H ΛΑΟΘΑΛΑΣΣΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
Τοῦ ΣεβασμιωτÜτου
Μητροπολßτου Πατρῶν
κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΠλÞθη πιστῶν κατÝκλυσαν τοýς Ἱεροýς
Ναοýς κατÜ τÞν ἡμÝρα τῆς Ἑορτῆς τῶν
ΧριστουγÝννων. ὉμολογουμÝνως ἡ συμμετοχÞ ἦτο πολý μεγαλυτÝρα ἀπü
κÜθε ἄλλη χρονιÜ. ΣτÞν ἹερÜ ΜητρüπολÞ μας, στßς Ἐνορßες τῶν
Πατρῶν, ἐτελÝσθησθαν δýο Θεῖες Λειτουργßες, ἐνῷ
στüν Ναü τοῦ Ἁγßου Ἀποστüλου ἈνδρÝου τρεῖς (9.00
μ.μ.-1.00 π.μ. στüν ΝÝο Ναü, 5.00-8.00π.μ. στüν Παλαιü Ναü καß 7.00-10.30π.μ.
στüν ΝÝο Ναü).
Ἡ συμμετοχÞ τοῦ Λαοῦ ἦτο ἀθρüα
καß συγκινητικÞ. Ἀκüμη καß ὁ περικαλλÞς καß μÝγας ΝÝος Ναüς τοῦ
Ἁγßου ἈνδρÝου ἀπεδεßχθη μικρüς, γιÜ νÜ χωρÝσῃ τüσο
κüσμο. Φαßνονταν ὅλοι προσηλωμÝνοι στÞν Θεßα Λατρεßα, καß πιστεýω ὅτι
μετεῖχαν προσευχητικÜ καß οὐσιαστικÜ στÞν Θεßα Λειτουργßα. Πλῆθος
πιστῶν ἐκοινþνησαν τῶν Θεßων καß ἈχρÜντων Μυστηρßων
γενüμενοι ὅμαιμοι καß σýσσωμοι Χριστοῦ, κατüπιν τῆς ἀπαραßτητης
προετοιμασßας, μÝ τÞν φροντßδα τῶν εὐλαβῶν ἹερÝων μας,
οἱ ὁποῖοι καθημερινῶς, θυσιαστικÜ ἐργÜζονται, κυρßως
ὅμως κατÜ τÞν διÜρκεια τῆς νηστεßας τῶν ΧριστουγÝννων ἠναλþθησαν,
κατευθýνοντας πνευματικῶς καß ἐνισχýοντας τü λογικü ποßμνιο εἰς
νομÜς σωτηρßους.
Καθþς ἀτÝνιζα ἀπü τÞν Ὡραßα Πýλη
τßς χιλιÜδες τῶν πιστῶν στüν κατÜμεστο Ἱερü Ναü τοῦ Ἁγßου
ἈνδρÝου, σκεπτüμουν τü μεγαλεῖο τῆς Ὀρθοδοξßας, τÞν ἀγÜπη
τοῦ Θεοῦ ποý συγκατÝβη καß συγκαταβαßνει γιÜ νÜ σþσῃ τüν ἄνθρωπο,
ἀλλÜ καß τÞν ἐμπιστοσýνη τῶν ἀνθρþπων στüν Θεῖο
Λυτρωτῆ καß τÞν Ἐκκλησßα Του.
·
Προσῆλθαν τÜ βρÝφη στÞν ἀγκαλιÜ
τῆς μητÝρας τους γιÜ νÜ δοξÜσουν καß νÜ προσκυνÞσουν μÝ τüν δικü τους ἁπλü
τρüπο καß μÝ τßς ἁγνÝς καρδιÝς καß παιδικÝς φωνÝς τους Ἐκεῖνον,
ποý ἔγινε βρÝφος γιÜ νÜ σþσῃ τüν ἄνθρωπο. «Ἐκ
στüματος νηπßων καß θηλαζüντων κατηρτßζω αἶνον» (Ψαλμ. η’, 3).
