Γνωρßζομε ἆρα γε τß εἶναι τὸ ΜυστÞριο τοῦ ΓÜμου;
(Α’ μÝρος)

τοῦ Σεβ. Μητροπολßτου Πατρῶν κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

 

 

ΚÜθε φορÜ ποὺ καλοῦμαι νÜ τελÝσω τὸ ΜυστÞριο τοῦ ΓÜμου κÜποιων παιδιῶν ποὺ ἀπεφÜσισαν νὰ ἑνþσουν τὴν ζωÞ τους καὶ νὰ προχωρÞσουν μαζὶ μÝχρι τὸ τÝλος, κÜνω κÜποιες σκÝψεις στὶς ὁποῖες μὲ ὁδηγεῖ τὸ ὅλο κλῖμα ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῶν Ἱερῶν Ναῶν.

Πιστεýω ὅτι εἶναι πολὺ καλὸ τὸ ὅτι πολλοὶ Ἀρχιερεῖς, ἐν οἶς καὶ ὁ γρÜφων, ἔρχονται σὲ προσωπικὴ ἐπικοινωνßα μὲ τοὺς μελλονýμφους κατὰ τὴν ὥρα τῆς ὑπογραφῆς τῶν ἀδειῶν τελÝσεως τοῦ Μυστηρßου τοῦ ΓÜμου. Ἐκεῖ διαπιστþνομε, ὅτι πολλοὶ νÝοι βαδßζουν μὲ ἐπßγνωση βαθειÜ, στὸ ΜυστÞριο τοῦ ΓÜμου καὶ μὲ τὴν ἀπüφαση νὰ δημιουργÞσουν μιÜ εὐλογημÝνη οἰκογÝνεια, ξεπερνþντας μÝ πßστη στü Θεü, μÝ ἀγÜπη καß ὑπομονÞ, τὶς ὅποιες δυσκολßες, οἱ ὁποῖες φυσικὸν εἶναι νὰ ὑπÜρξουν στὴν μετÜ ταῦτα πορεßα.

Ὅμως κÜποιοι ἄλλοι νÝοι ποὺ ἔρχονται νὰ παραλÜβουν τὴν ἀδεια ΓÜμου, διακατÝχονται ἀπὸ ἕνα πνεῦμα ἐπιπολαιüτητος, τὸ ὁποῖο διαφαßνεται ἀπὸ τὴν ὅλη συζÞτηση. Δυστυχῶς δὲν εἶναι ἀποφασισμÝνοι νὰ κÜνουν θυσßες, οἱ ὁποῖες oὕτως ἢ ἄλλως εἶναι ἀπαραßτητες γιὰ νὰ προχωρÞσῃ κÜποιος στὴ ζωÞ του. Ἡ θυσßα εἶναι ἀποτÝλεσμα τῆς μεγÜλης, τῆς ἰσχυρᾶς καὶ ἀδιαπτþτου ἀγÜπης, τὴν ὁποßα πρÝπει νὰ διαθÝτουν οἱ σýζυγοι μεταξὺ των. Ἡ ἀγÜπη μοιÜζει μὲ ἕνα παρÜξενο φακü, λÝγει ὁ Ἱερὸς Χρυσüστομος. Ὅλα τὰ προτερÞματα, λßγα ἢ πολλὰ ποὺ διαθÝτει κÜποιος, τὰ μεγαλþνει καὶ ἔτσι ἐξαφανßζει τὰ ἐλαττþματα. Καὶ ὅποιο ἐλÜττωμα διαπιστþσει, τὸ μικραßνει τüσο, ἕως ὅτου τὸ ἐξαφανßσει. Τß θÝλει νὰ εἴπῃ ὁ Ἅγιος μὲ αὐτὸ τὸ λüγο; Ὅτι ὁ ἕνας πρÝπει νὰ ἀνÝχεται τὸν ἄλλο ὅπως εἶναι καὶ μὲ τὴν ἀγÜπη του νὰ διορθþνῃ τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἀγαπþμενου.

Ἡ ἀγÜπη γεννÜει τὴν ἐμπιστοσýνη καὶ τὴν ὑπομονÞ. Χωρὶς ἐμπιστοσýνη καὶ ὑπομονὴ δὲν ὑπÜρχουν αἴσια ἀποτελÝσματα.

