ΕΙΝΑΙ ΝΕΚΡΟΣ ΟΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΝΩΜΕΝΟΣ
ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΑΣΤΑΝΤΑ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟ

 

 

τοῦ Σεβ. Μητροπολßτου Πατρῶν

κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

 

 

ΓιορτÜσαμε ἀδελφοß μου γιÜ μßα ἀκüμα φορÜ τü ΠÜσχα. Θεωρῶ ὅτι τοῦτο τü ΠÜσχα ἦταν ξεχωριστü. Ἡ συμμετοχÞ τοῦ Λαοῦ ξεπÝρασε κÜθε προσδοκßα. ΚοινÞ ἡ διαπßστωση ὅτι ὁ ἄνθρωπος γνωρßζει ὅτι ἡ μüνη καταφυγÞ καß δýναμÞ του, σÝ ὧρες δýσκολες, ἀλλÜ καß πÜντοτε εἶναι ἡ Ἐκκλησßα τοῦ ἘσταυρωμÝνου καß ἈναστÜντος Κυρßου μας.

 

Ἔχοντας νωπÝς τßς ἐμπειρßες ἀπü τüν λαμπρü καß πανευφρüσυνο ἑορτασμü, κÜνομε ὡρισμÝνες σκÝψεις καß τßς ἐκφρÜζομε ὡς δρüσον ἀγÜπης πατρικῆς πρüς τÜ πνευματικÜ μας παιδιÜ.

 

·                    ΠροκειμÝνου, ἀγαπητοß μου, νὰ ἴδωμεν μὲ τοὺς πνευματικοýς μας ὀφθαλμοὺς καὶ νὰ συνειδητοποιÞσωμε, τὴν μεγßστη δωρεὰ τῆς ἈναστÜσεως, πρÝπει  νὰ γνωρßσωμε σὲ ποιὰ κατÜσταση βρισκüταν ὁ ἄνθρωπος, πρὸ τῆς εἰς Ἅδου Καθüδου τοῦ Κυρßου μας καὶ τῆς ἐκ νεκρῶν ἈναστÜσεþς του.

 

Ὁ Ἅγιος Ἀπüστολος Παῦλος μᾶς βοηθÜει πολὺ σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο. «Καὶ ὄντας ἡμᾶς νεκροὺς τοῖς παραπτþμασι συνεζωοποßησε τῷ Χριστῷ´ χÜριτι ἐστὲ σεσωσμÝνοι´ καὶ συνÞγειρε καὶ συνεκÜθισεν ἐν τοῖς ἐπουρανßοις, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ...» (Ἐφεσ. Β’ 5-6).

 

Ὁ Ἀπüστολος τοῦ Χριστοῦ μιλÜει μὲ γλῶσσα ἀπüλυτη, ὅτι εἴμασταν νεκροὶ ἐξ αἰτßας τῆς ἁμαρτßας, πρὸ τῆς ἐλεýσεως τοῦ Κυρßου στὸν κüσμο, πρü τοῦ πÜθους καὶ τῆς ἈναστÜσεþς του.

 

Τὸ βÜθος τῶν λüγων τοῦ οὐρανοβÜμονος Παýλου ἔγκειται στὸ ὅτι μιλÜει γιὰ τὰ παραπτþματα, γιὰ τὴν ἁμαρτßα δηλαδÞ, ὄχι ὡς μιÜ ἁπλὴ ἀστοχßα ἢ ἀποτυχßα τοῦ ἀνθρþπου, ὡς μιÜ ἁπλὴ παρÜβαση, ἀλλÜ ὡς ἕνα σýντριμμα, ὡς ἕνα βαθὺ ὀντολογικὸ καὶ ὑπαρξιακὸ γεγονüς.

 

ΜιλÜει γιὰ τὴν στÝρηση τῆς θεßας χÜριτος, τὴ διακοπὴ τῆς κοινωνßας μὲ τὸν Θεü, μιλÜει γιὰ τüν θÜνατο.

