ὁμιλßα ΝΑ´ Περß προσευχῆς καß ψαλμωδßας 10. Ε.Π.Ε. τ.11, Πατερικαß ἐκδüσεις «Γρηγüριος Παλαμᾶς», Θεσσαλονßκη 1986, σ. 226)

Τὸ ἀποτÝλεσμα αὐτῆς τῆς δεινῆς συμφορᾶς, τῆς ἐλλεßψεως ἑνüτητος μὲ τοὺς ἄλλους, εἶναι σÞμερα παρὰ ποτὲ ἐμφανÝς στὴν κοινωνßα μας. Θὰ σημειþσωμε τινÜ πÜνω σ’αὐτὸ τὸ ζÞτημα:

α)        Ἔλλειψη ἑνüτητος στὴν οἰκογενειακÞ ζωÞ. Πολὺ εὔθραστες εἶναι οἱ ἰσορροπßες σÞμερα ἀνÜμεσα στοὺς συζýγους. Μὲ τὴν παραμικρὴ δυσκολßα τὰ πÜντα σεßονται καὶ στὸ τÝλος σωριÜζονται σὲ ἐρεßπια. «Γιατß ἄραγε;», διερωτῶνται οἱ ἐνασχολοýμενοι μὲ τὸ θÝμα αὐτü. Ὅλοι γνωρßζομε, ὅτι ἡ ζωὴ εἶναι ἕνα πÝλαγος στὸ ὁποῖο ὅμως δÝν ὑπÜρχει μüνο γαλÞνη. Ἀντßθετα, ἔχομε κÜποτε δυσκολßες, προβλÞματα, κýματα δυνατὰ, ποὺ ἔρχονται νὰ κτυπÞσουν αὐτὸ τὸ «σκαρὶ» ποὺ πλÝει στὸ πÝλαγος, γιὰ νὰ περÜσῃ στὴν ἀπÝναντι στεριÜ. Πῶς θὰ νικÞσῃς τὶς δυσκολßες, ὅταν εἶσαι ἄπειρος κυβερνÞτης, ὅταν δὲν ἔχῃς ὑπομονÞ, διÜθεση γιὰ ἀγῶνα ἐναντßον τῆς ὅποιας ἀντιξοüτητος, δυνατüτητα ἐπικοινωνßας μὲ τὸν ἄλλον, ἀγÜπη εἰλικρινῆ καὶ ἀδιÜπτωτη καὶ βεβαßως δὲν ἔχῃς στηρßξει τὸ σπßτι σου στὸν λßθο τὸν ἀκρογωνιαῖο, ποý λÝγεται Ἰησοῦς Χριστüς; Καὶ δὲν εἶναι ἡ ρÞξη μεταξὺ τῶν συζýγων μüνο, ποὺ εὔκολα πλÝον καὶ ἀβασÜνιστα διαλýουν τὸ γÜμο τους, ἀλλὰ καὶ ἡ διατÜραξη σὲ ἀφÜνταστο σημεῖο τῆς σχÝσεως γονÝων καὶ παιδιῶν καὶ τῶν παιδιῶν μεταξý τους.

Ἡ οἰκογÝνεια ποὺ δὲν στηρßχθηκε στὰ πλαßσια τοῦ νüμου καὶ τῆς ἀγÜπης τοῦ Θεοῦ, διαλýεται.

Πüσες φορὲς κλÜψαμε, κλαῖμε καὶ δυστυχῶς θὰ κλÜψωμε πÜνω σὲ ἐρεßπια!

β)        Ἔλλειψη ἑνüτητος στὴν κοινωνικÞ μας ζωÞ

Τὸ τÝλειο πρüτυπο τῆς κοινωνßας δßδεται, ἀπὸ τὸν λüγο τοῦ Κυρßου, ὅπως διασþζεται καὶ προσφÝρεται διαχρονικὰ μÝσα ἀπὸ τὸ Ἱερὸ ΕὐαγγÝλιο. Πρüτυπο κοινωνßας προσþπων εἶναι ἡ Παναγßα ΤριÜς. «Ἵνα ὦσιν ἕν καθþς, ἡμεῖς...» (Ἰω. ιζ,11). Αὐτὸς ὁ τρüπος ζωῆς εἶναι ὁ ἰδανικüς. Εἶναι ὁ τρüπος ποý βασßζεται στü «καθþς ἡμεῖς», τοῦ Κυρßου.