·
Ἔφτασαν οἱ νÝοι, οἱ
ὁποῖοι μÝσα ἀπü τßς ἀτραποýς τοῦ βßου ψÜχνουν λιμÜνι
ὑπÞνεμο καß νüημα ζωῆς. Ἦταν τÜ μÜτια τους πλημμυρισμÝνα ἀπü
χαρÜ γιÜ τÞν μεγÜλη γιορτÞ ποý ὁμορφαßνει τÞν πορεßα τοῦ ἀνθρþπου.
Ἦταν λαμπερÜ τÜ πρüσωπÜ τους γιατß ὁ ἐν Σπηλαßῳ
γεννηθεßς Σωτῆρας καß ΛυτρωτÞς δßδει στÞν ζωÞ οὐρÜνια σημασιολüγηση
καß κῦρος ἀθανασßας. Γι’ αὐτÜ δÝν διψÜει ἡ ψυχÞ τῶν
νÝων, ἀλλÜ καß κÜθε ἀνθρþπου;
·
ΣυγκινητικÞ ἦτο ἡ παρουσßα
τῶν γονÝων, ποý καθημερινῶς διαπιστþνουν καß
συνειδητοποιοῦν ὅτι ἡ οἰκογÝνεια χωρßς τÞν ΧÜρη καß τÞν
εὐλογßα τοῦ Θεοῦ δÝν μπορεῖ νÜ σταθῇ στÜ πüδια
της, νÜ προοδεýσῃ, νÜ εὐτυχÞσῃ.
·
Εἴδαμε καß τοýς γÝροντες, τοýς
φορτωμÝνους μÝ τßς ἐμπειρßες τῆς ζωῆς, τßς χαρÝς καß τοýς
πüνους τüσων ἐτῶν, νÜ ἀτενßζουν ἱκετευτικÜ μÝ τü βαθý
καß πολλÜκις σπινθηροβüλο βλÝμμα τους τÞν παναγßα μορφÞ τῆς Θεοτüκου τῆς
Βρεφοκρατοýσης. Ποιüς ξÝρει τß Τῆς ἔλεγαν ἀπü τÜ βÜθη τῆς
καρδιᾶς τους! Πρßν ἀπü λßγες ἡμÝρες σÝ μιÜ ΧριστουγεννιÜτικη
γιορτÞ ἄκουσα τÜ παιδιÜ νÜ τραγουδοῦν: «Καß ὁ παπποῦς γερμÝνος στü ραβδß του, ποιüς ξÝρει μÞπως
γιÜ στερνÞ φορÜ, ἀκολουθεῖ καß αὐτüς σκυφτüς τüν δρüμο, στÞν ἘκκλησιÜ
νÜ φτÜσῃ λαχταρᾶ...» καß πολý συγκινÞθηκα.
·
Ἦλθαν οἱ πτωχοß, γιÜ
νÜ προσκυνÞσουν Ἐκεῖνον, ποý ἑκοýσια ἐπτþχευσε γιÜ νÜ
πλουτßσωμε ἐμεῖς. Ποý γεννÞθηκε μÝσα σÝ μιÜ φÜτνη ἀλüγων,
τüσο ταπεινÜ σÝ μιÜ ἄσημη πολßχνη. ἈλÞθεια, γνωρßζετε πολλοýς, ποý νÜ
ἔχουν γεννηθῆ μÝσα σÝ ἕνα παχνß ζþων;
Ἡ φτþχεια Του ἔγινε καß γßνεται ὁ
δικüς τους, ὁ δικüς μας πλουτισμüς. Ἡ ταπεßνωσÞ Του ἔγινε καß
γßνεται ἡ δικÞ μας ὑψοποιüς δýναμις. «Τß ποτ’ οὖν τῶν εὐαγγελßων
τοýτων ἶσον γÝνοιτ’ ἄν; Θεüς ἐπß γῆς ἄνθρωπος ἐν
οὐρανῷ, καß πÜντα ἀναμßξ ἐγÝνετο...» (Ἱερüς Χρυσüστομος). ΔηλαδÞ «ΠοιÜ
καλÞ εἴδηση θÜ μποροῦσε νÜ εἶναι ἴση μÝ αὐτÞν; Ὁ
Θεüς ἦλθε στÞν γῆ, ὁ ἄνθρωπος ἀνÝβηκε στüν οὐρανü,
καß ὅλα ἔγιναν ἕνα».
