ΘΥΜΙΑΜΑ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ Τοῦ
ΣεβασμιωτÜτου Μητροπολßτου Πατρῶν
Ἡ ἹερÜ Μητρüπολις
Πατρῶν ἐνÝταξε στÜ ἐφετινÜ «ΠρωτοκλÞτεια» ἐκδÞλωση
μνÞμης καß τιμῆς στοýς ἥρωες καß μÜρτυρες τῆς Μικρασιατικῆς
Καταστροφῆς, μÝ τÞν εὐκαιρßα τῆς συμπληρþσεως ἐνενῆντα
χρüνων ἀπü τÞν γενοκτονßα τῶν ἙλλÞνων τῆς μαρτυρικῆς
ἐκεßνης περιοχῆς καß Ἑλληνικῆς γῆς. Ἡ ἘκδÞλωση
θÜ πραγματοποιηθῇ στü Συνεδριακü ΚÝντρο τοῦ Πανεπιστημßου Πατρῶν,
τÞν ΚυριακÞ 25 Νοεμβρßου 2012, στßς 7:00 τü ἀπüγευμα. ΣτÞν μεγÜλη αἴθουσα
του Πανεπιστημßου Πατρῶν ἡ καρδιÜ μας θÜ κτυπÞσῃ στÞν Σμýρνη,
στü Ἀιβαλß, στÞν Μικρασßα ὁλÜκερη, ἐκεῖ ποý πρßν 90 χρüνια
ὁ Ἑλληνισμüς πüτιζε μÝ τü ἄχραντο αἷμα του τÜ μαρτυρικÜ
χþματα τῆς ἡρωικῆς Ἑλληνικῆς γῆς.
Ὁ
νοῦς μας θÜ τρÝξῃ ἐκεῖ, ποý πρßν ἐνενῆντα
χρüνια, τÜ μανιασμÝνα τουρκικÜ στßφη, πιστÜ στÞν πατροπαρÜδοτη τακτικÞ τῆς
βßας καß τοῦ φüνου, ἔπεφταν ὡς ἄγρια θηρßα ἐναντßον
ἀμÜχων, ἀθþων, φιλοπροüδων ἀνθρþπων, καß περνοῦσαν ἀπü
φωτιÜ καß μαχαßρι γυναῖκες καß μικρÜ παιδιÜ, ποδοπατῶντας τÜ ἱερÜ
καß τÜ ὅσια τοῦ ΓÝνους μας.
Ἡ
ψυχÞ μας θÜ ἀκουμπÞσῃ στüν πüνο τῆς Ρωμηοσýνης, ποý γιÜ μιÜ ἀκüμη
φορÜ προδομÝνη, ἐπλÞρωσε τü τßμημα τῶν ἀγþνων τüσων αἰþνων,
γιÜ νÜ δþσῃ πολιτισμü, ἀνθρωπιÜ, νüημα ζωῆς, πνεῦμα ἐλευθερßας
καß πßστεως στüν ἀληθινü Θεü.
ΜπροστÜ
μας θÜ δοῦμε τüν ὄχλο, μÝ τÜ βÜρβαρα αἰσθÞματα, ποý
κομμÜτιαζε τüν Δεσπüτη τῆς Σμýρνης, τüν Χρυσüστομο, τüν ἥρωα καß
μÜρτυρα τοῦ ΓÝνους, ὁ ὁποῖος προσφÝρθηκε ὡς ἐθελüθυτο
θῦμα στüν βωμü τῆς Πατρßδος, ἀρνοýμενος νÜ φýγῃ γιÜ νÜ
σωθῇ ἀπü τüν βÝβαιο θÜνατο.
ΤÜ
αὐτιÜ μας θÜ ἀκοýσουν τßς ἀπαßσιες κραυγÝς τῶν ΤσÝτηδων,
ὅπως τßς περιγρÜφει ὁ πολεμικüς ἀνταποκριτÞς Κþστας
Μιχαηλßδης, τρßα χρüνια μετÜ τÞν ΚαταστροφÞ:
«Λßγο πρßν τü μεσημÝρι τῆς
Κυριακῆς, ἔβγαλαν τüν Μητροπολßτη ἀπü τü φρουραρχεῖο.
