ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΠΑΤΡΩΝ ΚΑΙ ΗΛΕΙΑΣ

 ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ (1892-1903)

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΔΑΜΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

                            Τοῦ ΣεβασμιωτÜτου Μητροπολßτου Πατρῶν

                                                                 κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

 

 (Γ’)

 

«ΔιετÝλεσα ὡς ἱεροκÞρυξ τοῦ Νομοῦ Ἀττικοβοιωτßας 7 ἔτη, διδÜσκων τüν θεῖον λüγον εἰς ἈθÞνας καß καθ’ ὅλον τüν Νομüν.

ΤÞν 20Þν Νοεμβρßου 1892 ἐπρüτεινÝ με ἡ ἹερÜ Σýνοδος ὡς ὑποψÞφιον τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Πατρῶν καß Ἠλεßας, καß τÞν 25ην τοῦ ἰδßου μηνüς ἐνεκρßθην ὑπü τοῦ ΒασιλÝως ὡς Ἀρχιεπßσκοπος αὐτῆς. ΤÞν δÝ 6ην Δεκεμβρßου τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ἡμÝραν τοῦ Ἁγßου ΝικολÜου, ἐχειροτονÞθην Ἀρχιερεýς ἐν τῇ Μητροπüλει Ἀθηνῶν ὑπü τοῦ Μητροπολßτου Γερμανοῦ Καλλιγᾶ καß τῶν Συνοδικῶν Νεοφýτου Λαρßσσης, Γρηγορßου ΔημητριÜδος καß ΜισαÞλ Θαυμακοῦ.

ΠαρÝμεινον εἰς ἈθÞνας μετÜ τÞν χειροτονßαν μου μÝχρι τÝλος τοῦ μηνüς Δεκεμβρßου, καß τÞν 3ην Ἰανουαρßου 1893 ἦλθον εἰς ΠÜτρας, ἔνθα ἐγÝνετü μοι μεγÜλη καß ἐπιβÜλλουσα ὑποδοχÞ ὑπü τῶν ἀρχῶν τῆς πüλεως καß τῶν πολιτῶν αὐτῆς.

ΚατÜ τÞν πρüτασιν καß χειροτονßαν μου Πρωθυπουργüς ἦτο ὁ Χαρ. Τρικοýπης καß Ὑπουργüς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὁ Κ. ΚοσονÜκος.

 

Ἐν ΠÜτραις τῇ 10 Ἰανουαρßου 1893.

† Ὁ Πατρῶν καß Ἠλεßας Ἱερüθεος»

 

            ΑὐτÜ σημειþνει σχετικÜ μÝ τÞν ἐκλογÞ, τÞν χειροτονßα του εἰς Ἐπßσκοπον, καß τÞν ἐγκατÜστασÞ του στÞν ΠÜτρα, ὁ ἀοßδιμος Ἱερüθεος. ΣτÞν πüλη τοῦ Ἁγßου ἈνδρÝου τüν περιμÝνει πολλÞ πνευματικÞ ἐργασßα. Ὁ Ἱερüς Κλῆρος χρειÜζεται κατÜρτιση καß πνευματικÞ οἰκοδομÞ. Ἀναζητεῖ τοýς καταλλÞλους καß χειροτονεῖ τοýς ἀξßους μετÜ ἀπü προσεκτικÞ πνευματικÞ ἐξÝταση καß ἐξαντλητικÞ ἔρευνα γιÜ τü ἦθος καß τÞν εὐσÝβειÜ τους. Οἱ Ἱερεῖς κÜθε ΣÜββατο παρακολουθοῦσαν τÞν διδαχÞ τοῦ ἰδßου τοῦ Ἐπισκüπου, ἐνῷ συνÝστησε καß ἹερατικÞ ΣχολÞ στÞν ἈρχιεπισκοπÞ. Ὁ βαθýς του πüθος ἦτο νÜ ἱερατεýουν στü Ἱερü ΘυσιαστÞριο ἅγιοι Κληρικοß.

