ΦΙΛΟΘΕΟΙ
ΚΑΙ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΟΙ
Τοῦ
ΣεβασμιωτÜτου Μητροπολßτου Πατρῶν
κ.κ.
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ἈνÞμερα τῆς Ἁγßας Σοφßας μετÜ
τÞν Θεßα Λειτουργßα, ἐγκαινιÜστηκε μιÜ νÝα κοινωνικÞ δρÜση τῆς Ἱερᾶς
Μητροπüλεως μας, σÝ συνεργασßα μÝ τÞν ΓηριατρικÞ καß ΓεροντολογικÞ Ἑταιρεßα
Πατρῶν.
Ἡ δρÜση αὐτÞ ἀφορᾶ στÞν
προσφορÜ κατ’ οἶκον νοσηλεßας σÝ ἐμπεριστÜτους ἀδελφοýς μας.
Εἶναι ἐξüχως συγκινητικÞ ἡ προσφορÜ ἀνθρþπων, οἱ ὁποῖοι
εὐαισθητοποιημÝνοι μπροστÜ στüν ἀνθρþπινο πüνο, δßδουν τüν ἑαυτü
τους, προκειμÝνου νÜ βοηθÞσουν ὅσους γονατßζουν ἀπü τÜ ποικßλα βÜρη
τῆς ζωῆς. ΔÝν πρüκειται ἁπλῶς γιÜ μιÜ καλÞ πρÜξη, ἡ
ὁποßα θÜ καταγραφῇ στü ἐνεργητικü ἑνüς συλλüγου ἤ
κÜποιων προσþπων γιÜ λüγους ἐπικοινωνιακοýς ἤ γιÜ λüγους προβολῆς.
Πρüκειται γιÜ κÜτι βαθýτερο, γιÜ κατÜθεση ψυχῆς, γιÜ ἔκχυση καρδßας
πρüς τüν ἀδελφü καß μÜλιστα σÝ καιροýς ἐξαιρετικÜ δýσκολους, ὅπως
εἶναι οἱ ἡμÝρες ποý διερχüμεθα στÞν Πατρßδα μας, ἕνεκα
τῆς σοβοýσης κρßσεως.
ΜÝ ἐντυπωσßασε τü γεγονüς, ὅτι μετÜ τÜ
Ἐγκαßνια τοῦ Γραφεßου τῆς Κοινωνικῆς αὐτῆς
δραστηριüτητος σÝ χῶρο πλησßον τοῦ Ναοῦ τῆς Ἁγßας
Σοφßας, τοῦ ὁποßου παρεχωρÞθη ἡ χρÞση στÞν ἹερÜ Μητρüπολη
ἀπü τüν ἐν λüγῳ Ἱερü Ναü, προσῆλθαν ἤ
τηλεφþνησαν πολλοß ἀδελφοß μας, ποý ἔχουν σχÝση μÝ τÞν συγκεκριμÝνη
μορφÞ τῆς προσφορᾶς, προκειμÝνου νÜ ἔλθουν ἀρωγοß στÞν
προσπÜθειÜ μας, προσφÝροντες τßς ὅποιες ὑπηρεσßες τους.
Αὐτü τü κÜλεσμÜ μας γιÜ ἀναψυχÞ τῶν
ἀδελφῶν μας τῶν ἐλαχßστων, ἔπιασε καß πιÜνει
τüπο, ἀφοῦ ὁ εὐσεβÞς Λαüς μας εὐαισθητοποιεῖται
τÜ μÝγιστα καß ἐκ τῆς εἰλικρινῶς ἀγαπþσης καρδßας
του καß ἐκ τοῦ ὑστερÞματüς του καταθÝτει, ὅ,τι εἶναι
δυνατüν, ὥστε κανεßς νÜ μÞ πεινÜσῃ, νÜ μÞ μεßνῃ στüν δρüμο ἤ
χωρßς περßθαλψη, ὄχι μüνο στÞν πüλη μας, ἀλλÜ καß εὐρýτερα.