 

Ἔφτασε, μᾶς λÝγει, ὁ ἄνθρωπος ἐξ αἰτßας τῆς ἁμαρτßας, στὴν ἀνυπαρξßα, συναντÞθηκε μὲ τὸ ἀπüλυτο σκοτÜδι, ἔχασε τὸν προορισμü του, νεκρþθηκε ἀφοῦ ἔγινε ἀναßσθητος στὴν ἀγαπητικὴ σχÝση καὶ κοινωνßα μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὸν συνÜνθρωπü του.

 

Στὰ ἴδια πλαßσια θὰ μᾶς μιλÞσουν καὶ οἱ θεοφüροι πατÝρες τῆς Ἐκκλησßας προκειμÝνου νὰ μᾶς περιγρÜψουν τὴν φοβερὴ καὶ φρικτὴ κατÜσταση τοῦ θανÜτου στὴν ὁποßα εἶχε περιÝλθει ὁ ἄνθρωπος ἐξ αἰτßας τῆς ἁμαρτßας.

 

Ὁ Ἱερὸς Δαμασκηνὸς κÜνει λüγο γιὰ σκοτασμὸ τοῦ νοüς, γιὰ ζüφωση τῆς εἰκüνος τοῦ Θεοῦ ἐντüς του ἀνθρþπου, γιὰ ἀπογýμνωση τοῦ δημιουργÞματος τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴν ζωοποιὸ χÜρη, τοῦ ΟὐρÜνιου ΠατÝρα, ἐξ αἰτßας τῆς ἐπαναστÜσεως τοῦ ἀνθρþπου ἐναντßον τοῦ Δημιουργοῦ του.

 

ΓνωστÞ, ἐπßσης τυγχÜνει ἡ φρÜση, ὅτι ἐνεδýθησαν οἱ ἄνθρωποι, ἕνεκα τῆς φοβερᾶς πτþσεως, χιτþνας δερματßνους, ποὺ σημαßνει ὅτι ἔγιναν ἔμπειροι τῆς φθορᾶς, ἀπÝκτησαν ζωὴ βοσκηματþδη. «Ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὦν, οὐ συνῆκε, παρασυνεβλÞθη τοῖς κτÞνεσι ταῖς ἀνοÞτοις καὶ ὁμοιþθη αὐτοῖς» (Ψαλμ. 49,12).

 

Ποιὸς λοιπὸν μποροῦσε νὰ σþσῃ τὸν ἄνθρωπο, νὰ τὸν ἐπαναφÝρῃ στὴν πρþτη μακαριüτητα, νὰ τοῦ χαρßσῃ τὴν καινÞ, τὴν καινοýργια δηλ. ζωÞ; «Οὔτε ἄγγελος, οὔτε ἄνθρωπος, ἀλλὰ αὐτὸς ὁ Κýριος», ὡς λÝγει χαρακτηριστικὰ ἡ Ἁγßα μας Ἐκκλησßα. Ὅταν, λοιπüν, ὁ πüθος γιὰ τὴν λýτρωση, παρεβßασε τοῦ οὐρανοῦ τὶς πýλες, τüτε ὁ Θεὸς  κλßνας οὐρανοὺς κατÝβη καὶ προσÝλαβε τὴν ἀνθρþπινη φýση γιὰ νὰ ἀπαθανατßσῃ τὸ πρüσλημμα. Δὲν ἦλθε ἕνας ἁπλὸς διδÜσκαλος γιὰ νὰ διδÜξῃ περὶ τῆς καλῆς ζωῆς, ἢ περὶ τοῦ σωστοῦ δρüμου ἢ περὶ μιᾶς ἠθικῆς ποιüτητος τῆς πορεßας τοῦ ἀνθρþπου, ἀλλ’ἦλθε ὄντως ὁ ἴδιος ὁ Θεüς γενüμενος ἄνθρωπος. Ἦλθε ἡ Ὁδὸς καὶ ἡ ἈλÞθεια καὶ ἡ ΖωÞ. Ἦλθε «ἵνα οἱ ἄνθρωποι ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσὸν ἔχωσι» (ἸωÜνν. Ι,10)