            ΠαρÜλληλα τüν ἀπασχολοῦσε ἡ πνευματικÞ κατÜρτιση τοῦ Λαοῦ. ΤÜ κηρýγματÜ του παιδαγωγικÜ, παρακλητικÜ, ἀλλÜ καß ἐλεγκτικÜ. ἘξÝδιδε περιοδικÜ, ἵδρυσε ἱεραποστολικοýς συλλüγους («Ἀπüστολος ἈνδρÝας» καß «Ὀρθοδοξßα»), ἐνδιεφÝρθη γιÜ τÞν ἹερÜ Ἐξομολüγηση, ἵδρυσε βιβλιοθÞκη, ΣχολÞ ἀπüρων παßδων, ΣχολÞ τοῦ Λαοῦ. Ἀγωνßστηκε γιÜ τÞν ἀργßα τῆς Κυριακῆς, καß περιþδευε συνεχῶς στÜ χωριÜ, ὥστε νÜ στηρßζῃ καß νÜ διδÜσκῃ τü ποßμνιü του.

            «Οἱ βασικοß τομεῖς ὅλης αὐτῆς τῆς δραστηριüτητος εἶναι ἀπü τü ἕνα μÝρος ἡ μüρφωση κλÞρου καß λαοῦ, ἀπü τü ἄλλο ἡ σθεναρÜ στÜση ἔναντι ἀρχῶν καß ἐξουσιῶν. Οἱ δýο αὐτÝς πλευρÝς τοῦ ἔργου δεßχνουν καß τßς δýο πλευρÝς τῆς προσωπικüτητüς του: οἰκοδομητικüς καß ἀγωνιστικüς, στοργικüς, ἀλλÜ καß γενναῖος...» (Ἀρχιμ. Ἠλßα Μαστρογιαννοποýλου, Ἱερüθεος Μητρüπουλος, ὁ φωτισμÝνος ἱερÜρχης, Ἐκδ. ἙπτÜλοφος, Ἀθῆναι 1993, σελ. 11).

            Τü κλειδß ὅμως γιÜ τÞν ἐπιτυχßα τοῦ ἔργου του ἦταν τü ὅτι εἶχε τÞν δυνατüτητα, τü χÜρισμα, ἀφ’ ἑνüς μÝν νÜ ἐπιλÝγῃ τοýς ἀρßστους ὡς συνεργÜτας, ἀφ’ ἑτÝρου δÝ νÜ τοýς ἐμπνÝῃ σÝ ἔργα θαυμαστÜ καß μεγÜλα.

            Χωρßς συνεργÜτας καß ὀργÜνωση, κανÝνα ἔργο δÝν εἶναι δυνατüν νÜ ἐπιτευχθῇ. Κυρηναῖοι στü ἔργο τοῦ ἹεροθÝου ἦλθαν οἱ Ἀρχιμανδρßτες Ἠλßας Βλαχüπουλος, ΕὐσÝβιος Ματθüπουλος (γυιüς τῆς ἀδελφῆς τοῦ ἹεροθÝου), Πολýκαρπος Συνοδινüς, ΕὐγÝνιος Οἰκονüμου, Σπυρßδων ΓιαννουλÝας, ΓαβριÞλ ΠαπανικολÜου, καß ΓαβριÞλ Φραγκοýλης. 

            Μνημειþδεις εἶναι οἱ ἐγκýκλιοι τßς ὁποῖες ἐξαπÝλυσε μετÜ τÞν ἐνθρüνισÞ του στüν Ἀρχιεπισκοπικü θρüνο τῶν Πατρῶν, οἱ ὁποῖες ἀφοροῦν στÞν κατÜρτιση τῶν ἹερÝων, στßς ἁρμοδιüτητες καß ὑποχρεþσεις τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Συμβουλßων, στÜ κηρýγματα, καß στÜ ΜυστÞρια τῆς Ἐκκλησßας.