Ἀπü ποῦ πηγÜζει ὅμως αὐτÞ ἡ
συγκινητικÞ προσφορÜ τοῦ ἀνθρþπου πρüς τüν συνÜνθρωπο; ΠροÝρχεται ἀπü
τÞν φιλοθεÀαν. Ἀπü τÞν ἀγÜπη
πρüς τüν Θεü, ὁ ὁποῖος ἐδημιοýργησε ὅλους τοýς ἀνθρþπους
ἐξ ἀγÜπης, ἀλλÜ καß «ἐξ
ἑνüς αἵματος», ὡς λÝγει ὁ Ἀπüστολος Παῦλος.
Ὅλοι εἴμαστε ἀδÝλφια καß ὁ σαφÞς καß τομþτερος ὑπÝρ
πᾶσαν μÜχαιραν λüγος τοῦ Κυρßου, «ἀγαπᾶτε ἀλλÞλους», θßγει τßς λεπτüτερες χορδÝς τῶν
καρδιῶν. Πῶς εἶναι δυνατüν νÜ λÝγῃ κÜποιος, ὅτι ἀγαπÜει
τüν Θεü καß νÜ τηρῇ μüνο κÜποιες ἀπü τßς ἐντολÝς Του, ὑπηρετþντας
τü προσωπικü του συμφÝρον; «ἘÜν ἀγαπᾶτε
με τÜς ἐμÜς ἐντολÜς τηρÞσατε...» (Ἰω. ιδ´, 14), παραγγÝλλει
καß πÜλι ὁ Κýριüς μας. Πρῶτος ὁ Κýριος, ἔδειξε τῆς
ἀγÜπης τÞν ὁδüν, ὄχι μüνο μÝ τÞν δημιουργßα, ἀλλÜ καß
μÝ τÞν, μετÜ τÞν πτῶσιν, ἀναδημιουργßα. «Ἐταπεßνωσεν ἑαυτüν, γενüμενος ὑπÞκοος, μÝχρι
θανÜτου, θανÜτου δÝ σταυροῦ...»(Φιλ. β´, 8). Ποιüς προσÝφερε
μεγαλυτÝραν ἀγÜπη ἀπü αὐτÞν ποý προσÝφερε ὁ Θεüς;
Οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησßας
μας, φιλüθεοι ὄντες, ἔλαβαν τüν σταυρü στüν ὦμο τους καß ἀκολοýθησαν
τüν ἘσταυρωμÝνο καß ἈναστÜντα Κýριü μας στüν ἀνηφορικü Γολγοθᾶ
τῆς ἀγÜπης, μιμοýμενοι τÞν θυσßα Του γιÜ τüν ἀγαπþμενο, ποý εἶναι
ὁ ἄνθρωπος. Γι’ αὐτü στüν τßτλο τοῦ σημερινοῦ ἄρθρου
μας ἡ πρþτη λÝξη εἶναι «Φιλüθεοι».
Ἀπü
τÞν φιλοθεÀα γεννᾶται ἡ φιλανθρωπßα. Οἱ ἀγαπῶντες
ἐξ ὅλης ψυχῆς καß
διανοßας τüν Κýριον, βλÝπουν στÜ πρüσωπα τῶν ἐλαχßστων ἀδελφῶν,
τüν ἴδιο τüν Θεü. ΔÝν μπορεῖ, δÝν ἔχει τü δικαßωμα κÜποιος νÜ
λÝγῃ ὅτι ἀγαπÜει τüν Θεü, ὅταν δÝν ἀγαπÜῃ
τüν συνÜνθρωπü του. Ὁ ἄνθρωπος αὐτüς ἀποδεικνýεται, ἐκ
τῆς ἰδßας τῆς ζωῆς του, ψεýστης καß ὑποκριτÞς καß
οὐδεμßαν σχÝσιν ἔχει μÝ τü «ἘσφαγμÝνον Ἀρνßον», ἀλλÜ
καß οὐδεμßαν θÝσιν ἔχει τü ὄνομÜ του στßς ἘκκλησιαστικÝς
δÝλτους. Ὁ δρüμος γιÜ τüν οὐρανü περνÜει ἀπü τÞν γῆ. Ὁ
ἴδιος ὁ Κýριος στü ΕὐαγγÝλιο τῆς κρßσεως ἀναφÝρει,
ὅτι διÜ τοῦ σχοινßου τῆς ἀγÜπης, θÜ ἀνÝλθωμε
στοýς οὐρανοýς καß θÜ κερδßσωμε τÞν Βασιλεßα Του. «Ἐπεßνασα γÜρ καß ἐδþκατÝ
μοι φαγεῖν, ἐδßψησα καß ἐποτßσατÝ με...» (Ματθ.