·                    Οἱ περισσüτεροι νÝοι προσÝρχονται πνευματικὰ ἀπροετοßμαστοι στὸν ΓÜμο. Λεßπει ἡ προσευχÞ, ἡ ἐκζÞτηση τῆς χÜριτος τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐξομολüγηση, ἡ Θεßα Κοινωνßα. Ἐφ’ ὅσον προχωροῦν τὰ παιδιÜ μας στὴν μυστηριακὴ ἕνωση τῆς ζωῆς τους, καὶ φτÜνουν στὴν Ἐκκλησßα γιὰ νὰ λÜβουν εὐλογßα, πρÝπει νὰ προετοιμÜζωνται δεüντως.

ΓιÜ τü θÝμα αὐτὸ, σημαντικὸ ρüλο παßζει ἡ οἰκογÝνεια, ἡ ὁποßα ἀπὸ τὴν μικρὴ ἡλικßα πρÝπει νὰ ὁδηγῇ τὰ παιδιὰ στὴν ἀλÞθεια καὶ τὴν ὄντως ζωÞ. Ὅμως μεγßστη εὐθýνη φÝρομε καὶ μεῖς οἱ ΠοιμÝνες τῆς Ἐκκλησßας, οἱ ὁποῖοι δὲν καταβÜλλομε πÜντοτε τὶς ἀπαιτοýμενες προσπÜθειες γιὰ τὴν κατÞχηση τοὺς ποιμνßου μας. Ὅταν ὁ Ἱερεὺς συμπεριφÝρεται ὡς πατÝρας, διδÜσκαλος καὶ κυβερνÞτης ψυχῶν, ὡς πνευματικὸς ἰατρὸς καὶ ὁδηγὸς ἀπλανὴς στὴν ἀλÞθεια, τüτε ὁ λüγος του καρποφορεῖ καὶ ὁ Λαὸς ὠφελεῖται καὶ προοδεýει πνευματικÜ.

Ἡ συζÞτηση μὲ μελλονýμφους στὸ Γραφεῖο μου, εἶναι μιÜ πνευματικὴ ὄαση καὶ ἀποτελεῖ πηγὴ χαρᾶς καὶ πνευματικῆς ἀγαλλιÜσεως γιὰ τὴν κοινωνßα τῶν προσþπων καὶ τὴν ἀνταλλαγὴ ἀπüψεων ἐπὶ θεμÜτων πßστεως καὶ ὀρθοδüξου ζωῆς. ΠολλÜκις σκÝπτομαι καß διερωτῶμαι: «Πüσες παραλεßψεις ἔχομε κÜνει στὴν ποιμαντικÞ μας διακονßα καὶ πῶς θὰ μᾶς συγχωρÞσῃ ὁ Θεὸς γιÜ αὐτὴ μας τὴν ὀλιγωρßα;».

Ἐπειδὴ πιστεýω ὅτι πολλοὶ ἄνθρωποι θὰ ὠφεληθοῦν ἀπὸ τὴν ἀνÜγνωση αὐτοῦ του κειμÝνου, θὰ σημειþσω κÜποια πολὺ σημαντικὰ πρÜγματα ποὺ ἀφοροῦν στὸ ΜυστÞριο τοῦ ΓÜμου.

α.        Ὁ ΓÜμος εἶναι ΜυστÞριο μÝγα, δὲν εἶναι μιÜ φολκλορικὴ τελετÞ. Εἶναι θεßα μυσταγωγßα. Ὁ Ἅγιος Ἀπüστολος Παῦλος, γρÜφει στÞν πρüς Ἐφεσßους ἘπιστολÞ του: «Το ΜυστÞριον τοῦτο μÝγα ἐστßν, ἐγþ δÝ λÝγω εἰς Χριστüν καß εἰς τÞν Ἐκκλησßαν» (Ἐφεσ. Ε´,32). Ὡς ἐκ τοýτου εἶναι ὀδυνηρὸ νὰ μετατρÝπεται τü ἱερὸ ΜυστÞριο σὲ κοσμικὸ γεγονὸς μὲ ἀνεπßτρεπτες καταστÜσεις ἐντὸς καὶ ἐκτüς τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ. Ὁ Ναὸς, τῇ ἀνοχῇ πολλÜκις, ἡμῶν τῶν ἐκκλησιαστικῶν προσþπων, μετατρÝπεται σὲ αἴθουσα ἡ ὁποßα διακοσμεῖται, ὡς μὴ ὤφελεν, μὲ ποικßλα στολßδια τὰ ὁποῖα οὐδεμßαν σχÝση ἔχουν μὲ τὴν ἱερüτητα τοῦ χþρου. Αὐτὸ μειþνει τὴν σοβαρüτητα τῆς Μυστηριακῆς τελετῆς καὶ δὲν βοηθÜει στὴν πνευματικὴ περισυλλογÞ, στὴν προσευχὴ καὶ τὴν κατÜνυξη.