Ποιüς δÝν γνωρßζει τÞν φρÜση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ: «Ἀγαπᾶτε ἀλλÞλους»; (Ἰω. ιε,17). Καß ποιüς ἀγνοεῖ τü: «Πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν;» (Λουκ. στ,35). Πρüκειται γιÜ τÞν ἐπανÜσταση τῆς ἀγÜπης, ἡ ὁποßα μÝσα ἀπü τÞν ὑπÝρβαση τοῦ ἑαυτοῦ μας καß τῶν ἀνθρωπßνων μικροτÞτων καß ἀδυναμιῶν, ἀναγεννᾶ τὸν κüσμο ὁλüκληρο.

Ὁ Ἅγιος Ἀπüστολος Παῦλος μιλþντας στÞν ἈθÞνα γιÜ τÞν ἑνüτητα τῶν ἀνθρþπων θÜ πῇ: «ἘποßησÝ τε (ὁ Κýριος) ἐξ ἑνὸς αἵματος πᾶν ἔθνος ἀνθρþπων κατοικεῖν ἐπὶ πᾶν τὸ πρüσωπον τῆς γῆς...» (ΠρÜξ. κστ,17). Ὅλα αὐτÜ τὰ περὶ ἰσüτητος τῶν ἀνθρþπων, περὶ ἴσης δυνατüτητος ἀπολαýσεως τῶν ἀγαθῶν τοῦ Θεοῦ καὶ περὶ δικαιοσýνης κ.λ.π. τὰ ἐλησμüνησε ὁ ἄνθρωπος. Ποιὸς θυμᾶται σÞμερα λ.χ., στὴν ἐποχὴ τῆς φτþχειας καὶ τῶν δυσκολιῶν τü, «εὐκοπþτερον γὰρ ἐστι κÜμηλον διÜ τρυμαλιᾶς ῥαφßδος εἰσελθεῖν ἢ πλοýσιον εἰς τὴν βασιλεßαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν;» (Λουκ. ιη,25).

Ἕνας ἅγιος της Ἐκκλησßας μὲ ἁπλüτητα ἔλεγε: «Ἂν ἔχῃς ἐσὺ καὶ δὲν ἔχει ὁ ἄλλος, τüτε φßδια εἶναι τὰ ἀγαθὰ στὴν τσÝπη σου καὶ θὰ σὲ κατασπαρÜξουν».

Ὅλα αὐτὰ τÜ προβλÞματα, ἀρχßζουν ἀπὸ τὴν ἐγγὺς κοινωνßα, ἀπὸ τὴν γειτονιÜ, τὴν πüλη καὶ ἐπεκτεßνονται εὐρýτερα, ὥστε νὰ καταντᾶ ὁ ἄνθρωπος φοβερὸ θηρßο γιὰ τὸν συνÜνθρωπü του, μὲ τὶς πλÝον ἀπαßσιες καὶ ἀδιανüητες διαθÝσεις ἐξοντþσεως τοῦ πλησßον του.

γ)        Ἔλλειψη ἑνüτητος στὴν πολιτικὴ ζωÞ

Ἄφησα τελευταῖο αὐτὸ τὸ κεφÜλαιο, γιατß μᾶς βασανßζει, μᾶς πληγþνει καὶ μᾶς πονÜει, τüσο πολὺ, σÞμερα. ΠÜντοτε εἴχαμε προβλÞματα, ὡς Λαὸς, ἕνεκα τῆς ἐλλεßψεως ἑνüτητος στὴν πολιτικὴ μας κονßστρα (Μιᾶς ἑνüτητος διαπνεομÝνης ἀπü τü πνεῦμα τοῦ Θεοῦ). Τὰ ἀποτελÝσματα ἦταν ὅλες τὶς φορὲς τραγικÜ. Τὰ λÜθη τὰ πλÞρωσε ἀκριβὰ αὐτὸς ὁ τüπος καὶ αὐτὸς ὁ Λαüς, ὁ ὁποῖος ἔχει χαρακτηρισθῆ «πÜντα εὐκολüπιστος καὶ πÜντα προδομÝνος».

Στὶς ἡμÝρες μας ζοῦμε στὴν χειροτÝρα της ἔκδοση τὴν ἔλλειψη ἑνüτητος μεταξὺ τῶν ἀνθρþπων τῆς πολιτικῆς σκηνῆς, οἱ ὁποῖοι θÝλοντας ὁ καθÝνας νὰ ἐφαρμüσῃ «τὸ δικü του» πρüγραμμα καὶ μοντÝλο διοßκησης, πληγþνουν τὸ σῶμα τοῦ Λαοῦ καὶ ὁδηγοῦν σὲ περιπÝτειες αὐτÞ τὴ χþρα. Εἶναι ἀπορßας ἄξιον, τü ὅτι δὲν ἔχουν πεισθῆ ἀκüμα ἀπὸ τὴν ἱστορßα, ὅτι ἡ χþρα ταλαιπωρÞθηκε καὶ «μÜτωσε» ἀπὸ τὴν φοβερὴ διχüνοια. Δὲν ἀντελÞφθησαν, δυστυχῶς «ἀκüμα», γιατß ἡ πατρßδα μας ἔφτασε σὲ αὐτὸ τὸ χÜλι. ΔÝν συγκινÞθηκαν ἀπü τüν ποιητÞ μας, ὁ ὁποῖος τοýς προειδοποιεῖ:

«Ἡ διχüνοια ποý βαστÜει

ἕνα σκῆπτρο ἡ δολερÞ

καθενüς χαμογελÜει

πÜρτο λÝγοντας καß σý...»