“ΝÜ, οἱ δικαστÝς σου καß
οἱ τζελÜτηδÝς σου (δÞμιοι)!”, τοῦ εἶπεν ὁ φροýραρχος
συνταγματÜρχης ΣαλÞχ ΖακÞμ ἘφÝντης. Καß τüν παρÝδωσε στüν μαινüμενον
ὄχλο (1500 Τοῦρκοι), ποý ἀποβραδýς ξημερþθηκε
ἐκεῖ -βαλμÝνος,
ἀπü τüν Νουρεντßν- νÜ τüν προσμÝνῃ.
Ὁ Νουρεντßν
ἀπευθýνθηκε στü πλῆθος, λÝγοντÜς τους: “Ἄν καλü σᾶς
ἔκανε τοῦτος, νÜ τοῦ τü ἀνταποδþσετε. Ἄν κακü
σᾶς ἔκανε, κÜντε του καß ἐσεῖς κακü! Ἐγþ
σᾶς παραδßδω τüν χιρσßζ ντομοῦζ (κλεφτογοýρουνο)”.
ΣÝ μιÜ ἀπü τßς αἴθουσες
τοῦ δικαστηρßου, εἶχαν συγκεντρωθῆ ἄνθρωποι τοῦ
ὑποκüσμου, χαμÜληδες καß τουρκικÜ κακοποιÜ στοιχεῖα, προκειμÝνου νÜ
τüν δικÜσουν. Μüλις ἐμφανßστηκε ἀγÝρωχος ὁ ἹερÜρχης,
αὐτοß ἄρχισαν νÜ τüν προπηλακßζουν, νÜ τοῦ τραβοῦν τÜ
γÝνεια καß τÜ ρÜσα, καß νÜ τüν φτýνουν. Ἐνστικτωδῶς οἱ δýο Σμυρνιοß
δημογÝροντες προσπÜθησαν νÜ προστατεýσουν τüν ἹερÜρχη τους, ἀλλÜ
οἱ Τοῦρκοι τοýς ἔδεσαν, προκειμÝνου νÜ δοῦν τü μαρτýριο
καß τüν ἐξευτελισμü τοῦ θρησκευτικοῦ τους ἡγÝτη.
Τü λαúκü δικαστÞριο τῶν
ἐγκληματιῶν ἔβγαλε τÞν ἀπüφαση, ποý ἦταν: “ΝÜ
σταυρωθῇ… ΝÜ σταυρωθῇ ὅπως ὁ Χριστüς τους”.
Ὁ Νουρεντßν διÝταξε τüν
ἔφεδρο Λοχαγü τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ ΡουστÝν ΜπÝη ΒÜσιτς
νÜ ἐκτελÝσῃ τÞν ἀπüφαση τοῦ λαúκοῦ δικαστηρßου.
Ὁ ΒÜσιτς κατεβαßνοντας τÜ σκαλιÜ τοῦ Διοικητηρßου μαζß μÝ τοýς
τρεῖς μελλοθανÜτους, τüν Χρυσüστομο καß τοýς δημογÝροντες, δÝν
προλαβαßνει νÜ βγεῖ στü προαýλιο, γιατß ξεπροβÜλλει φρενιασμÝνος ὁ
Νουρεντßν στü κεφαλüσκαλο, καß τραβῶντας τü περßστροφü του
πυροβολεῖ τüν Χρυσüστομο. Ἦταν τÝτοια ἡ λýσσα του, ποý τü χÝρι
του ἔτρεμε ἀπü τÞν ὀργÞ, καß ἀντß νÜ πλÞξῃ τüν
Χρυσüστομο, τραυμÜτισε θανÜσιμα τüν δημογÝροντα ΚλιμÜνογλου.
ΜÝ τüν πυροβολισμü καß τÞν
ἔξοδο τοῦ Χρυσοστüμου στü προαýλιο, τü πλῆθος
ὁρμᾶ.
Ὁ Τουρκικüς ὄχλος,
τελῶντας σÝ ἔξαλλη κατÜσταση, παρÝλαβε τüν Χρυσüστομο.