            Στü περιοδικü «ἈγÜπη» στßς 16.9.1894, ἀναφÝρονται τÜ ἑξῆς: «Ὁ δÝ κλῆρος τῶν Πατρινῶν; Ὅπως δυστυχῶς ὁ κλῆρος τῆς ἙλλÜδος. Ἀλλ’ εἶχον τÞν εὐτυχßαν αἱ ΠÜτραι ν’ ἀποκτÞσουν πρωθιερÜρχην ὄχι εὐλογοῦντα ὑποκριτικῶς τü ποßμνιüν του καß θωπεýοντα μακαρßως τÞν πατριαρχικÞν γενειÜδα του, ἀλλÜ κληρικüν φßλον τῆς ἐκκλησßας, τῆς προüδου, τῶν μεταρρυθμßσεων. Ὁ Σεβ. Πατρῶν καß Ἠλεßας κ. Μητρüπουλος ὑπεχρÝωσεν ἅπαντας τοýς ὑπ’ αὐτüν κληρικοýς νÜ προσÝρχωνται καθ’ ἙβδομÜδα —κατÜ δÝ τÞν Μ. ΤεσσαρακοστÞν καθ’ ἑκÜστην— εἰς τüν μητροπολιτικüν ναüν, ὅπου γßνεται διδασκαλßα ὄχι μακαρονικÞ, ἀκαδημαúκÞ, ἀλλÜ διδασκαλßα πειραματικÞ, οὕτως εἰπεῖν. Ὄχι ματαιολογßαι περß τῆς θεωρßας, ἤ τῶν τýπων, ἀλλÜ ζωνταναß πραγματεῖαι ἐπß τῆς οὐσßας, τοýς δÝ ὑποψηφßους διÜ τü ἱερατικüν σχῆμα μÞ νομßζετε ὅτι μετÜ πρþτην σýστασιν τοýς μεταμορφþνει εἰς ρασοφüρους. Ὄχι. Τοýς προπαιδεýει, τοýς προδοκιμÜζει καταλλÞλως, κÜποτε δÝ —τοýς ὀλιγογραμμÜτους— τοýς στολßζει μÝ γρÜμματα, καß ὅταν πεισθῇ ὅτι μποροῦν νÜ ἐκπληρþσουν τÜ καθÞκοντÜ των, εἴτε ὡς διÜκονοι, εἴτε ὡς ἱερεῖς, προβαßνει εἰς τÞν κουρÜν των».

Στü ἴδιο περιοδικü στßς 4.6.1895 διαβÜζομε ὅτι ὁ Ἱερüθεος, περιοδεýοντας ἐπß 16 ἡμÝρες στÞν περιοχÞ Ἠλεßας «δÝν ἀφῆκε χωρßον, οὐδÝ τü ἐλÜχιστον, τü ὁποῖον νÜ μÞ ἐπισκεφθῆ, καß εἰς τü ὁποῖον νÜ μÞ κÜμῃ δýο ἤ τρεῖς θρησκευτικÜς ὁμιλßας. Ἄνδρες καß γυναῖκες, μικροß καß μεγÜλοι, χωρικοß καß ἀγρüται, ποιμÝνες καß ποιμενßδες, πᾶσα ψυχÞ τοῦ δÞμου (ὨλÝνης) ἐνωτßσθησαν τÜ ρÞματα τῆς σωτηρßας ἐκ τοῦ πνευματικοῦ ποιμενÜρχου των. Οὗτος ἐν τῇ εὐαγγελικῇ περιοδεßᾳ του παρακολουθεῖτο ὑπü δýο γερüντων πνευματικῶν, τοῦ ἀρχιμ. κ. Εὐγενßου Οἰκονüμου καß τοῦ χαßροντος φÞμην ἀσκητοῦ κ. Κυρßλλου. Ὅ,τι ἐμαρτýρει τÞν ἀποτελεσματικüτητα τοῦ κηρýγματος εἶναι τοῦτο, ὅτι οἱ ἄνθρωποι εὐθýς μετÜ τÞν διδασκαλßαν ἐπεζÞτουν τÞν ἐξομολüγησιν, εἰς τρüπον ὥστε, καß 10 πνευματικοß πατÝρες ἄν ὑπῆρχον, θÜ εἶχον ἐργασßαν δι’ ὅλης τῆς ἡμÝρας. Ἀλλ’ ὁ μÝν θερισμüς πολýς, οἱ δÝ ἐργÜται ὀλßγοι. Ὁμοßως πολλÞν καß καλÞν ἐξομολογÞσεως ἐργασßαν ἔκαμεν ἐν Πýργῳ καß ὁ Πρωτοσýγκελλος τοῦ ἈρχιερÝως κ. ΓαβριÞλ ΠαπανικολÜου. Ἡ μυχßα εὐχÞ παντüς χριστιανοῦ εἶναι νÜ ἐνισχýσῃ ὁ Κýριος καß νÜ πληθýνῃ τοýς ἐργÜτας τοῦ ἀμπελῶνος αὐτοῦ ἐν πÜσῃ τῇ Ὀρθοδüξῳ Ἐκκλησßᾳ, διüτι πολλοß καß ἰσχυροß οἱ πολÝμιοι καß μεγÜλη ἡ ἔκπτωσις».  

