ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
ΠΑΤΡΩΝ ΚΑΙ ΗΛΕΙΑΣ
ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ (1892-1903)
Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΔΑΜΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Τοῦ
ΣεβασμιωτÜτου Μητροπολßτου Πατρῶν
κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
(A’)
Στßς 25 τοῦ
μηνüς Σεπτεμβρßου, ἐτελÝσαμε τÜ θυρανοßξια τοῦ ἐκ βÜθρων ἀνακαινισθÝντος
Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγßου ἸωÜννου τοῦ Θεολüγου,
τοῦ Ἐπισκοπεßου Πατρῶν, ὁ ὁποῖος ἀνηγÝρθη
τü ἔτος 1899 ὑπü τοῦ ἀλÞστου μνÞμης, Ἀρχιεπισκüπου
Πατρῶν καß Ἠλεßας ἹεροθÝου τοῦ Μητροποýλου.
Ὁ ἴδιος Ἀρχιερεýς, εἶναι καß
ὁ κτÞτωρ τοῦ Ἐπισκοπεßου Πατρῶν (1898), ἱδρυτÞς πολλῶν
φιλανθρωπικῶν σωματεßων, ἀγωνιστÞς ὑπÝρ τῆς εὐσεβοῦς
ἡμῶν πßστεως καß ὑπερασπιστÞς τῶν ἱερῶν καß
τῶν ὁσßων τοῦ ΓÝνους μας, ὡς διÜδοχος ἡρþων καß μαρτýρων
ὑπÝρ τῆς Πßστεως καß τῆς Πατρßδος.
Ὁ Ἱερüθεος ἀγÜπησε τÞν ΠÜτρα, καß κατÜ τÜ δÝκα χρüνια ποý ἐποßμανε τüν Λαü τοῦ Θεοῦ στÞν ἈποστολικÞ μας Μητρüπολη, ἠνÜλωσε τüν ἑαυτü του, ὡς λαμπÜς καιομÝνη, φωτßζουσα μÝ τÜς φεγγοβüλους ἀληθεßας τῆς πßστεþς μας, θερμαßνουσα καß γλυκαßνουσα μÝ τÞν θαλπωρÞ τῆς ζεοýσης ἀγÜπης πρüς τÜ πνευματικÜ του παιδιÜ.
Ὁ Πατραúκüς Λαüς ἐτßμησε τüν λαμπρü του ΠοιμενÜρχη, τüν ἐνθυμεῖται μÝ σεβασμü καß ὑποκλßνεται στÞν μνÞμη του, ἐνῷ πολλοß εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι περνοῦν ἀπü τüν Ἱερü Ναü τοῦ Ἁγßου ἸωÜννου τοῦ Θεολüγου καß ἀνÜβουν κερß πÜνω στüν τÜφο του, εὐγνωμονοῦντες γιÜ ὅ,τι προσÝφερε στÞν ἈποστολικÞ πüλη καß ΜητρüπολÞ μας.
ΚεντρικÞ ὁδüς τῆς πüλεως εἶναι ἀφιερωμÝνη
σ’ αὐτüν τüν μεγÜλο ἐκκλησιαστικü ἄνδρα, ὁ ὁποῖος
ἀνεσυγκρüτησε τÞν ΜητρüπολÞ μας καß συνÞγειρε τßς ψυχÝς τῶν Ὀρθοδüξων
εἰς ἀγῶνας πνευματικοýς. Εἶχε τÞν ἱκανüτητα νÜ
συγκεντρþνῃ πÝριξ αὐτοῦ συνεργÜτας τοýς ἀρßστους, γιÜ
νÜ προωθῆται τü ὅλο Ἐκκλησιαστικü ἔργο, τü ὁποῖο
ἐκÜλυπτε ὅλους τοýς τομεῖς (ΛειτουργικÞ ζωÞ, κατÞχηση, θεῖο
κÞρυγμα, κοινωνικÞ προσφορÜ, συγγραφικü ἔργο). ΓιÜ τÞν ἐποχÞ του ἦτο
πολý προοδευτικüς καß πρωτοπüρος, ἦτο
ὁραματιστÞς.