κε´, 35-40).
Ὅλοι εἴμαστε μιÜ οἰκογÝνεια καß ὡς
ἐκ τοýτου, δÝν εἶναι δυνατüν νÜ ἰσχýῃ τü «δüγμα», «ὅς
μÝν πεινᾶ, ὅς δÝ μεθýει...». ΔÝν ἀνÞκει τßποτε σÝ μᾶς.
ΔÝν ἔχομε τßποτε δικü μας. Ὅλα ὅσα τυχüν «κατÝχομε» λßγα ἤ
πολλÜ, προÝρχονται ἐκ τῆς ἀγÜπης καß τῆς δωρεᾶς
τοῦ οὐρανßου Πατρüς. ΔÝν ἔχομε τÞν κτßσιν τῶν ἀγαθῶν,
ἀλλÜ τÞν δυνατüτητα νÜ τÜ διαχειριστοῦμε σýμφωνα μÝ τü θÝλημÜ Του.
Εἶναι χαρακτηριστικÞ ἡ στÜση τοῦ
Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔναντι τῶν πλουσßων. Οἱ
διÜλογοι ποý σþζονται στü Ἱερü ΕὐαγγÝλιο, φωτßζουν τü θÝμα καß
βεβαιþνουν, ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστüς δÝν ἔχει κÜτι ἐναντßον
τῶν πλουσßων, ἀλλÜ ἐναντßον τῆς, ἐκ μÝρους των,
κακῆς διαχειρßσεως καß χρÞσεως τοῦ πλοýτου. ΚαυτηριÜζεται ἡ
πλεονεξßα καß ἡ φιλαργυρßα, οἱ ὁποῖες ὁδηγοῦν
στÞν ἀπανθρωπßα καß τÞν καταδßκη στÞν αἰþνια κüλαση.
Εἶναι ἀλÞθεια, ὅτι οἱ
περισσüτεροι ἐκ τῶν πλουσßων, δÝνονται μÝ τÜ ὑλικÜ ἀγαθÜ
καß εὔκολα, ἴσως χωρßς νÜ τü ἀντιλαμβÜνωνται, γßνονται δοῦλοι
τῆς ὕλης, ἐνῶ ὁ σκοπüς τῆς ὕλης εἶναι
νÜ ἐξυπηρετῇ τßς βασικÝς ἀνθρþπινες ἀνÜγκες καß ὄχι
νÜ ἀφαιρῇ τÞν προσωπικüτητα καß τÞν ἐλευθερßα τοῦ ἀνθρþπου.
ΔιÜ τοῦτο, «εὐκοπþτερον ἐστß
κÜμηλον διÜ τριμαλιᾶς ραφßδος εἰσελθεῖν ἤ πλοýσιον εἰς
τÞν Βασιλεßαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν» ( Μαρκ. ι´, 25).