ἘπιτÝθηκε ἐναντßον του κτυπῶντας τον μÝ γροθιÝς, λοστοýς καß
ξýλα, καß τüν ὡδÞγησαν σÝ ἕνα κουρεῖο, ὅπου τüν
ἀνÜγκασαν νÜ φορÝσῃ μιÜ λευκÞ μπλοýζα. ΣτÞν συνÝχεια, τοῦ ξερρßζωσαν
τÞν γενειÜδα καß τüν ἔσυραν στÞν τουρκικÞ συνοικßα, προπηλακßζοντας καß
πτýνοντÜς τον. Ἐκεῖ τοῦ ἐπεφýλαξαν ἕναν
ἀργü καß βασανιστικü θÜνατο: τüν μαχαßρωσαν σÝ πολλÜ σημεῖα
τοῦ σþματüς του, ἐξþρυξαν τοýς ὀφθαλμοýς του, καß τοῦ
ἔκοψαν τÜ αὐτιÜ καß τÞν μýτη.
Ὁ Χρυσüστομος αἱμüφυρτος,
σιωπηρüς, περÞφανος, χωρßς νÜ ἱκετεýῃ καß νÜ λυγßζῃ στüν
ἐχθρü, σÝρνεται ἀπü τü πλῆθος, καß ἀφοῦ σÝ
ὅλη τÞν διÜρκεια τῶν μαρτυρßων του ἔλεγε “Κýριε,
ἐλÝησüν με”, ἀφÞνει τÞν τελευταßα του πνοÞ ἀναφωνῶντας:
“ΘεÝ μου!”.
Ἕνας Τουρκοκρητικüς ποý
συμμετεῖχε στüν ὄχλο, μÞν ἀντÝχοντας νÜ βλÝπῃ τοýς
ἐξευτελισμοýς καß τÜ βασανιστÞρια στÜ ὁποῖα ὑποβλÞθηκε
ὁ Χρυστüστομος, τüν πυροβüλησε γιÜ νÜ δþσῃ τÝλος στü μαρτýριü του.
ΤÞν αὐθεντικÞ μαρτυρßα τοῦ Τουρκοκρητικοῦ μεταφÝρει ὁ
διαπρεπÞς ἀκαδημαúκüς Γ. Μυλωνᾶς».
ἈλλÜ καß
ἡ φωνÞ τοῦ ΓÜλλου συγγραφÝα ΡενÝ Πουþ, ἔντονα
ἀντηχεῖ στÜ αὐτιÜ μας:
«Τοῦ ἔβγαλαν μÝ
ξιφολüγχη τÜ μÜτια, τοῦ ἔκοψαν τ’ αὐτιÜ καß τÞν γλῶσσα.
Τüν ἔσυραν ἀπü τÜ γÝνεια καß τÜ μαλλιÜ. Γýρω ἀπ’ τü σῶμα
του ἔστησεν ἡ ἀπÜνθρωπη, ἠ ἀφÜνταστα βÜρβαρη
τουρκικÞ μανßα τüν πιü φρικτü χορü. ΔÝν ἄφησαν τßποτε τü σκληρü καß τü
ἐξευτελιστικü ποý νÜ μÞν τü κÜμουν στü ἀφανισμÝνο καß μισοσκοτωμÝνο
κορμß τοῦ Χρυσοστüμου.
Κι ἐσýρθηκεν ἔτσι,
ὡς τοýς Ἰκß-ΤσεσμÝ, ὁ γÝρων Μητροπολßτης Σμýρνης, κατακομματιασμÝνος.
Ἀπü τü κορμß του, ἐκεῖ, τü μεθυσμÝνο ἀπü κτηνωδßα
πλῆθος πῆρε ἕνα κομμÜτι τῆς σÜρκας τοῦ
Χρυσοστüμου γιÜ φυλακτü ματωμÝνο. Τü κεφÜλι του μÝ βγαλμÝνα τÜ μÜτια, κομμÝνα
τ’ αὐτιÜ καß τÞν γλῶσσα, μÝ τÜ γÝνεια ξεριζωμÝνα, καß μαýρο ἀπü
τü ξýλο, αἱματοστÜλαχτο, τü ἔμπηξαν στÞν πατερßτσα του, καß ἡ
πομπÞ μαινüμενη ἀπü βλαστÞμιες καß σαρκασμü, τü περιÝφερε στοýς
ΤουρκομαχαλÜδες.