Βοηθοß στü ἔργο του καß ἀρωγοß στÞν
προσπÜθειÜ του, Κυρηναῖοι στüν Γολγοθᾶ του, οἱ ἀεßμνηστοι
Ἀρχιμ. ΕὐσÝβιος Ματθüπουλος, Ἠλßας Βλαχüπουλος, Πολýκαρπος
Συνοδινüς, ΕὐγÝνιος Οἰκονüμου, Σπυρßδων ΓιαννουλÝας, ΓαβριÞλ
ΠαπανικολÜου, ΓαβριÞλ Φραγκοýλιας κλπ.
Στü Ἐπισκοπεῖο Πατρῶν εὑρÝθη
ἕνα τετρÜδιο, χειρüγραφο τοῦ ἀοιδßμου Ἀρχιεπισκüπου ἹεροθÝου,
ὅπου σημειþνει μÝ τü ἁγιασμÝνο χÝρι του, πολλÜ στοιχεῖα ἄγνωστα
σÝ μᾶς, τüσο γιÜ τÞν προσωπικÞ του ζωÞ, ὅσο καß γιÜ κÜποια ἀπü
τÜ ἔργα του. Εἶναι περßληψη ἑνüς μÝρους τῆς εὐλογημÝνης
ζωῆς του.
ΜεταφÝρομε κÜποια στοιχεῖα ἀπ’ ὅσα
διεσþθησαν στü προαναφερθÝν τετρÜδιο.
ΓρÜφει ὁ ἀοßδιμος Ἱερüθεος:
«ἘγεννÞθην εἰς ΤρεστενÜ,
χωρßον τοῦ ΔÞμου ΔημητζÜνης τῆς Γüρτυνος, τüν Ἰοýλιον τοῦ
1839, ἐκ γονÝων εὐσεβῶν ΝικολÜου καß Αἰκατερßνης.
Βαπτισθεßς δÝ ὀνομÜσθην ΠÝτρος.
ΚατÜ τü τÝταρτο ἔτος τῆς ἡλικßας
μου ἤρχισα τÜ ἱερÜ γρÜμματα ἀπü τü «ΣταυρÝ(+) βοÞθει μοι»,
α.β.γ. κλπ., μαθητευüμενος παρÜ τῆς διδασκαλßσσης τοῦ χωρßου
Πελαγßας, καλογραßας οὔσης.
Τü 10-11 ἔτος τῆς ἡλικßας
μου, ἐξ ἀναγνþσεως ἱερῶν βιβλßων, διηγÝρθη ἐν τῇ
καρδßᾳ μου ὁ πüθος καß ἡ ἐπιθυμßα νÜ γßνω μοναχüς. ΤÞν ἐπιθυμßαν
μου ταýτην ἐδÞλωσα πρüς τοýς γονεῖς μου ζητῶν παρ’αὐτῶν
τÞν εὐλογßαν καß τÞν ἄδειαν πρüς τüν σκοπüν τοῦτον. Ἀλλ´
ὁ πατÞρ μου τü πρῶτον δÝν ἤθελε να μοß ἐπιτρÝψῃ,
καθ’ ὅτι ἤμην τü τελευταῖον τÝκνον του καß μÝ ἠγÜπα
περισσüτερον τῶν ἄλλων ἀδελφῶν μου, ὡς υἱüν
τοῦ γÞρατüς του. Τελευταῖον, ὅμως μετÜ 2 ἤ 3 ἔτη,
βλÝπων τÞν ἐπιμονÞν μου πρüς τüν μοναχικüν βßον, ἔδωκÝ μοι τÞν ἄδειαν,
εἰπþν μοι τÜ ἀξιοσημεßωτα ταῦτα: “Παιδß μου δÝν θÝλω νÜ σÝ ἐμποδßσω
πλÝον ἀπü τüν δρüμον τῆς ἐπιλογῆς σου, ἵνα μÞ ἁμαρτÞσω
πρüς τüν Κýριον. ΠÞγαινε μÝ τÞν εὐχÞν μου καß ἄς στερηθῶ ἐγþ
τῆς σωματικῆς προστασßας σου, ἵνα εὕρω ψυχικÞν
βοÞθειαν”.