Σημειþνομε ὅτι ἡ ἀπüφαση γιÜ τÞν ἀνÝγερση τοῦ περικαλλοῦς ΝÝου Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγßου ἈνδρÝου Πατρῶν ἐλÞφθη ἐπß ἀοιδßμου ἹεροθÝου τü 1894. Ὅμως δÝν εὐτýχησε νÜ θεμελιþσῃ τüν Ναü.

Ὁ Ἱερüθεος ἔδωσε ὅλο τü βÜρος τοῦ ἐνδιαφÝροντüς του στüν ὑπ’ αὐτüν Ἱερü Κλῆρο καß τüν περιοýσιο Λαü τοῦ Θεοῦ καß ἐλησμüνησε παντελῶς τüν ἑαυτü του, ἐφαρμüζων στÞν ζωÞ του, τοýς λüγους τοῦ Ἁγßου Ἀποστüλου Παýλου: «Ζῶ δÝ οὐκÝτι ἐγþ, ζεῖ δÝ ἐν ἐμοß Χριστüς».

Ὁ ὑπÝρμετρος ζῆλος καß ἡ νυχθημερüν ἐργασßα του τüν ὡδÞγησαν εἰς σωματικÞν ἀσθÝνειαν, τÞν ὁποßα ὁ ἴδιος περιγρÜφει στßς σημειþσεις του ὡς ἑξῆς:

«Τüν Ὀκτþβριον τοῦ 1895 ἠσθÝνησα ἐκ κρυολογÞματος καß πυρετοῦ ἰσχυροῦ. Τüτε ἀνεκαλýφθη ὑπü τοῦ Ἰατροῦ Ἰω. Βερροßου ὅτι κατÝχομαι ὑπü ζαχαρþδους διαβÞτου. ΜετÝβην εἰς ἈθÞνας πρüς θεραπεßαν. Ὑποβληθεßς εἰς αὐστηρÜν δßαιταν ὑπü τῶν ἰατρῶν Ὀρφανßδου, Κ. ΔηλιγιÜννη καß Ἀσημῆ, ἀπηλλÜγην σχεδüν, περιορισθÝντος κατÜ πολý τοῦ νοσÞματος. ἈλλÜ κατÜ τÜς ἀρχÜς Σεπτεμβρßου 1896 ἠσθÝνησα πÜλιν εὑρισκüμενος εἰς περιοδεßαν καß ἀνεφÜνη τü νüσημα τοῦ διαβÞτου.

Ἐπßσης τÞν 30ην Ἰανουαρßου 1898 ἠσθÝνησα ἐπικινδýνως, ὁ δÝ Κýριος ἐχαρßσατü μοι τÞν ζωÞν, οὗ τü θεῖον ὄνομα εἴη εὐλογημÝνον».

Ἡ δευτÝρα περßπτωσις τῆς ἀσθενεßας του, συνÝβη στü χωριü Μοῖρα, ἐνῷ  λειτουργοῦσε ὁ μακαριστüς Ἱερüθεος στüν Ἱερü Ναü τοῦ Ἁγßου ἸωÜννου τοῦ Θεολüγου. Ἐκεῖ αἰσθÜνθηκε ζÜλη καß ἔπεσε εἰς λιποθυμßαν. ΜετεφÝρθη μÝ τÜ μÝσα τῆς ἐποχῆς  ἐκεßνης στÞν ΠÜτρα, ταλαιπωρημÝνος πολý, ἀλλ’ εὐτυχῶς οἱ γιατροß κατÜφεραν νÜ τüν σþσουν.

Ὅμως ὁ λαμπρüς ἹερÜρχης τῶν Πατρῶν ἐνδιεφÝρθη καß γιÜ τÞν ἀνÝγερση τοῦ Ἀρχιεπισκοπικοῦ ΜεγÜρου Πατρῶν καß τοῦ Ἱεροῦ Παρεκκλησßου τοῦ Ἁγßου ἸωÜννου τοῦ Θεολüγου, τü ὁποῖο πρü ὀλßγων μηνῶν, ἀνεκαινßσαμε ἐκ βÜθρων καß παρεδþσαμε ἐπισÞμως καß πÜλι, μετÜ ἀπü τÞν λαμπρÞ τελετÞ τῶν Θυρανοιξßων, στÞν Θεßα Λατρεßα (25-9-2012).