 

ΣÞμερα ἐπικρατεῖ ἕνα πνεῦμα συγκρητισμοῦ, μÝσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο, λυσσαλÝα ἐπιχειροῦν κÜποιοι να περÜσουν τὸ μÞνυμα, ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἦταν μÝν ἕνα ἱστορικὸ πρüσωπο, ἀλλὰ ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι μýστες τῶν θρησκειῶν. Γι’αὐτὸ ἀγωνιζüμεθα, ὡς Ἐκκλησßα, νὰ μὴ περÜσῃ ἕνα τÝτοιο μÞνυμα, ἀφοῦ ἕνας ἁπλüς δÜσκαλος, ἀστÝρας ἢ κοινωνικὸς ἐπαναστÜτης ἢ ὁ,τιδÞποτε ἄλλο, πÜντως ὄχι Θεüς, δὲν προσφÝρει στὸν ἄνθρωπο τὴν ἔξοδο ἀπὸ τὸν ὠκεανὸ τῆς ἀπελπισßας καὶ τὴν κατατρüπωση τοῦ θανÜτου, ὁ ὁποῖος θÜνατος εἶναι τὸ «σκιÜχτρο», τὸ φüβητρο τῆς ζωῆς μας.

 

Ἂν ἦταν ἔτσι τὰ πρÜγματα, ἀδελφοß μου, τüτε ἡ ΜεγÜλη Παρασκευὴ θὰ ἦταν ἡ τελευταßα ἡμÝρα τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἐλπßδος τῶν Ἁγßων Ἀποστüλων, ἀφοῦ ἐλιτÜνευσαν καὶ εἶδαν τὴν ζωὴν ἐν τÜφῳ κειμÝνην.

 

Ἔτσι λοιπüν, οἱ θεοφþτιστοι νüες, οἱ Ἅγιοι ΠατÝρες, τὰ χρυσÝα στüματα τῆς ἀληθεßας, μιλᾶνε ὄχι ἁπλῶς γιὰ σωτηρßα ἀπὸ μιÜ κατÜσταση δýσκολη, ἀλλὰ γιὰ τὴν θÝωση, ἡ ὁποßα δὲν εἶναι μüνο ἡ λýτρωση ἀπὸ τὴν ἁμαρτßα καὶ ἡ ἐλευθερßα ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ διαβüλου, ἀλλὰ ἡ ἕνωση τοῦ ἀνθρþπου μὲ τὸν Θεü, ποὺ εἶναι τὸ «τÝλος», ὁ σκοπὸς τῆς δημιουργßας, τῆς πορεßας καὶ τῆς ὑπÜρξεως τοῦ ἀνθρþπου. Εἶναι χαρακτηριστικοὶ οἱ ὅροι ποὺ χρησιμοποιοῦνται γιὰ νὰ δηλþσουν οἱ ΠατÝρες αὐτὴ τὴν δωρεὰ καὶ χÜρη. «ἈποκατÜστασις, ἀνακαßνισις, καινὴ ζωÞ...».

 

·                    Ὅμως ἕνα ἐρþτημα βασανßζει τὸ εἶναι μας, αὐτὲς κυρßως τὶς ἡμÝρες ποὺ ζοῦμε μÝσα στὸ ἀναστÜσιμο κλῖμα. Ἀφοῦ ὁ Κýριος μᾶς ἀνÝστησε, ἀφοῦ ἔσπασε τὰ δεσμὰ τοῦ θανÜτου γιατß ὑπÜρχουν νεκροὶ καὶ μετὰ τὴν ἈνÜστασÞ Του; Εἶναι θλιβερὴ ἡ διαπßστωση, ὅτι ὑπÜρχουν νεκροὶ καὶ μετὰ τὴν «ἀνακεφαλαßωση, τὴν ἀναγÝννηση καὶ τὴν διÜ τῆς ἈναστÜσεως ἀνακαßνιση».