·
Ἦλθαν οἱ σοφοß, ποý
προσπÜθησαν χρüνια τþρα καß προσπαθοῦν νÜ ἑρμηνεýσουν μÝ τÞν ἀνθρþπινη
λογικÞ τü θαῦμα. ΔÝν κατÜφεραν ὅμως τßποτε, ἀλλÜ ἔφτασαν
ταπεινωμÝνοι στüν Ἱερü Ναü, μπροστÜ στü ΣπÞλαιο τῆς ΓεννÞσεως, καß
κλßνοντας τü γüνυ ἐπανÝλαβαν μαζß μÝ τüν Ἱερü ὙμνογρÜφο: «Οὐ
φÝρει τü ΜυστÞριον ἔρευναν∙ πßστει μüνῃ τοῦτο πÜντες
δοξÜζομεν, κρÜζοντες καß λÝγοντες∙ ἈνερμÞνευτε Κýριε, Δüξα σοι» (Ἀπü τÞν Ὑμνολογßα τῆς Ἑορτῆς).
·
ἈλλÜ διÝκρινα μÝσα στü μÝγα πλῆθος
καß πλουσßους. Ἄλλοι γνωστοß στοýς πολλοýς, καß κÜποιοι
ποý ἔδειχναν ὅτι ἀνÞκουν σÝ αὐτÞ τÞν κατηγορßα ἀπü
τü ντýσιμü τους καß τÞν ὅλη στÜση τους. Τοýς εἶδα νÜ στρÝφουν τü
βλÝμμα τους γýρω, παντοῦ, στοýς τοßχους καß τοýς θüλους τοῦ Ναοῦ,
νÜ βλÝπουν τßς ἁγιογραφßες... Ὅλοι οἱ Ἅγιοι φτωχοß, μÝ ἁπλüτητα,
μÝ σýνεση καß ταπεßνωση, μÝ πρþτη τÞν Παναγßα μας. ΔÝν φÝρουν πλοýσια ἐνδýματα,
ἔχουν διαρρÞξει τÞν σχÝση τους μÝ τÞν ὕλη, ἡ ὅλη τους ὕπαρξη
εἶναι οὐρÜνια, χαριτωμÝνη, φωτοστεφανωμÝνη. Ἀκολοýθησαν πιστÜ
στÞ ζωÞ τους, τüν νηπιÜσαντα Κýριο. ΚÜποιοι ἀπü τοýς πλουσßους, ποý βλÝπω,
ἄκουσαν ἤδη τÞν ἐντολÞ τοῦ Κυρßου καß τÞν ἔκαναν
πρÜξη. «ΜακÜριοι οἱ ἐλεÞμονες
ὅτι αὐτοß ἐλεηθÞσονται...». ΚÜποιοι ἄλλοι, εἶναι
ἡ ὥρα νÜ πÜρουν τü μÝγα μÞνυμα. Τοýς μιλᾶνε οἱ Ἅγιοι,
τοýς ἐλÝγχουν οἱ συνÜνθρωποß τους οἱ πεινασμÝνοι καß
πονεμÝνοι∙ ἀκοῦνε παρÜξενους ἤχους, ψαλμωδßα ποý τοýς
τρομÜζει: «Πλοýσιοι ἐπτþχευσαν καß ἐπεßνασαν, οἱ δÝ ἐκζητοῦντες
τüν Κýριον οὐκ ἐλαττωθÞσονται παντüς ἀγαθοῦ». Ὁ
ΟὐρανοφÜντωρ καß ΜÝγας πατÞρ ἡμῶν Βασßλειος ἔρχεται μÝ
παρρησßα καß μÝ τρüπο αὐστηρü νÜ νουθετÞσῃ: «Τοῦ πεινῶντüς ἐστιν ὁ ἄρτος, ὃν σὺ κατÝχεις· τοῦ γυμνητεýοντος τὸ ἱμÜτιον, ὃ σὺ φυλÜσσεις ἐν ἀποθÞκαις· τοῦ ἀνυποδÞτου τὸ ὑπüδημα, ὃ παρὰ σοὶ κατασÞπεται· τοῦ χρῄζοντος τὸ ἀργýριον, ὃ κατορýξας ἔχεις. Ὥστε τοσοýτους ἀδικεῖς, ὅσοις παρÝχειν ἠδýνασο». ΔηλαδÞ: «Τü ψωμß ποý ἀποθηκεýεις εἶναι
τοῦ πεινασμÝνου, τÜ ἱμÜτια ποý συσσωρεýεις εἶναι τοῦ
γυμνοῦ, τÜ παποýτσια ποý τÜ ἔχεις νÜ σαπßζουν εἶναι τοῦ
ξυπüλυτου, τÜ λεφτÜ ποý θÜβεις γιÜ νÜ μÞ στÜ κλÝψουν εἶναι τοῦ
φτωχοῦ. Εἶναι τüσοι αὐτοß ποý ἀδικεῖς ὅσοι
αὐτοß ποý θÜ μποροῦσες νÜ βοηθÞσεις». (ΜÝγας Βασßλειος)
Πλῆθος μÝγα ἀνθρþπων στοýς Ναοýς, ποý ὡς
ἄλλος οὐρανüς προσφÝρουν τÞν δυνατüτητα τῆς λειτουργικῆς
καß εὐχαριστιακῆς μετοχῆς στü μÝγα μυστÞριο καß θαῦμα.
