Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΧΑΡΙΣΕ ΖΩΗ

 

 

Τοῦ ΣεβασμιωτÜτου Μητροπολßτου Πατρῶν κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

 

Ἕνα παιδß χÜρισε ζωÞ σÝ πολλοýς ἀνθρþπους. Ἔφυγε ἀπü τüν κüσμο αὐτü καß τþρα συναγÜλλεται μετÜ τῶν ἈγγÝλων καß τῶν Ἁγßων, στÜ ἐπουρÜνια σκηνþματα τοῦ Θεοῦ.

ΔÝν εἶναι δυνατüν νÜ συμβαßνῃ διαφορετικÜ, ἀφοῦ τÜ παιδιÜ εἶναι ἀγγελοýδια ἐπÜνω σ’ αὐτü τüν κüσμο καß σκορπßζουν χαρÜ μÝ τÞν παρουσßα τους, τü γÝλιο τους καß τÞν ἁγνÞ ματιÜ τους, μÝ τü καθÜριο τους πρüσωπο καß τßς χαροýμενες φωνÝς τους. ΔÝν εἶναι δυνατüν νÜ συμβαßνῃ διαφορετικÜ, ἀφοῦ ὅταν ἕνα παιδß ἀνοßγῃ τÜ χερÜκια του καß σοῦ λÝγει «σÝ ἀγαπÜω... τüοοσο!», σÝ κÜνει νÜ λησμονῇς ὅλες τßς λýπες, τßς στενοχþριες, τÜ βÜρη τÜ ἀσÞκωτα τῆς ζωῆς. Ὅταν ἕνα παιδÜκι σÝ κοιτÜζῃ, τüτε κατανοεῖς τü μεγαλεῖο τῆς ἀγÜπης καß τῆς δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ στüν κüσμο.

Γι’ αὐτü καß ὁ Κýριος εἶπε, «ἐÜν μÞ γÝνησθε ὡς τÜ παιδßα, οὐ μÞ εἰσÝλθητε εἰς τÞν Βασιλεßαν τῶν Οὐρανῶν» (Ματθ. ιη’, 3), καß «ἄφετε τÜ παιδßα ἐλθεῖν πρüς με∙ τῶν γÜρ τοιοýτων ἐστß ἡ Βασιλεßα τῶν Οὐρανῶν» (Ματθ. ιθ’, 14).  

Πρßν ἀπü λßγες ἡμÝρες ὅλοι πληροφορηθÞκαμε ὅτι ἕνα παιδß σÝ μιÜ ἄλλη πüλη κτυπÞθηκε ἀπü αὐτοκßνητο, καß μεταφÝρθηκε ἐσπευσμÝνα στü Πανεπιστημιακü Νοσοκομεῖο Πατρῶν «Παναγßα ἡ ΒοÞθεια». Ἕνα ἀκüμη παιδß... Πüσα ἄλλα τÝτοια περιστατικÜ ἔχουν γεμßσει τßς καρδιÝς μας μÝ πüνο, κατÜ τü ἀνθρþπινο, γιατß ὁ κüσμος μας γßνεται φτωχüτερος, ὅταν φεýγουν ἀπü κοντÜ μας αὐτÜ τÜ πλÜσματα, ποý κÜνουν τÞν γῆ νÜ μοσχοβολÜῃ ἀπü τÞν ὀμορφιÜ τους καß τÜ ἀθῶα ἀκτινοβüλα πρüσωπÜ τους.

Μüνο ἔτσι μπορεῖ κÜποιος νÜ κατανοÞσῃ τüν πüνο τῆς καρδιᾶς τῶν γονιῶν ποý ἀποχωρßζονται τÜ τÝκνα τους, καß μÜλιστα τüσο σýντομα, χωρßς καλÜ-καλÜ νÜ προφτÜσουν νÜ τÜ χορτÜσουν στÞν ἀγκαλιÜ τους. Γι’ αὐτü καß ὁ ἱερüς ὑμνογρÜφος στÞν Ἐξüδιο Ἀκολουθßα τῶν μικρῶν παιδιῶν θρηνεῖ μαζß μÝ τßς μητÝρες ὡς ἑξῆς: «Ὦ, τßς μÞ θρηνÞσῃ, τÝκνον μου, τÞν ἐκ τοῦ βßου ἡμῶν πενθηρÜν σου μετÜστασιν καß τÞν ὡραιüτητα...;».