Ἐπßσης σημειþνομε ὅτι τü Ἀρχιεπισκοπικü ΜÝγαρο ἀνεκαινßσθη τü πρῶτον ἐν ἔτει 1980 ὑπü τοῦ ἀειμνÞστου Προκατüχου ἡμῶν ΝικοδÞμου, εἶτα δÝ ἀνεκαινßσθη ἅπασα ἡ οἰκοδομÞ ἔσωθεν καß ἔξωθεν, ὑφ’ ἡμῶν ἐν ἔτει 2011.

Ἄς παρακολουθÞσωμε τß γρÜφει γιÜ αὐτÜ τÜ δýο ἱερÜ κτÞρια ὁ Ἱερüθεος.

«Τü ἔτος 1898-1899, ἀπü τῆς 14ης Ἀπριλßου, δηλονüτι τοῦ 1898, μÝχρι τῆς 10ης Ἀπριλßου τοῦ 1899 ᾠκοδüμησα τÞν ἈρχιεπισκοπÞ. Κατῴκησα δÝ ἐν αὐτῇ τÞν 12ην ΜαÀου ἰδßου ἔτους 1899.

ἘδαπανÞθησαν διÜ τÞν οἰκοδομÞν,

εἰς ἀγορÜν μÝν τοῦ οἰκοπÝδου        δραχ. 31.714,33,

εἰς τÞν οἰκοδομÞν δÝ                                     47.282,50

ἤτοι τü ὅλον                                                   78.996,50

 

ΕἰσÝπραξα ἐκ διαφüρων συνδρομῶν        δραχ. 26.165

ἩμÝτερα ἔξοδα ἤ καταβολÞ                                   52.831,50

(Σýνολον)                                                                   78.996,50

Ἐν ΠÜτραις τῇ 3  Ἰουλßου 1899

† Ὁ Πατρῶν καß Ἠλεßας Ἱερüθεος».

 

Τü δÝ ΠαρεκκλÞσιον «ἤρξατο ἀρχÜς ΜαÀου καß ἦλθεν εἰς πÝρας τÞν 24ην Δεκεμβρßου 1899. ἘγÝνοντο δÝ τÜ Ἐγκαßνια αὐτοῦ τÞν 27ην ἰδßου μηνüς καß ἔτους, ἡμÝραν τοῦ πρωτομÜρτυρος ἁγßου ΣτεφÜνου. Ὥστε διÞρκεσεν ἡ οἰκοδομÞ τοῦ Ἱ. Ναοῦ ἑπτÜ μῆνας.

Τü ὅλον τῆς δαπÜνης, μετÜ τῆς τοιχοποιÀας τοῦ περιβüλου αὐτοῦ, ἀπ’ ἀρχῆς μÝχρι τῆς ἡμÝρας τῶν Ἐγκαινßων

ἔφθασεν εἰς                               δραχ. 17.284,75

εἰς ἕτερα διÜφορα ἔξοδα

                 τοῦ ἱεροῦ Ναοῦ                     4.552___

(Σýνολον)                                             21.836,75

Ἐν ΠÜτραις τῇ 8  Φεβρουαρßου 1900

† Ὁ Πατρῶν καß Ἠλεßας Ἱερüθεος».

 

Ἀλλ’ ἀνεφÝρθη ἀνωτÝρω ὅτι ὁ μακαριστüς προκÜτοχος ἡμῶν καß ἐπιφανÞς ἹερÜρχης εἶχε στÜση θαρραλÝα ἔναντι τῶν ἀρχῶν καß ἐξουσιῶν. ΤÜ κεßμενÜ του μνημειþδη ἐναντßον τῶν κακοδüξων, τῶν Δυτικῶν προπαγανδιστῶν, ἀλλÜ καß τῶν μασσüνων, ἀφοῦ ὡς σημειþνει ὁ ἴδιος, «τüν ΝοÝμβριον τοῦ 1898 ἀνεφýει ἐν ΠÜτραις τü Μασσονικüν ζÞτημα».

ΑὐτÜ θÜ τÜ δοῦμε στü Δ’ μÝρος τῆς ἀναφορᾶς μας στüν Μακαριστü Ἱερüθεο.

         

 

 

Ðåñéå÷üìåíá
ÅðéóôñïöÞ