ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΑ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΝΕΩΤΕΡΑ ΠΕΖΑ
|
Το κλαρί του δέντρου ήταν μια Κόρη. Άνθρωπος όπως όλοι. Δηλαδή μια μεγάλη ποσότητα ύλης και σύγχρονα το όνομα. Ονομαζόταν Μαρία. Είχε πατέρα, Μητέρα, πήρε και άντρα. Όμως ήταν τόσο αμόλυντη, αδιάφθορη, άχραντη, αγνή, πού τα πάντα απετέλεσαν μέσα της ένα, οι δύο ποσότητες, πιο καθαρές απ' ότι στα βρέφη, όταν ακόμα δεν ξέρουν να προφέρουν το όνομα πού έλαβαν, να το κάμουν δικό τους. Έτσι πάντοτε έμεινε Αειπάρθενη, και σ' όλες τις γυναίκες ανάμεσα, η μονάκριβη στάθηκε Ευλογημένη. Αυτήν ο Θεός διάλεξε, για να σώσει απ' το κομμάτιασμα τον άνθρωπο, απ' το διχασμό το πλάσμα του, από τον αφανισμό. Η Μαρία ασπόρως, με τον άνεμο του Κυρίου, χώρεσε Εκείνον που σε τίποτα δε χωρά, ενσάρκωσε των Αγίων Αγιότατο Λόγο. Ο άνθρωπος δε θα 'βρισκε ποτέ την αλήθεια του, αν δεν γινόταν κλίμακα ή Κόρη επουράνια, να κατεβεί ο Θεός, οι άνθρωποι να μεταφερθούν, σα με γέφυρα πέρα από τα γήινα. Βέβαια η Κόρη, πριν από χρόνια πολλά της γης τον στερνό ύπνο εκοιμήθη σε κάποιο χωριό. Αλλά ακεραία μετέστη στους Ουρανούς, σαν βρέφος σπαργανωμένο στα χέρια του Υιού της. Για μας πού εν ονόματί του βαπτιστήκαμε, ψηλά δεν παύει να πρεσβεύει υπέρ ημών. Βάζει σε τάξη την ταραχή των λογισμών, θεραπεύει τις αναπηρίες, και τα πάθη των σωμάτων μας. Αδελφοί, διατρέξτε την Πόλη όπου χαρμόσυνα οι καμπάνες ηχούν, ώστε να λάβετε θάρρος. Δεν πρόκειται να πεθάνουμε, θα ζήσουμε. Αμοιβαία συγχωρεθείτε κι αγκαλιαστείτε. Επειδή πολύς είν' ο καημός, η Μητέρα μας, απ' τον ουρανό έρχεται κι υποδεικνύει. Καταδέχεται των Αγίων η Μεγαλύτερη, στο φτωχό παράθυρο, για τη σωτηρία μας, τη διέλευσή της να βεβαιώνει μυστικά, για να ξέρουμε, απ' το σκότος όπου βρισκόμαστε, ποια μορφή πρέπει ν' ατενίζουμε. |