β.         Ἡ ἔλλειψη σεμνüτητος καß σοβαρüτητος ἐκ μÝρους τῶν συμμετεχüντων(;) στü ΜυστÞριο τοῦ ΓÜμου. Λυποῦμαι βαθýτατα, ποὺ θὰ θßξω γιὰ μιÜ ἀκüμα φορÜ τὸ τüσο σημαντικὸ αὐτὸ θÝμα, τὸ ὁποῖο προδßδει ἔλλειψη βασικῶν κανüνων συμπεριφορᾶς καὶ δεοντολογßας. Γνωρßζω ὅτι δὲν γßνεται ἐπßτηδες, ἀλλὰ ὁ συρμὸς καὶ ἡ ὅλη στÜση πλÝον ἔναντι τῆς ζωῆς, ἢ μᾶλλον ἡ ἀποúεροποßηση τῆς ζωῆς μας, ὁδηγεῖ σὲ τÝτοιες συμπεριφορÝς ποý ἀπÜδουν σÝ ἀνθρþπους οἱ ὁποῖοι ὄντως ἐμφοροῦνται ἀπὸ εὐγÝνεια καὶ σοβαρüτητα ὡς πρὸς πολλὰ ἄλλα θÝματα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ντýνεσαι κατὰ τὸν ἴδιο τρüπο ὅταν πηγαßνῃς στὴν θÜλασσα γιὰ μπÜνιο καὶ ὅταν εἰσÝρχεσαι στὸν Ἱερὸ Ναü. Ὁ κÜθε χῶρος ἐπιβÜλλεται μὲ τὸν δικü του τρüπο καß ἀπαιτεῖ ξεχωριστÞ συμπεριφορÜ καß ὁπωσδÞποτε σεβασμü, πρῶτον τοῦ ἑαυτοῦ μας καß ὕστερα τῶν ἄλλων. Πολλῷ δÝ μᾶλλον ὅταν εὑρισκþμεθα ἐντüς τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ.

Στü ΜυστÞριο τοῦ ΓÜμου καλοýμεθα γιὰ προσευχὴ καὶ γιὰ δÝηση πρὸς τὸν Θεü, προκειμÝνου νÜ εὐτυχÞσουν οἱ νεüνυμφοι.

Δὲν γνωρßζω πüσοι ἔχουν συνειδητοποιÞσει τὴν ἀλÞθεια αὐτÞ. Δὲν εἶναι κοσμικὸ γεγονὸς τὸ ΜυστÞριο τοῦ ΓÜμου, ἀλλὰ Ἐκκλησιαστικὴ, Μυστηριακὴ τελετÞ. Ἐκεßνη τὴν ὥρα ἑνþνεται ὁ οὐρανὸς μὲ τὴ γῆ καὶ σý ἀδελφÝ μου, χορατεýεις, συζητᾶς, χαριεντßζεσαι, δὲν προσÝχεις τὰ τελοýμενα κ.λ.π. Καὶ τὸ χειρüτερο´ κατὰ τὴν ἱερὰ στιγμὴ ποῦ ψÜλλονται τÜ τροπÜρια «ἨσαÀα χüρευε...» κ.λ.π. πετþντας ρýζι, στοὺς νεονýμφους δημιουργεῖς μεγÜλη ταραχὴ στὶς ψυχÝς! Εἶναι ἕνα ἔθιμο τὸ νὰ ραßνουμε τοὺς νεονýμφους μὲ ρýζι, ἰσχυρßζονται πολλοß. Καß μεῖς ἀπαντᾶμε: Ναß, ἀλλÜ εἶναι ἕνα κακü ἔθιμο καß οὐδεμßα σχÝση ἔχει μὲ τὴν θεολογßα τῆς Ἐκκλησßας καὶ τὸ πνεῦμα τῆς τελετῆς καὶ γι’αυτü πρÝπει νὰ ἐκλεßψῃ.

