ΔΙΕΘΝΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΝΕΦΡΟΛΟΓΙΑΣ

ΧΟΡΩΔΙΑΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΝΕΦΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΠΑΡΑΫΜΝΟΓΡΑΦΙΑΣ

Στους Δελφούς, την Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2001.
Από τον Βυζαντινό Χορό της Πολυφωνικής Χορωδίας Πατρών.

Την Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2001, στο Συνεδριακό Κέντρο του αρχαιολογικού χώρου των Δελφών, αρχίζει τριήμερο διεθνές επιστημονικό συνέδριο με τίτλο «Αλκυονίδες Ημέρες Νεφρολογίας», το οποίο συνδιοργανώνεται από τις Νεφρολογικές Κλινικές του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου Αθηνών «Γ.Γεννηματάς» (διευθυντής ο κ. Π. Ζηρογιάννης) και του Νοσοκομείου Λευκωσίας (διευθυντής ο κ. Α. Πιερίδης). Κατά την τελετή έναρξης του συνεδρίου θα γίνει χορωδιακή παρουσίαση ποιητικών αποσπασμάτων νεφρολογικού ενδιαφέροντος από το Βυζαντινό Χορό της Πολυφωνικής Χορωδίας Πατρών, υπό την διεύθυνση του πρωτοψάλτου κ. Ιωάννη Κόττορου. Πρόκειται για αποσπάσματα από τα βυζαντινά ποιήματα «Πόνημα ἰατρικὸν ἄριστον δι' ἰάμβων» του Μιχαήλ Ψελλού (11ος αιώνας) και «Περὶ οὔρων» του Νικηφόρου Βλεμμύδη (13ος αιώνας). Η χορωδιακή παρουσίαση ποιημάτων ιατρικού και γενικότερα επιστημονικού περιεχομένου αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία και είναι προϊόν εμπνεύσεως του συμπολίτη μας Ιατρού Νεφρολόγου και Αρχαιολόγου κ. Θανάση Διαμαντόπουλου, διευθυντού της Νεφρολογικής Κλινικής του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών «Ο Άγιος Ανδρέας». Στην εισαγωγή του ο κ. Διαμαντόπουλος στο πολυτελές πρόγραμμα της χορωδιακής παρουσίασης των έργων σημειώνει:

«Τα αποσπάσματα ποιημάτων νεφρολογικού ενδιαφέροντος που χορωδιακά θα παρουσιασθούν έχουν το εγγενές μειονέκτημα της αποσπασματικής και όχι ολοκληρωμένης πρότασης για την ερμηνεία των νεφρολογικών παθήσεων. Ο Απόστολος Παύλος γνώριζε καλά αυτήν την αδυναμία και είχε ήδη επισημάνει στην Α’ προς Κορινθίους επιστολή του: «Ἐκ μέρους γιγνώσκομεν καὶ ἐκ μέρους προφητεύομεν. Ὅταν δὲ ἔλθῃ τὸ τέλειον, τότε τὸ ἐκ μέρους καταργηθήσεται». Επειδή το τέλειον δεν επετεύχθη ακόμη στην νεφρολογική γνώση, δικαιολογείται προς το παρόν η ενασχόλησή μας με τα επί μέρους. Τα δύο ποιήματα που θα παρουσιασθούν αφορούν στην διάγνωση, θεραπεία και πρόγνωση νεφρικών και συστηματικών νοσημάτων με βάση την εξέταση των ούρων. Στην σύντομη εισαγωγή μου θα προσπαθήσω να απαντήσω στο ερώτημα γιατί στο Βυζάντιο υπήρχαν ιατρικές διατριβές γραμμένες σε ποιητικό λόγο, και μάλιστα ορισμένες από αυτές συνοδεύονταν από μουσική, ώστε να άδονται σύμφωνα με την μελωδία γνωστών εκκλησιαστικών ύμνων. Το φαινόμενο αυτό είναι γνωστό σαν παραϋμνογραφία, και απετέλεσε αγαπημένη ενασχόληση καλλιεργημένων λαϊκών και κληρικών στο Βυζάντιο. Δεν ήταν μόνο η ιατρική το θέμα τους, αλλά και άλλες επιστήμες, όπως η φιλολογία, η γεωμετρία, η αστρονομία, η γεωγραφία, η ορυκτολογία κ.λπ.

Τέσσερις είναι κυρίως οι κινητήριες αιτίες παρομοίων έργων. Η πρώτη είναι η γνωστή σχέση μουσικών ρυθμών και βιολογικών φαινομένων, όπως π.χ. οι σφυγμοί. Η δεύτερη είναι η θεραπευτική αξία της μουσικής, όπως περιγράφεται π.χ. στο απόσπασμα από τα «Τοῦ σοφωτάτου καὶ ὑπερτίμου Ψελλοῦ πρὸς τὸν βασιλέα Μιχαὴλ τὸν Δούκαν αἰνίγματα» που ακολουθεί:

