|
Την Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2001, στο Συνεδριακό Κέντρο του αρχαιολογικού χώρου των Δελφών, αρχίζει τριήμερο διεθνές επιστημονικό συνέδριο με τίτλο «Αλκυονίδες Ημέρες Νεφρολογίας», το οποίο συνδιοργανώνεται από τις Νεφρολογικές Κλινικές του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου Αθηνών «Γ.Γεννηματάς» (διευθυντής ο κ. Π. Ζηρογιάννης) και του Νοσοκομείου Λευκωσίας (διευθυντής ο κ. Α. Πιερίδης). Κατά την τελετή έναρξης του συνεδρίου θα γίνει χορωδιακή παρουσίαση ποιητικών αποσπασμάτων νεφρολογικού ενδιαφέροντος από το Βυζαντινό Χορό της Πολυφωνικής Χορωδίας Πατρών, υπό την διεύθυνση του πρωτοψάλτου κ. Ιωάννη Κόττορου. Πρόκειται για αποσπάσματα από τα βυζαντινά ποιήματα «Πόνημα ἰατρικὸν ἄριστον δι' ἰάμβων» του Μιχαήλ Ψελλού (11ος αιώνας) και «Περὶ οὔρων» του Νικηφόρου Βλεμμύδη (13ος αιώνας). Η χορωδιακή παρουσίαση ποιημάτων ιατρικού και γενικότερα επιστημονικού περιεχομένου αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία και είναι προϊόν εμπνεύσεως του συμπολίτη μας Ιατρού Νεφρολόγου και Αρχαιολόγου κ. Θανάση Διαμαντόπουλου, διευθυντού της Νεφρολογικής Κλινικής του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών «Ο Άγιος Ανδρέας». Στην εισαγωγή του ο κ. Διαμαντόπουλος στο πολυτελές πρόγραμμα της χορωδιακής παρουσίασης των έργων σημειώνει: «Τα αποσπάσματα ποιημάτων νεφρολογικού ενδιαφέροντος που χορωδιακά θα παρουσιασθούν έχουν το εγγενές μειονέκτημα της αποσπασματικής και όχι ολοκληρωμένης πρότασης για την ερμηνεία των νεφρολογικών παθήσεων. Ο Απόστολος Παύλος γνώριζε καλά αυτήν την αδυναμία και είχε ήδη επισημάνει στην Α’ προς Κορινθίους επιστολή του: «Ἐκ μέρους γιγνώσκομεν καὶ ἐκ μέρους προφητεύομεν. Ὅταν δὲ ἔλθῃ τὸ τέλειον, τότε τὸ ἐκ μέρους καταργηθήσεται». Επειδή το τέλειον δεν επετεύχθη ακόμη στην νεφρολογική γνώση, δικαιολογείται προς το παρόν η ενασχόλησή μας με τα επί μέρους. Τα δύο ποιήματα που θα παρουσιασθούν αφορούν στην διάγνωση, θεραπεία και πρόγνωση νεφρικών και συστηματικών νοσημάτων με βάση την εξέταση των ούρων. Στην σύντομη εισαγωγή μου θα προσπαθήσω να απαντήσω στο ερώτημα γιατί στο Βυζάντιο υπήρχαν ιατρικές διατριβές γραμμένες σε ποιητικό λόγο, και μάλιστα ορισμένες από αυτές συνοδεύονταν από μουσική, ώστε να άδονται σύμφωνα με την μελωδία γνωστών εκκλησιαστικών ύμνων. Το φαινόμενο αυτό είναι γνωστό σαν παραϋμνογραφία, και απετέλεσε αγαπημένη ενασχόληση καλλιεργημένων λαϊκών και κληρικών στο Βυζάντιο. Δεν ήταν μόνο η ιατρική το θέμα τους, αλλά και άλλες επιστήμες, όπως η φιλολογία, η γεωμετρία, η αστρονομία, η γεωγραφία, η ορυκτολογία κ.