Ἀξßζει ὅμως νÜ σημειþσωμε, ὅτι
μÝσα στü διÜβα τοῦ χρüνου πολλοß πλοýσιοι ἐσþθησαν διÜ τῆς
φιλανθρωπßας καß τῆς ἐλεημοσýνης. ΔÝν θÜ ἀναφερθῶ σÝ
πολý διδακτικÜ παραδεßγματα μÝσα ἀπü τÞν Ἁγßα ΓαρφÞ, ἀλλÜ θÜ ὑπενθυμßσω
τßς πολλÝς δωρεÝς τῶν Ἐθνικῶν μας καß ἄλλων μεγÜλων Εὐεργετῶν,
ὅπως καß Εὐεργετῶν τῆς πüλεþς μας καß τῆς τοπικῆς
μας κοινωνßας, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν τüν πλοῦτο τους ὑπÝρ
τῆς ἐξυπηρετÞσεως κοινωνικῶν σκοπῶν. Ἄς εἶναι
οἱ γραμμÝς αὐτÝς εἰς μνημüσυνο τῶν κεκοιμημÝνων καß εἰς
εὐχαριστßαν τῶν ζþντων Εὐεργετῶν. ΑὐτÝς οἱ
προσφορÝς μᾶς συγκινοῦν καß θεωροῦμε αὐτοýς τοýς ἀδελφοýς,
ὡς εὐλογßα γιÜ τÞν κοινωνßα μας.
Ἐκεῖνο ὅμως τü ὁποῖο
ἐξαιρÝτως μᾶς συγκινεῖ εἶναι ἡ προσφορÜ ἀπü
καρδßας καß ἐκ τοῦ ὑστερÞματος αὐτῶν, ἀνθρþπων
οἱ ὁποῖοι λßγα ἤ ἐλÜχιστα ἀγαθÜ διαθÝτουν, ἀλλÜ
προσφÝρουν στοýς ἄλλους αὐτÜ τÜ ἀγαθÜ, τÜ ὁποῖα
δÝν ἐπαρκοῦν οὔτε γιÜ αὐτοýς τοýς ἰδßους. ΑὐτÝς
οἱ καρδιÝς κÜνουν θαýματα σÝ ἐποχÝς δýσκολες. ΑὐτÝς οἱ
προσφορÝς διδÜσκουν γιÜ τü μεγαλεῖο τῆς ἀγÜπης καß μᾶς
κÜνουν νÜ ἀποκαλυπτþμεθα ἐνþπιον τῆς καταθÝσεως ψυχῆς ὑπÝρ
τῶν ἀδελφῶν μας τῶν ἐλαχßστων.
Πüσες φορÝς μᾶς ἔχουν ἐκπλÞξει ἅγιες,
καθαρÝς καρδιÝς ποý προσÝρχονται, χωρßς νÜ μᾶς λÝνε οὔτε τü ὄνομÜ
τους, προκειμÝνου νÜ προσφÝρουν εἴτε τÜ χρÞματα, τÜ ὁποῖα ἐξοικονüμησαν
ἀφοῦ κÜποιες ἡμÝρες ἐστερÞθησαν βασικῶν εἰδῶν
ἀκüμα καß διατροφῆς, εἴτε ἀντικεßμενα συνδεδεμÝνα μÝ
τÞν ἱστορßα τῆς οἰκογενεßας, οἰκογενειακÜ δηλαδÞ κειμÞλια,
τÜ ὁποῖα δýσκολα κανεßς ἀποχωρßζεται. ἈλλÜ τß ἀξßα
ἔχουν τÜ ἀντικεßμενα, ὅσο πολýτιμα καß ἄν εἶναι
καß ὅση συναισθηματικÞ ἀξßα καß ἄν ἔχουν μπροστÜ στÜ
πρüσωπα;
Ὁ Ἅγιος ἸωÜννης ὁ
Χρυσüστομος ἐμπνευσμÝνος ἀπü τüν λüγο τοῦ Κυρßου «ΜακÜριοι οἱ
ἐλεÞμονες ὅτι αὐτοß ἐλεηθÞσονται» καß ἐφαρμüζοντας
ὁ ἴδιος θυσιαστικÜ αὐτü τüν λüγο, παραγγÝλλει στοýς ἀνθρþπους
ὅλων τῶν ἐποχῶν:
«Λýτρον ψυχῆς ἐστßν ἐλεημοσýνη... Δüς ἄρτον καß λαβÝ παρÜδεισον.
