ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΠΑΤΡΩΝ ΚΑΙ ΗΛΕΙΑΣ

 ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ (1892-1903)

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΔΑΜΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

                            Τοῦ ΣεβασμιωτÜτου Μητροπολßτου Πατρῶν

                                                                 κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

 

 

ΜΕΡΟΣ (Β’)

Στßς 12 Ὀκτωβρßου 1853, ὁ νεαρüς ΠÝτρος ἐγκαταλεßπει τÜ ΤρεστενÜ, τü ὄμορφο χωριü του, καß μÝ τÞν εὐχÞ τῶν γονÝων του, φτÜνει στÞν κλεινÞ καß γεραρÜ ΜονÞ τοῦ ΜεγÜλου Σπηλαßου, γιÜ ἀγῶνες ἀσκητικοýς κοντÜ στüν σεβÜσμιο ΓÝροντα Ἱερüθεο Πετρüπουλο.

            Ὁ Μητροπολßτης Ἱερüθεος σημειþνει στü τετρÜδιü του:

«Εἰς τü ΜÝγα ΣπÞλαιον ὑπετÜγην εἰς τüν σεβÜσμιον ΓÝροντα Ἱερüθεον Πετρüπουλον, Προηγοýμενον, μεμακρυσμÝνον συγγενῆ μου, τοῦ ὁποßου τü ὄνομα ἔλαβον, ὅτι τü 1857 ἔλαβον τÞν κουρÜν τοῦ Μοναχοῦ.

            ΜετÜ δÝ δýο ἔτη, ἤτοι τü 1859, ἐκλÞθην εἰς ἈθÞνας ὑπü τοῦ νεοχειροτονηθÝντος Ἐπισκüπου Γυθεßου ἸωσÞφ, ὅστις μÝ ἐχειροτüνησεν ἹεροδιÜκονον τÞν 29ην Αὐγοýστου τοῦ ἰδßου ἔτους, ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ ΠετρÜκη, καß ἠκολοýθησα αὐτüν εἰς τÞν ἐπαρχßαν του».

            Ἀπü τßς παραπÜνω σημειþσεις φαßνεται ὁ ἱερüς ζῆλος τοῦ νεαροῦ ΠÝτρου νÜ εἰσÝλθῃ στßς αὐλÝς τοῦ Κυρßου καß νÜ ἐνδυθῇ τü Ἀγγελικü Σχῆμα. Ὅμως, ὑποτÜσσεται καß μαθητεýει κοντÜ σÝ «σεβÜσμιο» ΓÝροντα, γιατß ὁ μοναχικüς δρüμος εἶναι κοπιþδης και δýσκολος. ΧρειÜζεται ὁδηγüς ἀπλανÞς γιÜ τÞν κατÜ Θεüν πορεßα. ΠολλÝς φορÝς χωρßς πνευματικÞ δοκιμασßα, χωρßς ὑποταγÞ, χωρßς ἐκκοπÞ τοῦ ἰδßου θελÞματος, ὁδηγοῦνται εὐσεβεῖς νÝοι μας, οἱ ὁποῖοι εἶναι καλÜ καß εὐλογημÝνα παιδιÜ, στüν μοναχικü βßο. Ἡ ἀπειρßα ὅμως δημιουργεῖ ναυÜγια, καß ὁ διÜβολος καιροφυλακτεῖ προκειμÝνου νÜ καταπßῃ τοýς ἀδοκßμους ἀγωνιστÜς. Ὁρμþμενος ἀπü τü ἁγιασμÝνο παρÜδειγμα τοῦ ἹεροθÝου, δρÜττομαι τῆς εὐκαιρßας νÜ θßξω τü τüσο σημαντικü αὐτü θÝμα, ἀπü τü ὁποῖο ἀξαρτῶνται πολλÜ ὡς πρüς τÞν πορεßα τῶν Ἐκκλησιαστικῶν μας πραγμÜτων καß τÞν πνευματικÞ πρüοδο τῶν Μοναχῶν ἀλλÜ καß ὅλων τῶν Κληρικῶν.