λπ. Τέσσερις είναι κυρίως οι κινητήριες αιτίες παρομοίων έργων. Η πρώτη είναι η γνωστή σχέση μουσικών ρυθμών και βιολογικών φαινομένων, όπως π.χ. οι σφυγμοί. Η δεύτερη είναι η θεραπευτική αξία της μουσικής, όπως περιγράφεται π.χ. στο απόσπασμα από τα «Τοῦ σοφωτάτου καὶ ὑπερτίμου Ψελλοῦ πρὸς τὸν βασιλέα Μιχαὴλ τὸν Δούκαν αἰνίγματα» που ακολουθεί: «Ὅλως δ' ἡ βίβλος τῶν ψαλμῶν ἐστι ταμεῖον, Η τρίτη είναι η ικανότης του ανθρώπου να απομνημονεύει ποιητικά μουσικά κείμενα. Και τελευταία είναι η διάθεση για διανοητικό παιχνίδισμα των μορφωμένων τάξεων στον Μεσαίωνα. Το ποίημα του Βλεμμύδη είχε γραφεί με την μορφή εκκλησιαστικού κανόνα με εννέα ωδές και επισημειωμένους τους ειρμούς (προλόγους) σύμφωνα με τους οποίους θα άδονταν. Το ποίημα του Ψελλού δεν έχει επισημειωμένη μουσική. Η επένδυση τμήματός του με Βυζαντινή μουσική έγινε από τον συνεργάτη μου ειδικευόμενο ιατρό Ανδρέα Σκαρπέλο, πρωτοψάλτη, και παρουσιάζεται εδώ για πρώτη φορά.
«ὀρθῶσ' ἔφην ἐγώ 'λέγεις, ἄριστε Σαραπίων· οὐδὲ γὰρ φιλοσοφίαν ἀπογιγνώσκομεν ὡς ἀνῃρημένην παντάπασι καὶ διεφθορυῖαν, ὅτι πρότερον μὲν ἐν ποιήμασιν ἐξέφερον οἱ φιλόσοφοι τἁ δόγματα καὶ τοὺς λόγους, ὥσπερ Ὀρφεὺς καὶ Ἡσίοδος καὶ Παρμενίδης καὶ Ξενοφάνης καὶ Ἐμπεδοκλῆς [καὶ Θαλῆσ], ὕστερον δ' ἐπαύσαντο καὶ πέπαυνται χρώμενοι μέτροις πλὴν σοῦ· […] σκοποῦντες ὀψόμεθα πρὸς τὸ βέλτιον γεγενημένην τὴν μεταβολὴν, ἀμοιβῇ γὰρ ἔοικε νομίσματος ἡ τοῦ λόγου χρεία, καὶ δόκιμον καὶ αὐτοῦ τὸ σύνηθές ἐστι καὶ γνώριμον, ἄλλην ἐν ἄλλοις χρόνοις ἰσχὺν λαμβάνοντος. ἦν οὖν ὅτε λόγου νομίσμασιν ἐχρῶντο μέτροις καὶ μέλεσι καὶ ᾠδαῖς, πᾶσαν μὲν ἱστορίαν καὶ φιλοσοφίαν πᾶν δὲ πάθος ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν καὶ πρᾶγμα σεμνοτέρας φωνῇς δεόμενον εἰς ποιητικὴν καὶ μουσικὴν ἄγοντες». Από το ανωτέρω απόσπασμα του Πλουτάρχου ανακαλείται στην μνήμη μας η τεράστια ακουστική σημασία των αρχαίων - και κατ’ επέκταση των Βυζαντινών - κειμένων. Γιατί δεν ήταν μόνον οι χρησμοί που ακούγονταν. Βιβλία ολόκληρα, επιστολές, διατριβές είχαν προορισμό να αναγιγνώσκονται μεγαλόφωνα από κάποιον ειδικό ενώ το συνήθως αναλφάβητο ακροατήριο παρακολουθούσε. Ό,τι συμβαίνει στις εκκλησίες ακόμη και σήμερα, όπου ο