Δüς μικρÜ καß λαβÝ μεγÜλα. Δüς θνητÜ καß λαβÝ ἀθÜνατα. Δüς φθαρτÜ καß λαβÝ
ἄφθαρτα...»
ἈλλÜ ὑπÜρχει καß μιÜ ἄλλη μορφÞ ἐλεημοσýνης.
Εἶναι ἡ πνευματικÞ ἐλεημοσýνη, ἠ ὁποßα
προσφÝρεται διÜ τῆς προσευχῆς πρüς τüν Θεü, ὑπÝρ τῶν ἀδελφῶν
μας. ΠολλÜκις διαβÜζομε περιστατικÜ ἀπü τÞν ζωÞ τῶν Ἁγßων Ἀποστüλων,
ἀλλÜ καß τῶν ἄλλων Ἁγßων τῆς Ἐκκλησßας μας,
τÜ ὁποῖα μᾶς βεβαιþνουν, ὅτι οἱ Ἅγιοι
περισσüτερα προσÝφεραν μÝ τÞν θερμÞ προσευχÞ τους πρüς τüν Θεü γιÜ τÞν ἐνßσχυση
τῶν ἐν ἀνÜγκαις ὄντων. Τþρα ποý ὁ ἄνθρωπος ἀντιμετωπßζει
προβλÞματα διττῆς φýσεως καß ὑλικÜ δηλαδÞ καß πνευματικÜ, ἀναγκαßα
εἶναι ἡ προσφορÜ τῆς διπλῆς ἐλεημοσýνης, τῆς
προσφορᾶς, δηλαδÞ, ὑλικῶν ἀγαθῶν, ἀλλÜ καß
τῆς προσφορᾶς θερμῆς προσευχῆς πρüς τüν Θεü γιÜ τüν πνευματικü
ἐπιστηριγμü τῶν ἀδελφῶν μας. Τß νÜ ποῦμε ὅμως
καß γιÜ τüν ἐμπνευσμÝνο ἀπü ἀγÜπη λüγο παραμυθßας, γιÜ τü
δÜκρυ τῆς ἀγÜπης, γιÜ τü «συμπÜσχειν καß συγκακοπαθεῖν» μÝ
τοýς ἀδελφοýς; «ΔÝν θÝλω νÜ μοῦ δþσῃς χρÞματα» μοῦ εἶπε
κÜποιος. «ἈγÜπη θÝλω. ΔÝν ἔχω κανÝνα στüν κüσμο. Εἶμαι ἔρημος...». ἈδελφÝ μου, δÝν εἶσαι μüνος,
εἶναι κοντÜ σου ὁ Θεüς καß τüσοι ποý σÝ ἀγαποῦν γιατß ἀγαποῦν
τüν Θεü καß βλÝπουν Ἐκεῖνον στü πρüσωπü σου!
Τελειþνοντας τßς λßγες καß λιτÝς αὐτÝς
γραμμÝς, ἐπιθυμῶ νÜ ἐκφρÜσω τßς βαθειÝς μου εὐχαριστßες,
πρüς τüν εὐαßσθητο, φιλüθεο, φιλÜγιο καß φιλÜνθρωπο πλÞρωμα τῆς ἉγιωτÜτης
Μητροπüλεως μας, τῆς πüλεως τῶν Πατρῶν καß τßς εὐρýτερης
περιοχῆς. Πρüς τοýς ἀνθρþπους ποý μᾶς διδÜσκουν μÝ τÞν ἐκ
τοῦ ὑστερÞματος, προσφορÜ τους. Πρüς ὅλους ἐσᾶς
ποý ἀκοῦτε τüν λüγο μας καß ἔρχεσθε συμπαραστÜτες στü ἔργο,
τü ὁποῖο μᾶς ἀνÝθεσε ὁ Θεüς διÜ τῆς Ἐκκλησßας
του. Εὐχαριστῶ τοýς ἔχοντας καß τοýς μÞ ἔχοντας, ποý ὁ
καθÝνας προσφÝρει ὅ,τι δýναται κατÜ τÞν δωρεÜ τοῦ Θεοῦ πρüς αὐτüν.