 

Αὐτὸ ὀφεßλεται, ὡς ἀντιλαμβÜνεσθε, ὄχι στὴν «ἀδυναμßα» τοῦ ἈναστÜντος, ἀλλὰ στὴν δικÞ μας κακὴ χρÞση τῆς ἐλευθερßας τὴν ὁποßα μᾶς ἔχει δþσει ὁ Θεüς, ὡς μÝγιστο δῶρο.

 

Δὲν ζεῖ  κÜποιος ἂν δὲν θελÞσῃ νὰ πιαστῇ ἀπὸ τὸ χÝρι τοῦ ἈναστÜντος. Ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὕα, ἂν προσÝξωμε τὴν εἰκüνα τῆς εἰς Ἅδου καθüδου τοῦ Κυρßου, ζοῦν τὴν συγκλονιστικὴ στιγμὴ κατÜ τÞν ὁποßα ἑλκýονται ἐκ τοῦ θανÜτου εἰς τÞν ζωÞν, πιασμÝνοι ἀπὸ τὰ Ἄχραντα ΧÝρια τοῦ Κυρßου, ποὺ φÝρουν τοῦ τüπους τῶν ἥλων. Ἂν δὲν γινüταν αὐτü θὰ ἔμεναν στὸν Ἅδη.

 

Ἰδοὺ, λοιπὸν, ἡ ἀπÜντηση στὸ ἐρþτημÜ μας.

 

·                    Εἶναι νεκρὸς ὅποιος δὲν εἶναι ἑνωμÝνος μὲ τὸν Χριστü. Τὸ λÝγομεν κατὰ ἀπüλυτον καὶ κατηγορηματικὸν τρüπο. Καὶ ἐπειδÞ ἡ Ἐκκλησßα εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι νεκρὸς ὅποιος δὲν εἶναι ἐντüς της Ἐκκλησßας. Εἶναι νεκρüς ὅποιος δÝν ἀξιοποιεῖ τὴν χÜρη καὶ τὴν δωρεὰ ἡ ὁποßα δßδεται διÜ τῶν Ἱερῶν Μυστηρßων.

 

·                    Ὅποιος ἀγωνßζεται σὲ προσωπικü, ἀτομικὸ ἐπßπεδο, νὰ ἐπιτýχῃ τὴν ἔξοδο ἀπὸ τὸ σκοτÜδι καὶ τὴν ὅποια δυσχÝρεια, χωρὶς τὸν Ἰησοῦ Χριστü, ματαιοπονεῖ, ἀφοῦ βαδßζει ὡς ἀποσταμÝνος καß νυχτωμÝνος στρατοκüπος, ποὺ ἡ πορεßα του εἶναι καταδικασμÝνη νὰ φτÜσῃ στὴν συντριβÞ, μÝσα ἀπὸ ἕνα βοσκηματþδη βßο.

 

·                    Ὅποιοι κοπιÜζουν μÝσα ἀπὸ τὸν οἰκογενειακὸ βßο νὰ στερεþσουν τὴν ἐπιτυχßα τὴν δικÞ τους καὶ τῶν παιδιῶν τους ἀποκλειστικÜ σὲ κοσμικὲς βÜσεις ἀπατῶνται, ἀφοῦ μüνο ὁ ἈναστÜς συνδÝει τὰ πρüσωπα ἐν τῷ συνδÝσμῳ τῆς εἰρÞνης καὶ τῆς ἀγÜπης. Πῶς θὰ σταθῇ μιÜ οἰκογÝνεια, χωρὶς τὴν ἀγÜπη, τὸν σεβασμü, τὴν τιμÞ, τὴν ἀξιοπρÝπεια; Πῶς θÜ ὑπÜρξῃ εὐτυχßα ὅταν λεßπῃ ἀπü τü σπßτι ὁ λßθος ὁ ἀκρογωνιαῖος, ὃς ἐστὶν Ἰησοῦς Χριστüς;