Ἐπßσης, ὁ Ἀμερικανüς
Πρüξενος στÞν Σμýρνη, Τζþρτζ Χüρτον, μᾶς πηροφορεῖ στü βιβλßο του
(«Ἡ ΜÜστιγα τῆς Ἀσßας»,
σ. 93-94):
«Ὅπως λÝγουν, (ὁ Νουρεντßν) εἶχε
υἱοθετÞσει τÞν μεσαιωνικÞ ἰδÝα νÜ παραδþσῃ τüν Μητροπολßτη
στüν φανατικü ὄχλο, γιÜ νÜ τüν κÜνῃ ὅ,τι ἤθελε... ἘβιαιοπρÜγησαν
ἐπÜνω του, τοῦ ξερρßζωσαν τÞν γενειÜδα του, τüν ἐχτýπησαν μÝ
ρüπαλα καß μÝ μαχαιριÝς, ὡσüτου πÝθανε, καß ὕστερα τüν ἔσυραν
σβαρνßζοντÜς τüν ἐπÜνω στοýς δρüμους. Τü μοναδικü του φταßξιμο ἦταν
ὅτι ἦταν ἕνας Ἕλλην μÝ μεγÜλο πατριωτισμü καß εὐγλωττßα,
ποý ἐπιθυμοῦσε τÞν πρüοδο τῆς φυλῆς του καß ἐργαζüταν
γιÜ τüν σκοπü αὐτü».
ΣÝ ἄλλο
σημεῖο, ἀναφÝρει χαρακτηριστικÜ:
«Οἱ
σφαγÝς τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ ἀπü τοýς Τοýρκους
μÝ ἔκαναν νÜ λÝω ὅτι ντρÝπομαι ποý ἀνÞκω στÞν ἀνθρþπινη
φυλÞ».
Καß
δÝν ἦταν μüνο ὁ Χρυσüστομος. Ἐξοντþθηκαν μÝ φρικτü τρüπο 347 Ἱερεῖς
τῆς Ἐπαρχßας Σμýρνης. Ἐπßσης ὁ Μητροπολßτης Μοσχονησßων
Ἀμβρüσιος ποý ἐπεταλþθη ὡς νÜ ἦτο ζῶον, ὁ
Κυδωνιῶν Γρηγüριος ποý θÜφτηκε ζωντανüς, ὁ Ἰκονßου Προκüπιος
καß ὁ ΖÞλων Εὐθýμιος ποý ἐσφαγιÜσθησαν.
Ἐνενῆντα
χρüνια μετÜ, θÜ βρεθοῦμε πνευματικÜ ἐκεῖ, στÞν γῆ τῆς
Ἰωνßας, μÝ πρωτοπüρα τÜ νειᾶτα τῆς ΠÜτρας, ποý ξÝρουν νÜ τιμοῦν
τοýς ἥρωες καß τοýς ΜÜρτυρες. ΘÜ προσπαθÞσωμε νÜ σþσωμε τÞν Ἁγßα
ΦωτεινÞ, τÞν ἘκκλησιÜ τῆς Σμýρνης τÞν τρανÞ, μÜ δÝν θÜ μπορÝσωμε,
γιατß οἱ φλüγες τÞν κατÝστρεψαν ἤδη. Οὔτε τü περÞφανο
καμπαναριü φαßνεται πιÜ. Γκρεμßστηκε ἀπü τü ἀφηνιασμÝνο πλῆθος
τοῦ Νουρεντßν.
Ἐνενῆντα
χρüνια μετÜ, εἴμαστε ἐκεῖ καß ἀκοῦμε τßς κραυγÝς
τῶν ἙλλÞνων, ποý σφÜζονται καß ἀτιμÜζονται:
«Κüσμος, ἑκατοντÜδες
χιλιÜδες κüσμος, τρελüς ἀπü φüβο ἀρχßνησε νÜ τρÝχῃ ἀπ’
ὅλα τÜ στενοσüκακα καß τοýς βερχανÝδες, καß νÜ ξεχýνεται στÞν παραλßα σÜ
μαῦρο ποτÜμι. Ἡ
μÜζα πυκνþνει, δÝν ξεχωρßζεις ἀνθρþπους, μÜ ἕνα μαῦρο ποτÜμι
ποý κουνιÝται πÝρα-δῶθε ἀπελπισμÝνα, δßχως νÜ μπορῇ νÜ
σταθῇ οὔτε νÜ προχωρÞσῃ. Μπρüς θÜλασσα, πßσω φωτιÜ καß σφαγÞ!