Ὑποκλßνομαι μπροστÜ στÞν ἀγÜπη μικρῶν καß μεγÜλων, Κληρικῶν
καß Λαúκῶν.
Ἡ
πüλη μας ἔχει μιÜ λαμπρÜ παρÜδοση στÞν φιλανθρωπßα. Αὐτü
συνεχßζεται καß σÞμερα καß πιστεýω, ὅτι οὐδÝποτε θÜ σταματÞσῃ. ΔÝν εὑρßσκω
λüγους, νÜ ἐκφρÜσω τßς εὐχαριστßες μας γιÜ τÞν μεγÜλη προσφορÜ σας,
μÝσω τῆς προσπαθεßας μας ποý γßνεται σÝ συνεργασßα μÝ τÜ «SUPER MARKET»
καß τÜ λοιπÜ καταστÞματα τῆς πüλεως καß τῆς περιοχῆς μας;
Εὐχαριστῶ γιÜ
τÞν συγκινητικÞ ἐναπüθεση τῶν ἀγαθῶν στοýς τüπους
συγκεντρþσεως ἔξω ἀπü τÜ καταστÞματα, γιÜ νÜ οἰκονομÞσωμε
τοýς ἐνδεεῖς καß ἐμπεριστÜτους ἀδελφοýς. Εὐχαριστῶ θερμῶς τοýς
ἰδιοκτῆτες τῶν «SUPER MARKET» καß τῶν ἄλλων
καταστημÜτων, ὅπου γßνεται συγκÝντρωση ἀγαθῶν ἀγÜπης.
Εὐχαριστῶ τοýς ἐπωνýμους καß ἀνωνýμους,
οἱ ὁποῖοι ἐνισχýουν ἐμφανῶς ἤ ἀφανῶς
τü Γενικü Φιλüπτωχο Ταμεῖο τῆς Μητροπüλεþς μας, καθþς καß τÜ ἘνοριακÜ
Φιλüπτωχα καß βοηθοῦν, ὥστε νÜ ἀπαλýνωμε τüν πüνο καß νÜ
θεραπεýωμε τßς ἀνÜγκες τῶν ἀνθρþπων, ποý τüσο ὑποφÝρουν
σÞμερα∙ νÜ καλýπτωμε τßς ἀνÜγκες οἰκογενειῶν, ποý
δυσκολεýονται νÜ ἀντιμετωπßσουν τÜ πρüς τü ζῆν∙ νÜ ἀνταποκρινþμεθα
στÞν κÜλυψη ὑποτροφιῶν παιδιῶν μας, ποý φοιτοῦν στü ἐσωτερικü
ἤ στü ἐξωτερικü, στÞν κÜλυψη ἰατρικῶν ἀναγκῶν
καß δυσκüλων περιστατικῶν ποý χρÞζουν εἰδικῆς φροντßδος... ὙπÜρχουν
καß τüσα ἄλλα, τÜ ὁποῖα δÝν εἶναι δυνατüν, νÜ ἀναφÝρωμε
στü ἄρθρο μας αὐτü.
Σᾶς
εὐχαριστῶ ὅλους καß σᾶς παρακαλῶ
μÞ ἀποκÜμετε ἐλεοῦντες. «Πολýς
γÜρ ὁ μισθüς ὑμῶν ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ματθ.
ε´, 12).
|
|
|