 

·                    Εἶναι νεκρὴ μιÜ κοινωνßα, ἡ ὁποßα δὲν στηρßζεται στὶς ἀρχὲς ποὺ δßδαξε ὁ ΘεÜνθρωπος. Πολλοὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ ἰσχυρισθοῦν: «Τß θÝλετε, λοιπὸν, νὰ δημιουργÞσουμε μιÜ θεοκρατικÞ κοινωνßα;» Ἐμεῖς ἀπαντᾶμε. Ἐπιθυμοῦμε νÜ ἔχωμε μιÜ κοινωνßα ἐλευθÝρων ἀνθρþπων. ΨÜξτε παντοῦ, ἐρευνÞσατε ὡς θÝλετε καß ὅσο θÝλετε, μελετÞσατε ὅλα τὰ βιβλßα τοῦ κüσμου καὶ ἂν εὕρετε ἄλλην διδασκαλßα τελειωτÝραν ἐκεßνης τοῦ Θεανθρþπου καὶ ἐμεῖς θὰ σᾶς ἀκολουθÞσωμε. Καὶ τß θÝλετε, λοιπüν, μιÜ κοινωνßα ζοýγκλα; Ἐν πολλοῖς τὸ ἔχομε καταφÝρει, ἀφοῦ ὡς ἔχει εὐστüχως εἰπωθεῖ, «Δßχως Θεὸ ὅλα ἐπιτρÝπονται». Εἶστε εὐχαριστημÝνοι ἀπü τÞν σημερινÞ κοινωνßα;

 

Γι’αὐτὸ καὶ συνεχßζομε καὶ ἐπιμÝνομε, φÝροντες ὡς Ἐκκλησßα τὴν εὐθýνη ἔναντι τῶν τÝκνων μας, ἀλλÜ καß ὅλου τοῦ κüσμου, καὶ ἐπισημαßνομε.

 

·                    Εἶναι νεκρὴ καὶ ἡ παιδεßα ἡ ὁποßα δὲν βασßζεται στὴ διδασκαλßα τοῦ Χριστοῦ. Τß νὰ τὰ κÜνῃ τὸ παιδß, ὅσα γρÜμματα καὶ ἂν μÜθη, ἂν παραμÝνει ὡς ἄνθρωπος, δÝσμιος τοῦ θανÜτου; Ἡ ψυχÞ, ὄντας ἐκ φýσεως θεονοσταλγικὴ καὶ θεοπüθητη, ποθεῖ τὸν νυμφßο της, τὸν ἀναστÜντα Κýριü της.

 

Μᾶς κατÝστρεψαν τὰ ἄθεα γρÜμματα, ὡς ἔλεγε ὁ μÝγας διδÜχος τῆς ἈναστÜσεως, ὁ Ἐθναπüστολος καὶ ἱερομÜρτυς Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλüς. Μᾶς ἐπηρÝασε σ’αὐτὸ ἡ «λευκὴ δαιμονßα», ἡ Εὐρþπη (ἔτσι τὴν ἀποκαλοῦσε ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πüποβιτς) μὲ τὰ ἄθεα συστÞματÜ της, τὰ ὁποßα ἄκριτα καὶ ἄκαιρα υἱοθετÞσαμε καὶ υἱοθετοῦμε.