Λαβþν οὕτω τÞν ἄδειαν καß
τÞν εὐχÞν τῶν σεβαστῶν μου γονÝων ὡδηγÞθην εἰς
τÞν ΜονÞν τοῦ ΜεγÜλου Σπηλαßου τÞν 12ην τοῦ μηνüς Ὀκτωβρßου
τοῦ 1853 καß ὑπετÜγην εἰς τüν σεβÜσμιον ΓÝροντα Ἱερüθεον
Πετρüπουλον, Προηγοýμενον, μεμακρυσμÝνον συγγενῆ μου, τοῦ ὁποßου
ἔλαβον καß τü ὄνομα, ὅτι τü 1857 ἔλαβον τÞν κουρÜν τοῦ
μοναχοῦ...».
ΔιαβÜζοντας αὐτü τü συγκλονιστικü κεßμενο
διαπιστþνουμε τÜ ἑξῆς.
Ὁ μακαριστüς ἹερÜρχης ἐγεννÞθη
σÝ χρüνους δýσκολους καß μÜλιστα σÝ μιÜ περιοχÞ ὀρεινÞ ὅπου οἱ
ἄνθρωποι ἀγωνßζονταν γιÜ τü ζῆν κÜτω ἀπü σκληρÝς συνθῆκες.
Ὅμως ποτÝ δÝν ἔχασαν τÞν πßστη τους στüν ἀληθινü Θεü. ΑὐτÞ
ἡ πßστη τοýς ἐστÞριξε καß τοýς ἐβοÞθησε νÜ μεγαλουργÞσουν. Ἀπü
αὐτÜ τÜ κακοτρÜχαλα τÜ βουνÜ, ἀναδεßχθηκαν μεγÜλες προσωπικüτητες τῆς
Ἐκκλησßας καß τῆς Πατρßδος. ΑὐτÜ τÜ πÝτρινα «πεζοýλια» ἀνÝδειξαν
τüν Ἅγιο ἘθνοúερομÜρτυρα Γρηγüριο τüν Ε´, τüν ἘθνεγÝρτη Παλαιῶν
Πατρῶν Γερμανü, καß τüσους ἄλλους Κληρικοýς καß Λαúκοýς, οἱ ὁποῖοι
ἔδωσαν τÞν ζωÞ τους καß τü αἷμα τους γιÜ τüν Χριστü καß τÞν ἙλλÜδα.
«Ὁ
πατÝρας του ἦτο ἀπü τÜ παλληκÜρια τοῦ Θεοδþρου Κολοκοτρþνη,
τοῦ Πανουργιᾶ καß τοῦ Πλαποýτα. Ἐπικεφαλῆς 30-40
συγχωριανῶν του εἶχε λÜβει μÝρος στßς κυριþτερες μÜχες τοῦ
1821: Καρýταινα, ΛÜλα, Τρßκορφα, Τρßπολη, ΠÜτρα, ΔερβενÜκια, Ἄργος...» (Ἀρχιμ.
Ἠλßα Μαστρογιαννοποýλου, Ἱερüθεος Μητρüπουλος, ὁ φωτισμÝνος ἹερÜρχης,
ἙπτÜλοφος, Ἀθῆναι 1993, σελ. 7).
ἘντυπωσιÜζει, ἀπü τßς σημειþσεις τοῦ
μακαριστοῦ ἹεροθÝου, ἡ ἀναφορÜ του στÞν δασκÜλα του, ἡ
ὁποßα ἦτο μοναχÞ, «καλογραßα», ὡς χαρακτηριστικÜ σημειþνει. Ἡ
ἀναφορÜ αὐτÞ εἶναι μιÜ ἀπÜντηση σÝ ὅσους
διÜκεινται ἀρνητικÜ στüν ρüλο ποý ἔπαιξε ἡ Ἐκκλησßα μας
σÝ πολý δýσκολες καß σκληρÝς περιüδους γιÜ τü ΓÝνος μας, τüτε ποý οὔτε
Σχολεῖα συγκροτημÝνα ὑπῆρχαν, οὔτε Παιδεßα ὀργανωμÝνη,
οὔτε καß δÜσκαλοι. Ὅμως ἡ ψυχÞ τοῦ Λαοῦ ἔμεινε
ὄρθια, γιατß τÜ Ἑλληνüπουλα γαλουχÞθηκαν μÝ τÜ νÜματα τῆς
πßστεως στüν Θεü καß τῆς ἀγÜπης στÞν Πατρßδα. ΔιατηρÞθηκε ἡ
γλῶσσα μας, ἡ Ὀρθüδοξη ταυτüτητÜ μας, ἡ ἰδιοπροσωπßα
μας. Πüσα χρωστᾶμε στοýς Μοναχοýς καß τßς ΜοναχÝς μας ποý κρατþντας τü κερß
καß τü «χτωÞχι» στü χÝρι ἀνÜστησαν τßς ἀποσταμÝνες τοῦ ΓÝνους
ἐλπßδες!