Ἕνας ἀχüς κατρακυλÜει ἀπü τÜ βÜθη τῆς πολιτεßας καß
σπÝρνει τüν πανικü.
- Τοῦρκοι! Ἡ
θÜλασσα δÝν εἶναι πιÜ ἐμπüδιο. ΧιλιÜδες ἄνθρωποι πÝφτουνε καß
πνßγονται. ΤÜ κορμιÜ σκεπÜζουνε τÜ νερÜ σÜ νÜ ’ναι μῶλος. Οἱ δρüμοι
γεμßζουνε κι ἀδειÜζουνε καß ξαναγεμßζουνε. ΝÝοι, γÝροι, γυναῖκες,
παιδιÜ ποδοπατιοῦνται, στριμþχνονται, λιποθυμοῦνε, ξεψυχοῦνε.
Τοýς τρελαßνουν οἱ χατζÜρες, οἱ ξιφολüγχες, οἱ σφαῖρες
των τσÝτηδων!.
...Τü
βρÜδυ τü μονοφῶνι κορυφþνεται. Ἡ σφαγÞ δÝ σταματᾶ. Μüνο
ὅταν τÜ πλοῖα ρßχνουνε προβολεῖς γßνεται μιÜ πρüσκαιρη
ἡσυχßα. Μερικοß ποý καταφÝρανε νÜ φτÜσουνε ζωντανοß ἴσαμε τÞ μαοýνα
μας, ἱστοροῦνε τü τß γßνεται ὄξω, στßς γειτονιÝς. Οἱ
τσÝτες τοῦ ΜπεχλιβÜν καß οἱ στρατιῶτες τοῦ Νουρεντßν
τρῶνε ἀνθρþπινο κρÝας. ΣπÜζουνε, πλιατσικολογοῦνε σπßτια καß
μαγαζιÜ. Ὅπου βροῦνε ζωντανοýς, τοýς τραβοῦνε ὄξω καß
τοýς βασανßζουνε. Σταυρþνουνε παπÜδες στßς ἐκκλησιÝς, ξαπλþνουνε
μισοπεθαμÝνα κορßτσια κι ἀγüρια πÜνω στßς Ἅγιες ΤρÜπεζες καß τ’
ἀτιμÜζουνε.
Ἀπ’ τüν Ἄη Κωνσταντῖνο καß τü
ΤαραγÜτς ἴσαμε τü Μπαλτσüβα τü τοýρκικο μαχαßρι θερßζει. Ἡ φωτιÜ
ὅλη νýχτα ἀποτελειþνει τü χαλασμü. Γκρεμßζονται τοῖχοι,
θριματßζονται γυαλιÜ. Οἱ φλüγες κριτσανßζουνε μαδÝρια, ἔπιπλα, καß
φτοῦνε σιδερικÜ, ξεθεμελιþνουνε τÞν πολιτεßα ὁλüκληρη.
Ἁπλþνουν πÜνω στÜ ἔργα τῶν ἀνθρþπων καß τÜ διαλýουνε.
Σπßτια, ἐργοστÜσια, σχολειÜ, ἐκκλησßες, μουσεῖα,
νοσοκομεῖα, βιβλιοθÞκες, θÝατρα, ἀμýθητοι θησαυροß, κüποι,
δημιουργßες αἰþνων, ἐξαφανßζονται κι ἀφÞνουνε στÜχτη καß
καπνοýς.