            Καß συνεχßζει ὁ μακÜριος ἀνÞρ:

«Ἐκεῖ, ἐν Γυθεßῳ, διÞκουσα τÜ ΣχολαρχιακÜ μαθÞματα, καß τü 1862 κατετÜχθην μαθητÞς ἐν τῇ ἐν ἈθÞναις Ῥιζαρεßῳ Σχολῇ. Εἶτα, συμπληρþσας ἐπß τριετßαν τÜ ἐγκýκλια μαθÞματα, ἐνεγρÜφην το 1866 φοιτητÞς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημßῳ. ἘκÞρυττον δÝ και τüν θεῖον λüγον ἐν τῷ Ἱερῷ Ναῷ τῆς Ἁγßας Αἰκατερßνης, ἱεροδιÜκονος ὤν ἐν αὐτῷ». 

            Ἡ Θεολογßα στηρßζεται στÞν πνευματικÞ ζωÞ, ὅπως βιþνεται μÝ τÞν προσευχÞ καß τÞν ἐσωτερικÞ σχÝση μÝ τüν Θεü, μÝσα στÞν Ἐκκλησßα, τελειουμÝνη διÜ τῶν Ἱερῶν Μυστηρßων. Ὁ Ἅγιος ΝεῖλοςἈσκητÞς λÝγει: «Εἰ θεολüγος εἶ, προσεýξῃ ἀληθῶς, καß εἰ ἀληθῶς προσεýχῃ, θεολüγος εἶ». ΑὐτÞν τÞν γνþση καλλιεργοῦσε ἐμπειρικÜ ὁ πολýς Ἱερüθεος. Ὅμως δÝν παρÝλειψε νÜ καλλιεργÞσῃ καß τÞν θýραθεν σοφßα, ἡ ὁποßα ἐπßσης εἶναι δῶρον Θεοῦ. Ἔτσι ὁ νεαρüς ΔιÜκονος, παρÜλληλα μÝ τÜ καθÞκοντÜ του στüν Ἱερü Ναü, τÜ ὁποῖα ἐπιτελοῦσε μÝ σεμνüτητα καß ἱεροπρÝπεια καß σýνεση γεροντικÞ, καßτοι νÝος εἰς τÞν ἡλικßα, μελετᾶ καß τÞν ἐπιστÞμη τῆς Θεολογßας, στÜ ἕδρανα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημßου Ἀθηνῶν.

            Τüτε ἡ ΘεολογικÞ ΣχολÞ ἦτο φυτþριον ἁγιüτητος. Τþρα χρειÜζεται μεγÜλος ἀγþνας γιÜ να κρατηθοῦν οἱ ΣχολÝς σÝ αὐτÜ τÜ πνευματικÜ ὕψη, ἀφοῦ οἱ καιροß ἔχουν ἀλλÜξει τüσο πολý, καß τü πνεῦμα τῆς ἐκκοσμßκευσης ἔχει ἐπηρεÜσει τÜ πÜντα. Πιστεýουμε ὅτι παρÜ τÞν  πνευματικÞ κρßση, καß σÞμερα οἱ ΘεολογικÝς μας ΣχολÝς, μÝσα ἀπü τüν ἀγῶνα καß τßς προσπÜθειες κατηρτισμÝνων καθηγητῶν καß τÞν παρουσßα εὐλογημÝνων φοιτητῶν, συνεχßζουν τÞν προσφορÜ τους στÞν Ἐκκλησßα καß τü Ἔθνος.

            Ἄς προχωρÞσωμε ὅμως στßς σημειþσεις τοῦ κλεινοῦ ἹερÜρχου:

            «ΤÞν 18ην Ἰουλßου τοῦ 1870 διωρßσθην ὑπü τῆς Ἱερᾶς Συνüδου καß τοῦ Ὑπουργεßου, ἱεροκῆρυξ ἔκτακτος ἐν τῷ Νομῷ Αἰτωλοακαρνανßας, ὅτι ἤκμαζεν ἡ ληστεßα ἐν ταῖς ἐπαρχßαις, ἰδßως τῆς Ναυπακτßας καß Εὐρυτανßας. ΤÞν δÝ 20ην Φεβρουαρßου 1872 διωρßσθην ἔκτακτος ἱεροκῆρυξ εἰς τüν Νομüν Λακωνßας, καß ἐκεῖθεν τü 1875 μετετÝθην εἰς τüν Νομüν Φθιþτιδος. ἈλλÜ τü ἑπüμενον ἔτος παρῃτÞθην τῆς Δημοσßου θÝσεως τοῦ ἱεροκÞρυκος, καß ἔλαβον τÞν Διεýθυνσιν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἐφημερßδος “ἡ ΕἰρÞνη”, καß εἶτα τοῦ “Λüγου”, διδÜσκων ἅμα καß κηρýττων τüν θεῖον λüγον ἐν τῇ Σχολῇ τοῦ κ. Ἀ. ΜακρÜκη, ἧς μÝλος ἀπετÝλουν, ὅτι καß Πρüεδρος ἅμα τοῦ θρησκευτικοῦ Συλλüγου “ἸωÜννης ὁ ΒαπτιστÞς”».