Χριστοýγεννα, ἡ μεγαλýτερη γιορτÞ τῆς Ὀρθοδοξßας, «ἡ μητρüπολις τῶν Ἑορτῶν»,
ὅπως τÞν ὀνομÜζει ὁ Ἅγιος ἸωÜννης ὁ
Χρυσüστομος.
Πλῆθος μÝγα ἈγγÝλων, χορüς Ἁγßων, «τÜ
ἄνω τοῖς κÜτω συνεορτÜζει καß τÜ κÜτω τοῖς ἄνω συνομιλεῖ...».
ΠαρÞγορο ὄντως ἐλπιδοφüρο καß χαροποιü
τü γεγονüς, ὅτι ὁ Λαüς ἐμπιστεýεται καß ἀγκαλιÜζει τÞν
μÜνα του Ἐκκλησßα, ἡ ὁποßα εἶναι ἡ μÞτρα τῆς
ζωῆς. Τþρα, μÝσα στü ξεροβüρι καß τü χιονιÜ, μÝσα στÞν βαρυχειμωνιÜ ποý
προσπορßζουν στÞν κοινωνßα οἱ δυσχÝρειες, ἡ παντοειδÞς κρßση, τþρα ἡ
Ἐκκλησßα, ὅπως βεβαßως πÜντοτε, προσφÝρει τüν Χριστü, τüν ἘνανθρωπÞσαντα
Θεü «εἰς βρῶσιν καß πüσιν τοῖς πιστοῖς». ΠροσφÝρει τÞν
δεομÝνη καß βρεφοκρατοῦσα Θεοτüκο, προσφÝρει τοýς Ἁγßους
προκειμÝνου νÜ στηρßξῃ, νÜ δþσῃ μÞνυμα χαρᾶς καß αἰσιοδοξßας,
νÜ σþσῃ καß νÜ λυτρþσῃ τüν ἄνθρωπο.
Ναß ἀδελφοß μου, αὐτü διακηρýττει μÝ
τÞν Θεüφθογγο γλῶσσα του ὁ Ἅγιος Γρηγüριος ὁ Θεολüγος: «Τοῦτο
ἐστιν ἡμῖν ἡ πανÞγυρις, τοῦτο ἑορτÜζομεν
σÞμερον, ἐπιδημßαν Θεοῦ πρüς ἀνθρþπους, ἵνα πρüς Θεüν ἐνδημÞσωμεν,
ἤ ἐπανÝλθωμεν (οὕτω γÜρ εἰπεῖν οἰκειüτερον), ἵνα τüν παλαιüν ἄνθρωπον ἀποθÝμενοι,
τüν νÝον ἐνδυσþμεθα∙ καß ὥσπερ ἐν τῷ ἈδÜμ ἀπεθÜνομεν,
οὕτως ἐν τῷ Χριστῷ ζÞσωμεν, Χριστῷ καß
συγγεννþμενοι, καß συσταυροýμενοι, καß συνθαπτüμενοι, καß συνανιστÜμενοι. Δεῖ
γÜρ με παθεῖν τÞν καλÞν ἀντιστροφÞν∙ καß ὥσπερ ἐκ
τῶν χρηστοτÝρων, ἦλθε τÜ λυπηρÜ, οὕτως ἐκ τῶν
λυπηρῶν, ἐπανελθεῖν τÜ χρηστüτερα. Οὗ γÜρ ἐπλεüνασεν
ἡ ἁμαρτßα, ὑπερεπερßσσευσεν ἡ χÜρις∙ καß εἰ
ἡ γεῦσις κατÝκρινε, πüσῳ μᾶλλον τü Χριστüν παθεῖν