Συγκινεῖ ἐπßσης, τü ὅτι στÞν ἡλικßα
τῶν τεσσÜρων ἐτῶν —ναß, τῶν τεσσÜρων ἐτῶν!—
μαθαßνοντας τÞν «Ἄλφα-βῆτα», ἄρχισε τÞν μαθητεßα καß στÜ ἱερÜ
γρÜμματα μÝ τÞν φρÜση «ΣταυρÝ(+) βοÞθει μοι». ΓιÜ κÜποιον ποý γνωρßζει ἀπü
διδακτικÞ μÝθοδο δÝν εἶναι παρÜδοξο ὅτι ὁ ἹερÜρχης
σημειþνει τü Σταυρü μÝ τü ἱερü του σχῆμα. ὙπÜρχει ἡ
διδακτικÞ ἀρχÞ: «Δßδασκε ἐποπτικῶς». Φαßνεται καθαρÜ ὅτι
ἡ ἁπλῆ καλογραßα, μÝ τßς γνþσεις τῆς ἐποχῆς
ἐκεßνης, χρησιμοποιοῦσε σωστÞ διδακτικÞ μÝθοδο, παρουσιÜζοντας τüν Τßμιο
Σταυρü στüν νεαρü ΠÝτρο, τßς ἹερÝς Εἰκüνες καß τÜ ἄλλα τῆς
Ἐκκλησßας μας ἱερÜ σýμβολα. ΜÝσα ἀπü τÝτοια κατÜθεση ψυχῆς
τῆς «καλογραßας» Πελαγßας, ἡ Ἐκκλησßα τοῦ Χριστοῦ,
ἡ ἙλλÜδα, ἡ ΠÜτρα ἐκÝρδισαν καß ἀπÞλαυσαν ἕνα
ἹερÜρχη μεγÜλου πνευματικοῦ βεληνεκοῦς. Τß θÜ εἶχαν νÜ
εἴπουν ἆρα γε σÞμερα ὅσοι ὑποστηρßζουν τÞν «ἄθεη»
παιδεßα καß τÜ «ἄθεα» γρÜμματα, γιÜ νÜ θυμηθοῦμε τÜ λüγια τοῦ
μεγÜλου ἘθνοúερομÜρτυρος καß Ἐθναποστüλου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ;
Ὅμως ἡ καρδιÜ πÜλλει ἀπü
συγκßνηση καß ἡ ψυχÞ καταλαμβÜνεται ἀπü δÝος, ὅταν ἀναγινþσκῃ
κανεßς τÜ περß τοῦ πüθου του 11/ετοῦς ΠÝτρου νÜ γßνῃ μοναχüς.
Ποιüς ἐφýτευσε σ’ αὐτÞ τÞν ἁγνÞ παιδικÞ ψυχÞ αὐτüν τüν
πüθο; Εὔκολα θÜ ἔδιδε κÜποιος τÞν ἀπÜντηση. Ἡ «καλογραßα»!
Ἀλλ´ ὄχι. Τüν πüθο αὐτü σÝ μιÜ παιδικÞ ψυχÞ, τüν τüσο ἱερü
πüθο, γιÜ τÞν ὁλοκληρωτικÞ ἀφιÝρωση στüν Θεü, δÝν τüν φυτεýει ἄνθρωπος,
ἀλλ’ ὁ ἴδιος ὁ Θεüς. Ἡ Πελαγßα δÝν ἐδßδασκε
μüνο τüν ΠÝτρο, ἀλλÜ καß τÜ ἄλλα παιδιÜ τοῦ χωριοῦ. Ὁ
ΠÝτρος ὅμως ξεχþρισε. Ἡ ΧÜρις τοῦ Θεοῦ τüν εἶχε θαυμαστÜ
ἐπισκιÜσει.