ΠροσευχηθÞκαμε θερμÜ γιÜ νÜ ξεπερÜσῃ τü παιδß ποý προαναφÝραμε τßς δυσκολßες ἀπü τü τραγικü δυστýχημα. Ὅμως ἄλλες εἶναι οἱ βουλÝς τῶν ἀνθρþπων καß ἄλλα ὁ Θεüς κελεýει.

Ὁ μικρüς μας ἄγγελος πÝταξε γιÜ τüν οὐρανü, ἀλλÜ ἤδη ζεῖ καß ἐδῶ στÞν γῆ ἔχοντας χαρßσει ζωÞ σÝ ἄλλους συνανθρþπους του, τüσο στÞν ἙλλÜδα, ὅσο καß στü ἐξωτερικü, ἀφοῦ ἡ καρδιÜ του κτυπÜει στü σῶμα ἑνüς ἄλλου παιδιοῦ, καß διÜφορα ἄλλα ὄργανÜ του ἤδη πÜλλουν χαρßζοντας δýναμη καß ζωντÜνεια σÝ ἀρκετοýς συνομιλÞκους του, ποý ἦταν ἀνθρωπßνως «καταδικασμÝνοι» νÜ ζÞσουν περιορισμÝνο χρüνο ἐπÜνω στüν μÜταιο αὐτü κüσμο.

Ὅμως αὐτü τü παιδß, αὐτüς ὁ ἄγγελος, ποý τþρα ὁλοφþτεινος καß πανευτυχÞς συγχορεýει μετÜ τῶν ἀγγελικῶν ταγμÜτων στüν οὐρανü, ἦλθε στüν κüσμο ἀπü σπÜνιους, πιστεýω, γονεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐπιβεβαßωσαν τÞν ἀνθρωπιÜ τους καß τÞν ἀγÜπη τους, τüσο πρüς τü παιδß τους, ὅσο καß πρüς τÜ πÜσχοντα ἄλλα παιδιÜ, λαμβÜνοντας τÞν μεγÜλη, τÞν πολý μεγÜλη ἀπüφαση, νÜ χαρßσουν τÜ ὄργανα τοῦ παιδιοῦ τους, προκειμÝνου νÜ συνεχßσουν νÜ ζοῦν κÜποια παιδιÜ, ποý ἔπασχαν μÝχρι τþρα ἀπü ἀνßατες ἀσθÝνειες. Τü νÜ λαμβÜνῃς μιÜ τÝτοια ἀπüφαση, σÝ μιÜ τüσο δýσκολη στιγμÞ, ἀπαιτεῖ μεγÜλη ψυχικÞ δýναμη, ἡ ὁποßα γιÜ νÜ ἀπελευθερωθῇ χρειÜζεται ἡρωισμüς.

Τüν τελευταῖο καιρü μιλᾶμε γιÜ φιλανθρωπßα, καß περιορßζομε τÞν ἔκφρασÞ της στÞν προσφορÜ κÜποιων ἐλαχßστων ἤ πολλῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, τÜ ὁποῖα ὄντως ἔχουν ἀνÜγκη οἱ ἄνθρωποι. Ὅμως, ἡ φιλανθρωπßα δÝν ἐξαντλεῖται μüνο σÝ αὐτü τü εἶδος προσφορᾶς. Εἶναι κÜτι βαθýτερο, καß ἐμπεριÝχει τÞν θυσιαστικÞ ἔκχυση τῆς ἀγÜπης πρüς τüν ἄλλον, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἀδελφüς καß οἰκεῖος ὡς δημιοýργημα κατ’ εἰκüνα καß καθ’ ὁμοßωσιν Θεοῦ, καß ἄς μÞν τüν γνωρßζομε προσωπικÜ. Εἶναι προσευχÞ γιÜ τüν ἀδελφü, ὥστε νÜ τüν ἐνισχýῃ καß νÜ τüν ἐλεῇ ὁ Θεüς.