Ἀχ, γκρÝμισε ὁ κüσμος μας! ΓκρÝμισε
ἡ Σμýρνη μας! ΓκρÝμισε ἡ ζωÞ μας! Ἡ καρδιÜ, τρομαγμÝνο πουλß,
δÝν ξÝρει ποý νÜ κρυφτῇ. Ὁ τρüμος, ἕνας ἀνελÝητος
καταλýτης, ἄδραξε στÜ νýχια του κεῖνο τü πλῆθος καß τü
ἀλÜλιασε. Ὁ τρüμος ξεπερνÜει τü θÜνατο. ΔÝ φοβᾶσαι τü θÜνατο,
φοβᾶσαι τüν τρüμο. Ὁ τρüμος ἔχει τþρα τü πρüσταγμα.
Τσαλαπατᾶ τÞν ἀνθρωπιÜ. Ἀρχßζει ἀπü τü ροῦχο καß
φτÜνει ἴσαμε τÞν καρδιÜ...
Τß κÜνουν, λοιπüν, οἱ προστÜτες μας; Τß κÜνουν
οἱ ναýαρχοι μÝ τÜ χρυσÜ σειρßτια, οἱ διπλωμÜτες κ’ οἱ
πρüξενοι τῆς ἈντÜντ! ΣτÞσανε κινηματογραφικÝς μηχανÝς στÜ καρÜβια
τους καß τραβοýσανε ταινßες τÞ σφαγÞ καß τüν ξολοθρεμü μας! ΜÝσα στÜ πολεμικÜ οἱ
μπÜντες τους παßζανε ἐμβατÞρια καß τραγοýδια τῆς χαρᾶς, γιÜ
νÜ μÞ φτÜνουν ἴσαμε τ’ αὐτιÜ τῶν πληρωμÜτων οἱ κραυγÝς
τῆς ὀδýνης καß οἱ ἐπικλÞσεις τοῦ κüσμου. Καß νÜ
ξÝρῃ κανεßς πῶς μιÜ, μüνο μιÜ κανονιÜ, μιÜ διαταγÞ, ἔφτανε
γιÜ νÜ διαλýσῃ ὅλα κεῖνα τÜ μαινüμενα στßφη. Κ’ ἡ
κανονιÜ δÝ ρßχτηκε κ’ ἡ ἐντολÞ δÝ δüθηκε!» (ΓιÜννης Καψῆς, τ. Ὑπουργüς
Ἐξωτερικῶν).
Ἡ
Διδþ Σωτηρßου ἀναφÝρει στÜ «ΜατωμÝνα Χþματα»:
«Ἦρθαν οἱ καιροß, ποý οἱ ζωντανοß
ζÞλευαν τοýς πεθαμÝνους. ΓÝμισε τü νεκροταφεῖο ἀπü γυναικüπαιδα. Ἔσυραν
ὡς ἐκεῖ μαννÜδες, ξεφρενιασμÝνες ἀπü τüν τρüμο, τÜ
κορßτσια τους. Πßστεψαν, ὅτι θÜ δßσταζε ὁ Τοῦρκος. ΜÜ οὔτε
ἐδῶ σταματοῦσε ἡ κτηνωδßα. Κι ὁ τüπος τῆς αἰωνßας
γαλÞνης, τü λιμÜνι, ποý δÝν τü φθÜνει ἡ ἐγκüσμια τρικυμßα, ὁ τüπος,
ποý στÞ θýρα του σταματοῦν ὅλα, γιÜ τοýς δυστυχισμÝνους σÞμερα ἔγινε
καινοýργιας ἀγωνßας σταθμüς. ΣβυστÜ τÜ καντÞλια τῶν τÜφων. ΤÜ
κυπαρßσσια σÜν μαῦρες λαμπÜδες ὑψþνονται δεητικÜ στüν οὐρανü,
ποý ξÜστερος κι ὁλüλαμπρος σκεπÜζει τü μÝγα δρÜμα. Νεκροß και ζωντανοß
μαζß…».
Ὅσοι
σþθηκαν, ἔφτασαν κατατρεγμÝνοι, ταλαιπωρημÝνοι, ἐξουθενωμÝνοι στÞν
ἙλλÜδα. Πüνεσαν ὥσπου νÜ βροῦν στÝγη καß ψωμß. ΞαναμÜτωσαν
ὥσπου νÜ ριζþσουν στÞν μÜνα γῆ καß πατρßδα. Ὅμως
ἄντεξαν γιατß μÝσα τους κουβαλοῦσαν τüν ἡρωισμü τῆς
λεβεντογÝννας φýτρας, τÞν πßστη στüν Θεü καß τÜ ζþπυρα τοῦ γÝνους μας.