 

·                    Εἶναι νεκρὴ καὶ ἡ πολιτικÞ, ὅταν δεν στηρßζεται στὶς ἀρχὲς τοῦ ἐκ ΤÜφου ἀνατεßλαντος Κυρßου. Πῶς εἶναι δυνατüν νÜ ἔχωμε  μιÜ εὐνομοýμενη πολιτεßα, ὅταν δὲν στηρßζεται στὴν δικαιοσýνη, στὴν τιμιüτητα, στὸν σεβασμὸ τῶν πολιτῶν μικρῶν καὶ μεγÜλων, ὅταν δὲν σÝβεται τὰ ἀτομικὰ δικαιþματα, τὴν ἴση κατανομὴ τῶν ἀγαθῶν κ.λ.π.; Διερωτῶμαι, σὲ τß θὰ ἔβλαπτε, ἆρα γε ἕνα ΚυβερνÞτη μιᾶς χþρας, ἕνα ὑπεýθυνο μιᾶς πολιτεßας, ἄν εἶχε ὡς πηδÜλιο τὸν αἰþνιο νüμο τῆς ἀγÜπης καὶ τῆς διακονßας, ποý εἶναι τὸ πρþτιστο καθῆκον μας; ΣÝ τß θÜ τüν ἔβλαπτε ἄν εἷχε ὡς ὅραμÜ του τÞν ἐργατικüτητα καὶ τüν ἀγῶνα ὑπὲρ τῶν ἀδυνÜτων, ὥστε καὶ ἐκεῖνοι νὰ ἀπολαýσουν τὰ ἀγαθὰ τοῦ Θεοῦ; Δὲν γνωρßζω ἂν ποτÝ ἡ χþρα μας θὰ βρῇ τὸ δρüμο της καὶ θὰ προχωρÞσῃ μὲ τὸ πρüσωπο ψηλÜ, ἂν δὲν βοηθÞσωμε ὅλοι νὰ ἐπικρατÞσῃ ὁ νüμος τοῦ ἈναστÜντος Κυρßου. Ὅσα συστÞματα δοκιμÜσαμε ἀπÝτυχαν. Ἡ κατÜντια μας, εἶναι ὁ ἀψευδὴς μÜρτυς ὅλων τῶν ἀνωτÝρω. Τὸ πτῶμα μας χρειÜζεται τὴν ἀνÜστασÞ του.

 

Μποροῦμε νÜ ζÞσωμε τÞν ἈνÜσταση. Ἂς βιαστοῦμε ὅλοι πρὶν ἢ εἶναι ἀργÜ.

 

·                    Ἀδελφοß μου. Καθὼς πÝρασε τὸ ΠÜσχα καὶ ἑορτÜσαμε, ὁ καθεὶς προσωπικÜ, ἐσωτερικὰ, ἀλλὰ καὶ ὅλοι μαζß, καὶ πορευüμεθα, ὡς οἱ Μαθηταὶ πρὸς Ἐμμαοýς, συζητοῦντες σκυθρωποὶ γιὰ τὴν σýγχρονη δεινὴ κατÜσταση, ἰδοὺ συνοδοιπüρος μας ὁ Κýριος, χωρὶς ἐμεῖς νὰ ὑποπτευüμεθα ὅτι εἶναι δßπλα μας. ΚÜποια στιγμὴ ὁ κüπος καὶ ἡ ἀγωνßα, τὸ ἐνδιαφÝρον ποὺ ἔχει δημιουργÞσει ἡ συζÞτηση γιὰ τὰ γενüμενα διακüπτονται ἀπὸ τὴν φωνÞ Του. «Τßνες οἱ λüγοι οὗτοι οὕς ἀντιβÜλλετε πρüς ἀλλÞλους περιπατοῦντες καß ἐστÝ σκυθρωποß» (Λουκ. κδ, 17). Καὶ ἐμεῖς συνεπαρμÝνοι ἀπὸ τὴν κοσμοχαλασιὰ καὶ τὴν κοσμικὴ μÝριμνα, δὲν τὸν ἔχομε ἀκüμα ἀναγνωρßσει καὶ τοῦ ἀπαντᾶμε: «Καλὰ δὲν ζεῖς ἐσὺ σ’αὐτὸν τὸν τüπο; Δὲν γνωρßζεις τß γßνεται στὴ χþρα μας; Δὲν ἔχεις ἀκοýσει γιὰ τὶς δυσκολßες μας, τὴν ὀδýνη μας, τὴ φτþχειÜ μας καὶ τὴν φοβερÞ μας κατÜντια;»