ΦιλÜνθρωπßα εἶναι νÜ πÜσχῃς μαζß μÝ τüν ἄλλον, καß νÜ ξÝρῃς νÜ χαßρεσαι μαζß του. Καß ἐπειδÞ ἡ ἀγÜπη εἶναι ἐφευρετικÞ, ὁ ἀγαπῶν καß φιλανθρþπως κινοýμενος, δρᾶ καß φιλοθÝως, ἀφοῦ εὑρßσκει τρüπους νÜ ἱκανοποιÞσῃ τüν ἀγαπþμενο.

ΣτÞν προκειμÝνη περßπτωση ἰσχýουν ὅλα τÜ παραπÜνω, καß ἀκüμη περισσüτερα.

 ΠολλÜ ἔχουν ἀκουσθῆ, καß περισσüτερα λÝγονται, γιÜ τü πολý ἐνδιαφÝρον καß φλÝγον ζÞτημα τῆς προσφορᾶς καß δωρεᾶς ὀργÜνων γιÜ νÜ θεραπευθοῦν κÜποιοι συνÜνθρωποß μας. Ἡ Ἐκκλησßα μÝ πολλÞ σýνεση ἀσχολÞθηκε καß ἀσχολεῖται μÝ τü ἐν λüγῳ ζÞτημα, ἀφοῦ ἅπτεται αὐτῆς ταýτης τῆς ζωῆς, ἡ ὁποßα εἶναι δῶρο Θεοῦ. Σεβüμεθα τÞν ἰατρικÞ ἐπιστÞμη, καß ἐμπιστευüμεθα τÜ πορßσματÜ της, ἐφ’ ὅσον κινοῦνται μÝσα στÜ πλαßσια τοῦ σεβασμοῦ τῆς θεßας δημιουργßας καß τῆς προσφορᾶς ζωῆς στοýς συνανθρþπους μας. ΜÜλιστα, ἔχει συσταθῆ ἀπü τÞν ἹερÜ Σýνοδο τῆς Ἐκκλησßας τῆς ἙλλÜδος εἰδικÞ ἘπιτροπÞ, ἐκεßνη τῆς Βιοηθικῆς, ἡ ὁποßα ἀσχολεῖται μÝ τü συγκεκριμÝνο ζÞτημα. Παρακολουθοῦμε ἐκ τοῦ σýνεγγυς τÞν ὅλη πορεßα ἐπß τοῦ θÝματος, καß μÝ κατÜλληλες παρεμβÜσεις, ἐρειδüμενες ἐπß τῆς διδασκαλßας τοῦ Κυρßου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καß ἐπß τοῦ σεβασμοῦ πρüς τÞν ἀνθρþπινη προσωπικüτητα, βοηθοῦμε ὥστε νÜ ἐξÜγονται τÜ ἀπαραßτητα συμπερÜσματα. ΘÜ ἀναφερθῶ μüνο σÝ ἕνα σημεῖο, ἀπü ὅσα περιλαμβÜνονται στü κεßμενο τῆς Ἱερᾶς Συνüδου μÝ τßτλο «ΒασικÝς θÝσεις ἐπß τῆς ἠθικῆς τῶν μεταμοσχεýσεων»: «Ἡ Ἐκκλησßα μπορεῖ νÜ δεχθῇ τßς μεταμοσχεýσεις μüνο μÝσα σÝ ἀτμüσφαιρα ἀγÜπης, συναλληλßας, ἐνßοτε αὐτοθυσιαστικοῦ φρονÞματος, ἐξüδου ἀπü τüν κλοιü τῆς φιλαυτßας καß φιλοζωßας μας —ποτÝ ὠφελιμιστικῆς ἤ χρησιμοθηρικῆς λογικῆς ποý ἀποξενþνει τüν «δüτη» ἀπü τÞν προσφορÜ του. Κατüπιν τοýτων οἱ μεταμοσχεýσεις προσεγγßζονται ὡς ἀφορμÞ μετÜδοσης ζωῆς σÝ μερικοýς ἀνθρþπους, κυρßως ὅμως ὡς εὐκαιρßα μετÜγγισης πνευματικοῦ ἤθους στÞν κοινωνßα».