Δυστυχῶς καὶ τὸ μÝλλον διαγρÜφεται ζοφερü. ΓιÜ νÜ ἀνατεßλουν καλýτερες ἡμÝρες γιÜ τüν τüπο μας, πρÝπει οἱ κινÞσεις τους καὶ οἱ συζητÞσεις τους, νÜ διαπνÝονται

α)        Ἀπὸ τὴν ἀγÜπη γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ τüσο ὑποφÝρει. (ἈλÞθεια, τὸ ἔχουν ἀντιληφθῆ αὐτü;).

β)        Ἀπὸ τὴν ἀγÜπη πρὸς τὴν πατρßδα (ΑὐτÞ ἡ χþρα περιμÝνει δικαßωση ἀπὸ τὰ παιδιÜ της. Πüση ἀχαριστßα, πüση χολὴ θὰ τὴν ποτßσωμε ἄραγε; Πüσο ἀκüμα θὰ γßνωμε αἰτßα νὰ διασυρθῆ, ταλαιπωρημÝνη, ρακÝνδυτη, ταπεινωμÝνη σὲ ξÝνες πüρτες; Γιατß τüσοι μητραλοῖες;)

γ)        Ἀπὸ σεβασμὸ πρὸς τὴν πßστη μας καὶ τὴν παρÜδοσÞ μας. Ἔννοιες ποὺ βÜναυσα τὶς πρüδωσαν οἱ πολλοß, τὶς χτýπησαν ἀλýπητα μὲ ἀποτÝλεσμα νὰ ἀποπροσανατολισθῆ αὐτüς, ὁ ὡραῖος καὶ ὑπερÞφανος πνευματικÜ, Λαüς.

ΓιÜ νÜ ὑπÜρξῃ ἑνüτητα στüν τομÝα αὐτü, πρÝπει τÜ πρüσωπα νÜ ἐμφοροῦνται ἀπü τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ (ὡς ἀνεφÝρθη ἀνωτÝρω), τὸ ὁποῖο μÝσα ἀπὸ τὴν διαφορετικὴ σκÝψη, ἄποψη, ἐνÝργεια, ἑνþνει τὶς καρδιὲς καὶ τοὺς νüες, ὥστε νὰ ἔχωμε τὰ ὡραιüτερα καὶ γλυκýτερα ἀποτελÝσματα.

Ἐμεῖς, κατÜ τÞν ἔσχατη αὐτὴ ὥρα προσευχüμεθα στὸ Θεü. Εἶναι τὸ μüνο ποὺ δυνÜμεθα πλÝον νὰ κÜνωμε, ὥστε νὰ τοὺς φωτßσῃ, νὰ ὁμονοÞσουν καὶ νὰ μὴ ἀπογοητεýσουν γιÜ μιÜ ἀκüμα φορÜ τὸν Ἑλληνικὸ Λαü. Νὰ ἐργασθοῦν μÝ ἀγÜπη γιÜ τÞν ἙλλÜδα, συνεργαζüμενοι ἐν πνεýματι Θεοῦ, γιὰ τὴν ἔξοδü της ἀπὸ τὰ δεινὰ ποὺ ἐπὶ τüσα, μὰ τüσα χρüνια, οἱ ἄκριτες πολιτικὲς τὴν ὁδÞγησαν.

Ὡς κατακλεῖδα, ἐπαναλαμβÜνουμε, μετÜ δÝους, τÜ σωτÞρια λüγια τοῦ Κυρßου μας, τÜ ὁποῖα εἶπε
αναφερüμενος προσευχητικÜ στον ΠατÝρα: «Π
τερ γιε, τρησον ατος ν τ νματ σου ος δδωκς μοι,
να σιν ν καθς μες» (Ἰω. ιζ,11)

 

Σημεßωσις: Προσεχῶς θÜ ἀσχοληθοῦμε μÝ τü θÝμα ἑνüτητα στÞν Ἐκκλησßα, τü ὁποῖο χρÞζει εἰδικῆς ἀναλýσεως καß προσοχῆς.

 

Ðåñéå÷üìåíá
ÅðéóôñïöÞ