αναγνώστης αναγιγνώσκει χάρη του εκκλησιάσματος μεγαλόφωνα τον Απόστολο. Την ηχητική εικόνα που έδινε το γραπτό κείμενο διασώζει ο Ιωσήφ Βρυέννιος που σε μια επιστολή του γράφει: «Τα λόγια που ακούς (!) κατά την ανάγνωση, είναι πράγματι δικά μου λόγια. Με έχεις δει, με κρατάς στα χέρια σου, με κοιτάς, ρώτα με τι θέλεις να μάθεις για εμένα». Το «γραφτό» είχε την έννοια του γραπτού κειμένου αλλά και της μοίρας. Το «στοιχείο» έχει την έννοια του γράμματος που χρησιμοποιείται στην γραφή, αλλά και σαν «στοιχειό» του φαντάσματος. Δηλαδή στο λαϊκό υποσυνείδητο το βιβλίο, το γραπτό γενικά, είχε κάποια μοιραία και προφητική ιδιότητα, που καθόριζε το πεπρωμένο του ανθρώπου. Αυτό ισχύει κατ’ εξοχήν για κείμενα ουροσκοπίας, ισάξια των προφητειών της Δελφικής Πυθίας που απεφαίνετο καθισμένη στον τρίποδά της. Σε ποιητικό λόγο συνήθως η Πυθία και σε ποιητικό λόγο συχνά η ουροσκοπία. Tο κομμάτι που ακολουθεί από το ιατρικό πόνημα του Ψελλού αρκεί για να μεταδώσει όλο το πνεύμα του άρθρου μου. Η έννοια του ποιήματος αποδίδεται εικαστικά στις εικόνες 2 και 3 που ακολουθούν. «Ὀττεύεταί τις πρὸς τὸ μέλλον τῆς νόσου
Τελειώνοντας φαίνεται πως δεν υπάρχει αγεφύρωτη αντίθεση ανάμεσα στην Αρχαία και την Βυζαντινή σκέψη. Το ερώτημα είναι πού θέτει ο καθένας μας το όριο μεταξύ τους. Την πιο εύστοχη απάντηση σε αυτό το πρόβλημα την δίνει ο Κάλλιστος Ware, επίσκοπος Διοκλείας, γράφοντας ότι ο Alexander Solzenitsyn επισημαίνει στο βιβλίο του, «Το Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ», ότι: «Το σημείο διαχωρισμού μεταξύ του καλού και του κακού βρίσκεται στο μέσον κάθε ανθρώπινης καρδιάς». Κατά την ίδια έννοια, συνεχίζει ο Κάλλιστος, μπορούμε να πούμε ότι το σημείο διαχωρισμού του Ρωμιού (δηλαδή του φορέα της Βυζαντινής παράδοσης) από τον Έλληνα, (τον ιδεατό δηλαδή λόγιο, όπως τον βλέπει ο Δυτικό-Ευρωπαϊκός πολιτισμός) περνάει από το μέσον της καρδιάς καθενός από εμάς». Παρακάτω παρατίθενται ορισμένα ενδεικτικά αποσπάσματα από τα δύο ποιήματα, καθώς και ένα μικρό τμήμα του μουσικού κειμένου το οποίο θα αποδώσει ο Βυζαντινός Χορός της Πολυφωνικής Χορωδίας Πατρών. Περί ούρων γνωρισμάτων. Ἐντεῦθεν οὔρων ἄρξομαι γνωρισμάτων. Περί ούρων του σοφωτάτου Βλεμμύδου. Εισαγωγικά προσόμοια, επέχοντα θέσιν καθισμάτων. Ήχος α΄. «Τῶν οὐρανίων ταγμάτων…». Ωδή Α΄. Ήχος β΄. «Ἐν βυθῷ κατέστρωσέ ποτε…». [...] [...]
Επιμέλεια αφιερώματος |
Επιστροφή |