ἘπειδÞ ἔχουν πολλÜ γραφῆ ἀπü εἰδικοýς ἐπß τοῦ συγκεκριμÝνου θÝματος, δÝν θÜ ἐπεκταθῶ περαιτÝρω∙ ἐξ ἄλλου δÝν εἶναι αὐτüς ὁ σκοπüς μου. ΘÜ σταθῶ ὅμως στÞν δÞλωση τοῦ Διευθυντοῦ τῆς ΜονÜδος Ἐντατικῆς Θεραπεßας τοῦ Πανεπιστημιακοῦ Νοσοκομεßου Πατρῶν, κ. ἈνδρÝα ἨλιÜδη, στÞν ἱστοσελßδα “Epirus Post”, ἡ ὁποßα ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ καρδιÜ τοῦ μικροῦ ΓιαννÜκη ἀξßζει περισσüτερο ἀπü ὁ,τιδÞποτε ἄλλο... Εἶναι μιÜ καρδιÜ ποý ἀξßζει ὅλο τü χρυσÜφι τοῦ κüσμου... ποý ἔρχεται σ’ αὐτÝς τßς δýσκολες συνθῆκες ποý διανýει ἡ χþρα μας, γιÜ νÜ δεßξῃ πþς τßποτα δÝν ἀξßζει ὅσο αὐτÞ». ΤÜ λüγια αὐτÜ εἶναι πηγαῖα καß ἀληθινÜ, καß ἐκφρÜζουν τÞν οὐσßα τῆς ὑποθÝσεως.

ΘÜ κλεßσω τÞν παροῦσα ἀναφορÜ μου μÝ τÞν συγκßνηση μου καß τüν θαυμασμü μου γιÜ τοýς γονεῖς τοῦ παιδιοῦ, οἱ ὁποῖοι ἠθÝλησαν καß προσÝφεραν ζωÞ μÝσα ἀπü τÞν δωρεÜ τῶν ὀργÜνων τοῦ παιδιοῦ τους, ἐφ’ ὅσον οἱ γιατροß τοýς διεβεβαßωσαν ὅτι τü παιδß τους εἶχε πλÝον τελειþσει. Ἀκüμη, μÝ τÞν εὐχÞ μου νÜ τοýς στηρßζῃ καß νÜ τοýς παρηγορῇ ὁ Θεüς στßς δýσκολες ὧρες ποý περνᾶνε, ἀφοῦ οὐδεßς ἄνθρωπος, ὅσο δυνατü λüγο καß ἄν διαθÝτῃ, δýναται νÜ παρηγορÞσῃ τßς καρδιÝς σÝ αὐτÝς τßς περιπτþσεις.

Ὅσο γιÜ τüν ἄγγελο ποý πÝταξε στüν οὐρανü, πιστεýω ὅτι ἤδη χαßρει καß ἀγÜλλεται, καß ἐλεýθερος ἀπü τÜ δεσμÜ τοῦδε τοῦ σαρκßου, μετÝχει τῆς ἀναστασßμου χαρᾶς καß μακαριüτητος. Ἡ προσευχÞ μας τüν συνοδεýει, καß τü φῶς του ἤδη λÜμπει, χαρßζοντας θαλπωρÞ στÜ παιδιÜ ποý, μÝ τÞν ἔξοδü του ἀπü τüν μÜταιο τοῦτο κüσμο, ἔδωσε τÞν εὐκαιρßα νÜ συνεχßσουν νÜ ζοῦν.          

 

Περιεχüμενα
ΕπιστροφÞ