            Ζῆλος θερμουργüς κατÝχει τÞν ψυχÞ τοῦ νεαροῦ κληρικοῦ. Ἀγῶνες σÝ ἐποχÝς δýσκολες, καß σÝ ἀκüμα δυσκολþτερες περιοχÝς, γιÜ νÜ φυτεýσῃ στßς καρδιÝς τῶν ἀνθρþπων τüν Χριστü καß τÞν ἀλÞθεια τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελßου. Μελετþντας τÞν ἁγιασμÝνη ζωÞ τοῦ ἹεροθÝου, ἀντιλαμβÜνεται κανεßς τοýς κüπους καß τοýς μüχθους ποý κατÝβαλλαν τüτε οἱ ἱεροκÞρυκες, προσφÝροντας τÞν ἴδια τÞν ζωÞ τους γιÜ τÞν δüξα τοῦ Θεοῦ καß τÞν σωτηρßα τῶν ἀνθρþπων. Πüσα ὀφεßλει τü Ἔθνος μας σ’ αὐτÝς τßς σεβÜσμιες μορφÝς, ποý κρατþντας τü ῥαβδß στü χÝρι καß τü δισÜκι στüν ὦμο, ἀνηφüριζαν σÝ δρüμους δýσβατους καß βουνÜ γιÜ νÜ μορφþσουν στßς ψυχÝς Ἰησοῦν Χριστüν ἘσταυρωμÝνον καß ἈναστÜντα. ΓιÜ νÜ ἡμερÝψουν τßς καρδιÝς καß να γεφυρþσουν χÜσματα. ΓιÜ νÜ ἐπουλþσουν πληγÝς, καß να διδÜξουν, ἀκüμη, τÜ ἙλληνικÜ ΓρÜμματα.

            Ἐμεῖς οἱ νεþτεροι ἹεροκÞρυκες ἀγωνιστÞκαμε κÜτω ἀπü διαφορετικÝς συνθῆκες, ποý διευκüλυναν, ὄχι μüνο τßς μετακινÞσεις μας, ἀλλÜ καß τü ὅλο ἔργο μας. Ὅμως, ἐÜν ἕνας διδÜσκαλος τῶν Θεßων Ἀληθειῶν ἐπιθυμῇ νÜ ἐπιτýχῃ ὄντως στü ἅγιο ἔργο του, δÝν ἔχει παρÜ νÜ καθρεφτßζεται κÜθε ἡμÝρα στßς λαμπρÝς μορφÝς τῶν ἀγωνιστῶν αὐτῶν κληρικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπüτισαν μÝ τüν ἱδρῶτα τους καß τü αἷμα τους τÜ χþματα τῆς Ὀρθοδüξου Πατρßδος μας. Θα σταθῶ ὅμως καß στÞν σημεßωση τοῦ ἹεροθÝου σχετικÜ μÝ τüν διορισμü του ἀπü τü Ὑπουργεῖο στÞν Αἰτωλοακαρνανßα «ὅτι ἤκμαζεν ἡ ληστεßα...». Τüτε τü ΚρÜτος χρησιμοποιοῦσε καß τÞν δýναμη τῆς Ἐκκλησßας γιÜ τÞν καταστολÞ τῆς παραβατικüτητος. Ἀξιοποιοῦσε τüν λüγο τοῦ Θεοῦ καß τοýς καταξιωμÝνους ἐργÜτας τοῦ Εὐαγγελßου. ΜακÜρι καß τþρα νÜ κατανοÞσῃ ἡ Πολιτεßα αὐτÞν τÞν ἀνÜγκη, καß νÜ ἀξιοποιÞσῃ αὐτÞν τÞν πνευματικÞ δýναμη γιÜ θεραπεßα τῶν παθῶν καß ἔξοδο ἀπü τÞν πνευματικÞ κρßση ἡ ὁποßα μαστßζει τÞν χþρα μας. 