ΚÜποιοι κατÜφεραν νÜ σþσουν πολýτιμους θησαυροýς, τÜ ἅγια
Εἰκονßσματα καß ἅγια Λεßψανα, κρυμμÝνα στüν κüρφο τους, ὅ,τι
μπüρεσαν ἀπü τÜ πατρογονικÜ σεβÜσματα νÜ περισþσουν, ἀγκαλιÜζοντÜς
τα σφιχτÜ, ὡς θησαυρü πολýτιμο.
Δοýλεψαν
σκληρÜ, πüτισαν τÜ χþματα μÝ τüν τßμιο ἱδρῶτα τοῦ προσþπου
τους, ἀπüχτησαν παιδιÜ, τÜ μεγÜλωσαν, ἔκαναν γενικÜ προκοπÞ. Οἱ
μεγÜλοι ἔκλεισαν τÜ μÜτια τους μÝ τÞν φλüγα τῆς ἀγÜπης γιÜ
τßς ἀλησμüνητες πατρßδες. Οἱ ἀπüγονοß τους ὑποσχÝθηκαν
ὅτι θÜ τιμÞσουν τü Ἑλληνικü ὄνομα καß θÜ γυρßσουν νÜ
προσκυνÞσουν τÞν ματωμÝνη γῆ. Οἱ πολλοß τü ἔκαναν, καß τÜ
ἐγγüνια τους ἔχοντας τÞν λαχτÜρα τῆς πονεμÝνης πατρßδας,
συχνÜ-πυκνÜ, περνᾶνε στÞν Σμýρνη, στü Ἀιβαλß, καß τßς ἄλλες
πüλεις, καß ÜνÜβουνε κερß καß λιβÜνι στÞν μνÞμη τῶν μαρτýρων προγüνων
τους, Κληρικῶν καß Λαúκῶν.
Καß
Ýδῶ στÞν μητÝρα πατρßδα, στÞν ΝÝα Σμýρνη, στÞν ΝÝα Ἰωνßα, στÞν ΠÜτρα,
καß ὅπου ἀλλοῦ, ὕψωσαν τßς ἘκκλησιÝς καß τÜ καμπαναριÜ
τους, ὅπως ἦταν ἐκεῖ, στÞ Σμýρνη τÞν ἡλιüφεγγη,
τÞν πολυαγαπημÝνη.
Ἡ
ἐκδÞλωση αὐτÞ τῆς Μητροπüλεως ἀφιερþνεται σÝ
ὅλους ἐκεßνους ποý φρικτÜ ἐσφαγιÜσθησαν καß μαρτυρικÜ
ἐτελειþθησαν, στÞν φοβερÞ τῆς Σμýρνης καß ὅλης τῆς
Μικρασßας ΚαταστροφÞ.
Ἀφιερþνεται
στοýς ἀπογüνους τῶν πολýπαθων προσφýγων, τῶν
ἀδελφῶν μας, γιÜ τοýς ὁποßους ἰσχýει τü τοῦ
ποιητοῦ: «τοῦ πüνου τü ψωμß ὅποιος δÝν ἔφαγε,
μüνο ἐκεῖνος δÝν σᾶς γνþρισε, ὦ οὐρανοß...».
ΤÜ
παιδιÜ μας θÜ ζωντανÝψουν σκηνÝς ἀπü τÞν ΜικρασιατικÞ ΚαταστροφÞ. Τü
θεατρικü ποý θÜ παρουσιασθῇ εἶναι διασκευÞ ἀπü τü βιβλßο
τῆς Βασιλικῆς ΡÜλλη, «ΣτÞ Λαßλαπα τῆς Μικρασιατικῆς
Καταστροφῆς».