γ.         Θὰ ἤθελα ἐπßσης νὰ ἀπευθυνθῶ στὶς κοπÝλλες οἱ ὁποῖες ζοῦν τὴν κορυφαßα στιγμὴ τῆς ζωῆς τους κατὰ τὴν ὥρα τῆς τÝλεσης τοῦ Μυστηρßου τοῦ ΓÜμου τους. Σὲ ὅλα τὰ ΜυστÞρια ποὺ ἔχω τελÝσει διαπιστþνω, ὅτι μὲ συγκßνηση συμμετÝχουν μαζὶ μὲ τὸν νυμφßο στὴν τελετÞ. Καὶ ἔχω ὅλες τßς φορÝς, ναὶ ὅλες τßς φορὲς, τὴν ἐσωτερικὴ πληροφüρηση, ὅτι ἡ προσευχὴ τους εἶναι θερμὴ καθὼς τὸ βλÝμμα τους πÝφτει πÜνω στὸ εἰκüνισμα τῆς Παναγßας μας, πÜνω στὰ πανÜγια μÜτια τῆς μεγÜλης μας ΜÜνας. ΠολλÝς φορÝς ὅμως ἡ ἐμφÜνιση, ἀπÜδει μÝ τÞν ἱερüτητα τοῦ Μυστηρßου καß τοῦ χþρου.

«Παιδß μου», εἶπα λßγες ἡμÝρες μετὰ τὸ ΓÜμο σὲ μιÜ πολὺ – πÜρα πολὺ καλὴ κοπÝλλα. «Παιδß μου, γιατß ἦλθες μὲ τüσο προκλητικὴ ἐμφÜνιση στὸ ΓÜμο σου; Ἀφοῦ γνωρßζω πüσο σεμνὴ εἶσαι στÞν ὅλη σου ζωÞ, στὴν ἐν γÝνει συμπεριφορÜ σου. Ἐκεßνη τὴν ὥρα παιδß μου, στεκüσουν μπροστὰ στὸν Κýριο, στὴν Παναγßα μας, στοὺς Ἁγßους, στὸν Ἐπßσκοπο...».

Τὸ κορßτσι μοῦ ἀπÞντησε μὲ εἰλικρßνεια: «ΔÝσποτα, τὸ κατÜλαβα καß ζητῶ συγγνþμη, ἀλλὰ ἐμεῖς τὰ νÝα παιδιὰ παρασυρüμαστε ἀπὸ ... τὴ μüδα καὶ ὅ,τι καινοýργιο παρουσιÜζεται στὶς βιτρßνες, μᾶς δελεÜζει...».

Ἔχουν δßκηο τὰ παιδιÜ, διüτι δὲν τὰ μÜθαμε νὰ μὴ ἐνδßδουν στßς ἐμπορικὲς προκλÞσεις, οἱ ὁποῖες λανσÜρονται γιὰ οἰκονομικοὺς λüγους ἀπὸ τὰ διÜφορα καταστÞματα... Ὁ Ἱερüς Χρυσüστομος λÝγει: «Κüσμει τÞν νýμφην μÞ τοýτοις τοῖς κοσμßοις τοῖς ἀπü τοῦ χρυσοῦ, ἀλλ’ ἐπιεικεßᾳ καß αἰδοῖ... Ἀντß παντüς κüσμου χρυσοῦ καß ἐμπλεγμÜτων, τü ἐρυθριᾶν, τü αἰσχýνεσθαι περιθεῖσα καß τü μÞ ζητεῖν ἐκεῖνα». ΔηλαδÞ, «Στüλιζε τÞν νýμφη ὄχι μÝ αὐτÜ τÜ χρυσᾶ στολßδια, ἀλλÜ μÝ καλωσýνη καß σεμνüτητα... Καß ἀντß γιÜ πολλÜ χρυσᾶ κοσμÞματα καß ἐπιτηδευμÝνα πλεξßματα, νÜ τῆς ἐμπνεýσῃς τÞν συστολÞ, τÞν ντροπÞ καß τÞν ἀποφυγÞ ὅλων τῶν παραπÜνω...» (Εἰς Κολ. ὁμιλ. ΙΒ’,6 ΕΠΕ 22,350).