            Ἄς παρακολουθÞσωμε ὅμως τÜ ὅσαἴδιος ἀναφÝρει στÞν συνÝχεια γιÜ τüν ἑαυτü του:

«Το 1879, καταγγελθÝντος τοῦ κ. Ἀπüστολου ΜακρÜκη ἐπß ἀντιθÝτους τῇ Ἐκκλησßᾳ δοξασßας, συγκατηγορÞθην κἀγþ μετ’ ἄλλων συναδÝλφων μου κληρικῶν ὡς ὁμοφρονοῦντες τῷ κ. ΜακρÜκῃ, καß κατεδικÜσθημεν ὑπü τῆς Ἱερᾶς Συνüδου εἰς πολυετῆ ἐξορßαν ἐγþ μÝν εἰς τÞν ἐν Ἄνδρῳ ΜονÞν τῆς ΠαναχρÜντου, καß ἐκεῖθεν εἰς τÞν ἐν ΠÜρῳ ΜονÞν τῆς ΛογγοβÜρδας, ἔνθα καß διÝμενον ἐπß δýο ἔτη, οἱ δε ἄλλοι συνÜδελφοß μου εἰς ἄλλας ΜονÜς τοῦ ΚρÜτους.

            Ἐπανελθüντες εἰς ἈθÞνας, προσÞλθομεν ἐνþπιον τῆς Ἱερᾶς Συνüδου τü 1884, και ἐζητÞσαμε συγγνþμην, ἥτις καß ἐδüθη ἡμῖν. Συγχρüνως δÝ ἡ Σýνοδος μÝ ἐπρüτεινε ὡς ἱεροκÞρυκα εἰς τüν Νομüν Αἰτωλοακαρνανßας, καß διωρßσθην ὑπü τοῦ Ὑπουργεßου τÞν 3ην Δεκεμβρßου τοῦ ἰδßου ἔτους.

            Τü ἑπüμενον ἕτος, 1885, Αὐγοýστου 6, μετετÝθην εἰς τüν Νομüν Ἀττικῆς, ἔνθα καß διατελῶ ἤδη Ἱεροκῆρυξ.

                                    Ἐν ἈθÞναις τῇ 25ῃ Σεπτεμβρßου 1885

                                  Ἀρχιμανδρßτης Ἱερüθεος Μητρüπουλος, Ἱεροκῆρυξ».

 

            Ἀπü τßς παραπÜνω γραμμÝς φαßνεται ἡ πονεμÝνη ἱστορßα τοῦ ἹεροθÝου, ἡ ἔχουσα σχÝση μÝ τüν Ἀπüστολο ΜακρÜκη. ΔÝχθηκε μÝ ὑπομονÞ τÞν ἐξορßα, καß τÞν ἐκμεταλλεýτηκε πνευματικÜ στÜ ΜοναστÞρια ὅπου Ýγκαταβßωσε ὡς ἔγκλειστος. Ἡ ὑπακοÞ του στÞν Ἐκκλησßα τüν ὕψωσε, καß ὁ Κýριος τüν ἐχαρßτωσε. Οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε ἀτελεῖς, καß γιÜ τοῦτο πολλÜκις σφÜλλουμε. Ἡ ἐκζÞτηση τῆς συγγνþμης καß ἡ ταπεßνωση —ἔστω καß ἄν κÜποτε, ἀνθρωπßνως, ἔχομε ἀδικηθῆ— προδßδουν ἀδαμÜντινους χαρακτῆρες, ὅπως ἦτανἹερüθεος. ΜετÜ ἀπü αὐτÞν τÞν δοκιμασßα, τÞν προσευχÞ, τÞν πνευματικÞ περισυλλογÞ καß τÞν ὑπακοÞ στÞν Ἐκκλησßα, ἦλθε ἡ κατÜ Θεüν δüξα, ἀφοῦ ὁ ταπεινüς Ἱερüθεος ἀνῆλθε στüν Ἀρχιερατικü Θρüνο Πατρῶν καß Ἠλεßας.

            ΑὐτÞ τÞν δοξασμÝνη πορεßα θÜ παρακολουθÞσωμε στü Γ’ μÝρος τῆς ἀναφορᾶς μας στÞ σεπτÞ μορφÞ τοῦ ἀοιδßμου ἹεροθÝου.          

 

 

Ðåñéå÷üìåíá
ÅðéóôñïöÞ