Ἀγαπητοß μου, ὁ Ἑλληνισμüς δÝν θÜ
ἐπιβιþσῃ ἄν μεßνῃ χωρßς ὁρÜματα, χωρßς
ἐλπßδα, χωρßς τßς μνῆμες ποý τüν διατηροῦν σÝ πνευματικÞ
ἐγρÞγορση. Μüνο ἄν μεßνῃ ὄρθιο καß ἄπαρτο τü φεγγοβüλο κÜστρο τῆς μνÞμης, ποý
τü ὕψωσαν καß τü συντÞρησαν μÝ τü αἷμα τους τÜ ἑκοýσια σφÜγια
ὑπÝρ πßστεως καß πατρßδος, μüνο τüτε ἡ ἙλλÜδα θÜ
μεγαλουργÞσῃ.
Εἶναι ἀλÞθεια ὅτι ποτÝ δÝν εἴχαμε
δεχθῆ μοιρολατρικÜ τÜ γεγονüτα, ἀλλÜ καß ποτÝ ἡ ἱστορßα
τῆς φυλῆς μας, τοῦ γÝνους μας, τῆς πατρßδος μας, δÝν
εἶχε διαστρεβλωθῆ καß παραχαραχθῆ τüσο, ὅσο στοýς
καιροýς μας. Ὅμως ἄς μÜθουν
ὅσοι ἐπιβουλεýονται τÞν ἱστορικÞ μας ἀλÞθεια, τÞν
ἰδιοπροσωπεßα μας καß τÞν Ἑλληνορθüδοξη ταυτüτητÜ μας, ὅτι
δÝν ἐξαντλÞθηκαν τÜ ὁρÜματÜ μας καß δÝν ἔχει
ἀποπροσανατολισθῆ —παρÜ τßς ἐργþδεις καß λυσσαλÝες
προσπÜθειÝς τους— ὁ πνευματικüς μας Ἑλληνικüς καß Ὀρθüδοξος
προσανατολισμüς, οὔτε ἔχει ἀλλÜξει τü πνευματικü D.N.A. τῶν παιδιῶν
μας, οὔτε ἄλλο αἷμα ρÝει στßς φλÝβες τους.
Λßγο χρειÜζεται, πολý λßγο, γιÜ νÜ ξεχειλßσῃ τü
ποτÞρι, καß τüτε ὅλοι θÜ διαπιστþσουν τüν δυναμισμü τῆς φυλῆς
μας. Ἔρχεται ἡ ὥρα—ἔτσι γßνεται πÜντα κατÜ
τÞν κυκλικÞ πορεßα καß ἑρμηνεßα τῆς Ἱστορßας— ἔρχεται
ἡ ὥρα, ποý θÜ ξυπνÞσουν οἱ πιεσμÝνοι ἐθνικοß παλμοß στßς
καρδιÝς ὅλων μας, καß κυρßως στßς καρδιÝς τῶν παιδιῶν μας.
Οἱ παλμοß αὐτοß θÜ πυροδοτÞσουν τßς ἀνυπολüγιστες γιÜ τοýς
μισÝλληνες, ἡμετÝρους καß ξÝνους, ἐσþτατες δυνÜμεις, προκειμÝνου νÜ
παρασýρουν καß νÜ ἀφανßσουν τÜ δεινÜ καß δýστυχα ἀνθρωπÜρια, ποý
ποτÝ δÝν ἠθÝλησαν μιÜ ἙλλÜδα δυνατÞ καß ἀνεξÜρτητη. Γιατß
πÜντοτε εἶναι, οἱ δυστυχεῖς αὐτοß τýποι,
ἐγκλωβισμÝνοι στÜ ἀπαßσια καß φρικτÜ ἰδεολογικÜ τους τεßχη
καß ὑπαρξιακÜ τους κενÜ. ΔÝν τοýς ἐπιτρÝπει ὁ συρρικνωμÝνος
καß συνωστισμÝνος στü στενü κρανßο τους ἐγκÝφαλüς τους νÜ σκεφθοῦν
διαφορετικÜ.
Ἡ νεολαßα τῆς ΠÜτρας, τÜ νειᾶτα τῆς Ἐκκλησßας μας, θÜ τοýς δþσουν τü ἀπüγευμα τῆς Κυριακῆς ἕνα δυνατü μÞνυμα, ἕνα ἠχηρü πνευματικü ρÜπισμα, καß ἕνα πολý διδακτικü μÜθημα. |