 

Τüτε Ἐκεῖνος ἐπαναλαμβÜνει τὰ λüγια ποὺ εἶπε στοὺς μαθητÜς Του: «Ὢ ἀνüητοι καὶ βραδεῖς τῇ καρδßᾳ τοῦ πιστεýειν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐλÜλησαν οἱ Προφῆται...» (Λουκ. κδ.25)

 

Καὶ ἐνῶ ἡ συζÞτησις προχωρÜει, μὲ τὴν συμμετοχÞ Του, ὁ δρüμος φτÜνει στὸ σημεῖο ποὺ Ἐκεῖνος «προσποιεῖται πορρωτÝρω πορεýεσθαι» (Λουκ. κδ 28)

 

Τüτε κατανοοῦμε ὅτι χωρὶς αὐτὸν δὲν μποροῦμε νὰ προχωρÞσουμε. Καὶ τὸν παρακαλοῦμε λÝγοντες: «μεῖνον μεθ’ἡμῶν, ὅτι πρὸς ἑσπÝραν ἐστß καὶ κÝκλικεν ἡ ἡμÝρα...» (Λουκ. κδ 30)

 

Ἐκεῖνος μᾶς κÜνει τὴν χÜρη, δὲν θÝλει νὰ μεßνωμε στὸ σκοτÜδι. Ἔρχεται κÜθεται κοντÜ μας, εἶναι στὸ τραπÝζι μας. Τὸν βλÝπετε ἀδελφοß μου; ΨÜχνομε νὰ τοῦ δþσουμε κÜτι, ἀλλὰ δὲν βρßσκουμε τßποτε, ἀδυνατοῦμε νὰ τοῦ προσφÝρουμε ὁ,τιδÞποτε, θὲς ἀπὸ τὸν φüβο μας, θÝς ἀπü τὸ δÝος... ἄγνωστος εἶναι... Καὶ τüτε Ἐκεῖνος μᾶς δßδει τὰ πÜντα, προσφÝρεται μπροστÜ μας, δßδει τὸ Σῶμα Του καὶ τὸ Αἷμα Του. Τüτε, διανοßγονται οἱ ὀφθαλμοß μας, ζοῦμε ἕνα ἐσωτερικὸ σεισμισμὸ συγκλονισμü, Τὸν ἀναγνωρßσαμε ἤδη.

 

Τþρα γßνεται τὸ μεγÜλο πανηγýρι. Τþρα ἑορτÜζομε μαζὶ μὲ τὶς οὐρÜνιες δυνÜμεις. Σýνοδος γὰρ οὐρανοῦ καὶ γῆς ἡ Ἐκκλησßα, ὡς θὰ ἔλεγε ὁ Χρυσολüγος ἸωÜννης. Τþρα καὶ θÝλομε καὶ μποροῦμε νὰ ξεπερÜσωμε τὶς δυσκολßες καὶ νὰ περιπαßξωμε τὸν θÜνατο. Τþρα καὶ μιÜ καὶ δýο καß χßλιες καὶ ἀναρßθμητες φορὲς μποροῦμε νὰ ψÜλλωμε:

 

«Χριστὸς ἈνÝστη ἐκ νεκρῶν, θανÜτῳ θÜνατον πατÞσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνÞμασι, ζωὴν χαρισÜμενος».

 

Ðåñéå÷üìåíá
ÅðéóôñïöÞ