ΘÜ σταθῶ καß στÞν ἀντßδραση τοῦ
πατÝρα, ὅταν ἐπληροφορÞθη τÞν ἐπιθυμßα τοῦ μικροῦ
του υἱοῦ νÜ μονÜσῃ «Τü παιδß
μου, θÝλει νÜ γßνῃ μοναχüς. Τü παιδß θÜ πÜῃ στü ΜοναστÞρι. Καß εἶναι
ἡ ἀπαντοχÞ μου. Τü τελευταῖο, τü ἀγαπημÝνο μου παιδß...». Ἡ πρþτη ἀντßδραση φαßνεται φυσιολογικÞ. Ὅλοι οἱ γονεῖς
κÜνουν κÜποια ὄνειρα γιÜ τÜ παιδιÜ τους. ΚÜποιες φορÝς ἡ ἀντßδραση
εἶναι μεγαλýτερη. Ἀλλ’ ὁ ΠÝτρος ἐπιμÝνει. Ὁ
πατÝρας κατανοεῖ. Εἶναι θÝλημα Θεοῦ. Γονατßζει προσεýχεται,
δßδει τÞν εὐχÞ του στü παιδß. Ἀληθῶς δÝν μπüρεσα νÜ
συγκρατÞσω τÜ δÜκρυÜ μου, διαβÜζοντας τÜ ὅσα σημειþνει ὁ ἀεßμνηστος
ΠροκÜτοχüς μου ἐπ’αὐτοῦ. Ἀποκαλεῖ τÜ λüγια τοῦ
πατρüς του «ἀξιοσημεßωτα», καß ὄντως εἶναι. «Παιδß μου πÜρε τÞν εὐχÞ μου, δÝν θÝλω
νÜ σÝ Ýμποδßσω... ἵνα μÞ ἁμαρτÞσω πρüς Κýριον... ἄς στερηθῶ
ἐγþ τῆς σωματικῆς προστασßας σου, ἵνα εὕρω
ψυχικÞν βοÞθειαν...».
Τß ὑπÝροχα λüγια, βγαλμÝνα ἀπü τÞν
ψυχÞ ἑνüς ἀγρÜμματου, ταπεινοῦ, βουνÞσιου ἀνθρþπου, ὁ
ὁποῖος θεολογεῖ μÝ τῆς καρδιᾶς του τÞν ἁπλüτητα
καß τÞν πηγαßα εὐσÝβεια!
Τßποτα δÝν εἶναι δικü μας. Ὅλα εἶναι
δῶρα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ζωÞ μας, τÜ παιδιÜ μας, ὅλα τÜ ἀγαθÜ...
εἶναι εὐλογßα τοῦ Θεοῦ. Ὁ πατÝρας προσφÝρει μÝ
τÞν καρδιÜ του στüν Θεü, ἀντßδωρο τῆς οὐρÜνιας δωρεᾶς Του,
τü ἴδιο τü παιδß του. «ΤÜ σÜ ἐκ
τῶν σῶν, σοß προσφÝρομεν Κýριε...».
Ἔτσι ἀρχßζει ἡ θαυμαστÞ πορεßα
τοῦ ἹεροθÝου γιÜ τßς πνευματικÝς κορυφÝς, μιÜ πορεßα ποý ἄρχισε
ἀπü τü χωριü ΤρεστενÜ, σημερινÞ Μελισσüπετρα τῆς Ἀρκαδßας, καß
κατÝληξε στÞν μεγαλþνυμη ΠÜτρα.
ΤÞν πορεßα αὐτÞ θÜ παρακολουθÞσουμε στü Β’
μÝρος τῆς ἀναφορᾶς μας στÞν προσωπικüτητα τοῦ ἀοιδßμου
ἹεροθÝου.
|
|
|