δ.         Καὶ κÜτι τελευταῖο γιÜ τü παρüν ἄρθρο. ΔιÜβαζα πρὸ ἡμερῶν στὸν τοπικὸ τýπο, ἀλλÜ καß στüν Ἀθηναúκü, ὅτι κÜποια νÝα ζευγÜρια πηγαßνουν στὰ Δημαρχεῖα γιὰ νὰ τελÝσουν πολιτικὸ γÜμο, λüγῳ κρßσης. Θεωρῶ ὅτι τὸ ὅλο αὐτὸ σκεπτικü, ἐὰν βασßζεται σὲ αὐτὲς τὶς ἀπüψεις, εἶναι πÝρα γιὰ πÝρα λανθασμÝνο. Ἔχομε ἀναφερθῆ πολλÜκις στὸ θÝμα τοῦ πολιτικοῦ γÜμου καὶ παρÝλκει νὰ εἴπωμε ἐκ νÝου, ὅτι γιὰ τὴν Ἐκκλησßα δὲν ἔχει ὑπüσταση ὁ πολιτικüς γÜμος, ἔστω καὶ ἂν ἀναγνωρßζεται ἀπὸ τὴν πολιτεßα. Μιλῶ βεβαßως γιὰ τοὺς Ὀρθοδüξους Χριστιανοýς. Δὲν δýναμαι ὄντως νὰ ἀντιληφθῶ, τß θὰ πῇ: «ΠÜω στὸ Δημαρχεῖο νὰ κÜνω τὸ γÜμο μου, γιατß δὲν ἔχω χρÞματα νὰ πÜω στὴν Ἐκκλησßα!».

ΟὐδÝποτε ἐτÝθη τÝτοιο θÝμα, καß εἰδικÜ στὴν ΜητρüπολÞ μας, γιὰ τὴν τÝλεση οἱουδÞποτε Μυστηρßου. Τὰ ἔξοδα δὲν δημιουργοῦνται στὴν Ἐκκλησßα, οὔτε γιÜ τÞν Ἐκκλησßα, ἀλλὰ γιÜ φιÝστες ποὺ γßνονται μὲ τοὺς «κὶτς» στολισμοýς, μὲ τὴν πληθὺ τῶν καλεσμÝνων γιὰ «κοινωνικοὺς λüγους», ὅπως συνÞθως λÝγεται, «γιὰ νὰ βγÜλωμε τὶς ὑποχρεþσεις μας» καὶ γιὰ τὰ δαπανηρὰ γλÝντια καὶ τÜ γεýματα. Ἄν δßδωνται κÜποια χρÞματα στÞν Ἐκκλησßα, κατ’ εὐχαρßστηση, εἶναι ἐλÜχιστα, θÜ ἔλεγα μηδαμινÜ μπροστÜ στßς μεγÜλες σπατÜλες ποý γßνονται γιÜ ὅσα ἀκολουθοῦν μετÜ τü ΜυστÞριο.

ἈλÞθεια, τß χρειÜζονται ὅλα αὐτÜ; Ὅσα χρÞματα πετÜγονται – σπαταλῶνται, γιὰ τÝτοιες καταστÜσεις θὰ μποροῦσαν νὰ καλýψουν τὶς ἀνÜγκες ἑνὸς μεγÜλου μÝρους τῆς ζωῆς τῶν νεονýμφων.

Καὶ ἐπειδὴ γνωρßζω ὅτι μὲ τοὺς μεγÜλους κÜποιες φορὲς δýσκολα συνεννοῆσαι, ἐπιθυμῶ πατρικÜ, ἁπλὰ καὶ μὲ βαθειὰ ἀγÜπη νὰ ἀπευθυνθῶ στὰ παιδιÜ μας ποὺ πρüκειται νὰ ἔλθουν εἰς ΓÜμου Κοινωνßαν.

ΠαιδιÜ μου, προχωρεῖστε στü ΜυστÞριο τοῦ ΓÜμου σας μÝ πßστη στü Θεü, μÝ ἀγÜπη μεταξý σας, μÝ ἐμπιστοσýνη στÞν Ἐκκλησßα. Προχωρεῖστε χωρßς φανφÜρες, φιÝστες καß ἐπιδεßξεις. Εἶναι δικÞ σας προσωπικὴ ἀνεπανÜληπτη στιγμÞ. Ζῆστε την ὡς μοναδικὴ πνευματικὴ ἐμπειρßα. Μὲ τοὺς γονεῖς σας καὶ ὅσους πολý σᾶς ἀγαπᾶνε. Ἐλᾶτε στÞν Ἐκκλησßα ὅπως εἶστε. Ἐμεῖς ἐσᾶς περιμÝνουμε καὶ τßποτε ἄλλο. Ὅλα τὰ ἄλλα ξεχÜστε τα. Εἶναι περιττÜ. Δημιουργοῦν κüπο καὶ προσθÝτουν ἔξοδα καὶ προβλÞματα.

(ΤÞν ἑπομÝνη  ἙβδομÜδα θÜ ἀκολουθÞσῃ τü β’ μÝρος)

 

 

Ðåñéå÷üìåíá
ÅðéóôñïöÞ