ἐδικαßωσεν; Τοιγαροῦν ἑορτÜζωμεν, μÞ πανηγυρικῶς, ἀλλÜ
θεúκῶς∙ μÞ κοσμικῶς, ἀλλ’ ὑπερκοσμßως∙ μÞ
τÜ ἡμÝτερα, ἀλλÜ τÜ τοῦ ἡμετÝρου, μᾶλλον δÝ τÜ τοῦ
Δεσπüτου∙ μÞ τÜ τῆς ἀσθενεßας, ἀλλÜ τÜ τῆς ἰατρεßας∙
μÞ τÜ τῆς πλÜσεως, ἀλλÜ τÜ τῆς ἀναπλÜσεως». ΔηλαδÞ: «Αὐτὸ εἶναι γιÜ μᾶς
τὸ νüημα τῆς πανηγýρεως καὶ αὐτὸ ἑορτÜζομε
σÞμερα: Τὸν ἐρχομὸ τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς
ἀνθρþπους, γιὰ νὰ ἔλθωμε νὰ κατοικÞσωμε κοντὰ
στὸν Θεü, ἢ γιὰ νὰ ἐπανÝλθωμε (διüτι ἔτσι
νομßζω ὅτι εἶναι σωστüτερο νὰ εἰπωθῇ), γιὰ
νὰ ἐνδυθοῦμε τὸν νÝο ἄνθρωπο, ἀφοῦ ἐγκαταλεßψωμε
τὸν παλαιü. Καὶ ὅπως ἔχομε ἀποθÜνει μαζὶ μὲ
τὸν ἈδÜμ, ἔτσι ἂς ζÞσωμε μαζὶ μὲ τὸν
Χριστü, ἂς γεννηθοῦμε μαζß του, ἂς συσταυρωθοῦμε καὶ
ἂς ταφοῦμε μαζß Του, γιὰ ν᾿ ἀναστηθοῦμε μὲ
τὴν ἀνÜστασÞ Του. Διüτι πρÝπει νὰ ὑπομεßνω τὴν ἀντßστροφη
πορεßα, ἡ ὁποßα ὁδηγεῖ στὸ ἀγαθü. Καὶ
ὅπως ἀπὸ τὰ πιὸ εὐχÜριστα ἦλθαν τὰ
δυσÜρεστα, ἔτσι καὶ ἀπὸ τὰ δυσÜρεστα νὰ ἐπανÝλθουν
τὰ πιὸ εὐχÜριστα. «Διüτι ἐκεῖ ποὺ αὐξÞθηκε
σημαντικὰ ἡ ἁμαρτßα, ἐκεῖ ἐδüθη
πλουσιοπÜροχα καὶ ἡ χÜρις». Καὶ ἂν ἡ γεýση ἐπÝφερε
τὴν καταδßκη, πολὺ περισσüτερο δÝν ἐδικαßωσε ὁ Χριστüς
μÝ τü πÜθος Του; Ἂς ἑορτÜζομε ἑπομÝνως ὄχι μὲ
δημüσιες πανηγýρεις, ἀλλὰ κατὰ τρüπο θεúκü. Ὄχι κατὰ
τρüπο κοσμικü, ἀλλὰ κατὰ τρüπο ὑπερκüσμιο. Ὄχι τὰ
δικÜ μας ἀλλὰ πολὺ περισσüτερο τὰ τοῦ Κυρßου. Ὄχι
τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ἀσθÝνεια, ἀλλὰ ὅσα
ἔχουν σχÝση μÝ τὴν θεραπεßα. Ὄχι τÜ τῆς δημιουργßας, ἀλλὰ
τὰ τῆς ἀναδημιουργßας».
Χρüνια
πολλÜ καß εὐλογημÝνα.
ΚαλÞ
ΠρωτοχρονιÜ.
|