«Ὅλως δ' ἡ βίβλος τῶν ψαλμῶν ἐστι ταμεῖον,
παθῶν ἁπάντων φάρμακον, κοινὴ ψυχῶν ὑγεία,
συμφόρημα τῶν ἀγαθῶν, ἀνθρώποις σωτηρία.
πᾶσαν γὰρ νόσον ψυχικὴν, ἐξαίρει καὶ διώκει,
τὴν ἀρετὴν συνίστησι, παύει τὴν ἁμαρτίαν,
λύπης δροσίζει καύσωνα, μέριμναν ἐξορίζει,
θλιβόμενον παρηγορεῖ, θυμούμενον πραΰνει,
πρόσφορον ἄκος δίδωσιν ἑκάστῳ τῶν ἀνθρώπων·
καὶ τοῦτο δὲ μετά τινος ἐνθέου μελῳδίας,
μεθ' ἡδονῆς τε σώφρονος, μετ' εὐφροσύνης θείας,
ἵνα τῷ λείῳ καὶ τερπνῷ θελγόμενοι τοῦ μέλους
τὸ τῶν ῥημάτων ὄφελος ἕλκωμεν λεληθότως,
ὃ τοῖς σοφοῖς τῶν ἰατρῶν ἔθος ποιεῖν πολλάκις.
ἡνίκα γὰρ τὰ πόματα κιρνῶσι τοῖς ἀρρώστοις,
μέλιτι περιχρίουσι τὰ τῶν κυλίκων ἄκρα,
ὅπως ἐκ τῆς γλυκύτητος κλεπτόμενοι τήν γεῦσιν
δέχωνται προσηνέστερον τὴν πόσιν τῶν φαρμάκων.
οὕτως οὖν ψάλλοντες ἡμεῖς δοκοῦμεν μέλος ᾄδειν,
τὸ δ' ἀληθὲς παιδεύομεν τὰς ἑαυτῶν καρδίας
καὶ μνήμην ἀνεξάλειπτον ἔχομεν τῶν λογίων».

Η τρίτη είναι η ικανότης του ανθρώπου να απομνημονεύει ποιητικά μουσικά κείμενα. Και τελευταία είναι η διάθεση για διανοητικό παιχνίδισμα των μορφωμένων τάξεων στον Μεσαίωνα. Το ποίημα του Βλεμμύδη είχε γραφεί με την μορφή εκκλησιαστικού κανόνα με εννέα ωδές και επισημειωμένους τους ειρμούς (προλόγους) σύμφωνα με τους οποίους θα άδονταν. Το ποίημα του Ψελλού δεν έχει επισημειωμένη μουσική. Η επένδυση τμήματός του με Βυζαντινή μουσική έγινε από τον συνεργάτη μου ειδικευόμενο ιατρό Ανδρέα Σκαρπέλο, πρωτοψάλτη, και παρουσιάζεται εδώ για πρώτη φορά.

Ο Χριστός ουροσκοπών. Ελαιογραφία του Werner van Valdkert (1585-1627). Από τη συλλογή Baron Reedtz - Thott, Κάστρο Canvo, Δανία. Συσχετίζεται με Theophilus, de urinis, pr, s.8, l.: «Οὐκοῦν δέον ἡμῖν ἐστι περὶ οὔρων μέλλουσι διδάξαι, ἐπικαλέσασθαι Χριστὸν τὸν ἀληθινὸν θεὸν ἡμῶν ἀρωγὸν καὶ βοηθὸν καὶ ὁδηγὸν γενέσθαι εἰς τὴν τοιαύτην διδασκαλίαν, ὅπως ἀξιωθείημεν ἀνελλιπῆ καὶ ἀνυστέρητον ταύτην ἀποτελέσαι».

Υπάρχει πάντα ο ενδοιασμός κατά πόσον κερδίζει ή χάνει η ιατρική από την παράθεση σχετικών έργων εμμέτρως. Αν δηλαδή τα ποιήματα αυτά έδιναν την αφορμή να εκφρασθούν οι γνωστοί δεσμοί μεταξύ επιστήμης και τέχνης, αλλά και μεταξύ επιστήμης και θεολογίας (βλέπε εικ. 1). Οι ίδιοι προβληματισμοί σημειώθηκαν στην Ύστερη Αρχαιότητα, μια κατ’ εξοχήν μεταβατική εποχή. Εδώ στους Δελφούς, τον 1ον αιώνα μ.Χ., τοποθετεί ο Πλούταρχος το τοπίο μιας ενδιαφέρουσας αντιπαράθεσης μεταξύ της αξίας των εμμέτρων χρησμών της Πυθίας κατά το λαμπρό παρελθόν του Μαντείου, και των συγχρόνων του πεζών χρησμών μιας πεζής πραγματικότητας:

«ὀρθῶσ' ἔφην ἐγώ 'λέγεις, ἄριστε Σαραπίων· οὐδὲ γὰρ φιλοσοφίαν ἀπογιγνώσκομεν ὡς ἀνῃρημένην παντάπασι καὶ διεφθορυῖαν, ὅτι πρότερον μὲν ἐν ποιήμασιν ἐξέφερον οἱ φιλόσοφοι τἁ δόγματα καὶ τοὺς λόγους, ὥσπερ Ὀρφεὺς καὶ Ἡσίοδος καὶ Παρμενίδης καὶ Ξενοφάνης καὶ Ἐμπεδοκλῆς [καὶ Θαλῆσ], ὕστερον δ' ἐπαύσαντο καὶ πέπαυνται χρώμενοι μέτροις πλὴν σοῦ· […] σκοποῦντες ὀψόμεθα πρὸς τὸ βέλτιον γεγενημένην τὴν μεταβολὴν, ἀμοιβῇ γὰρ ἔοικε νομίσματος ἡ τοῦ λόγου χρεία, καὶ δόκιμον καὶ αὐτοῦ τὸ σύνηθές ἐστι καὶ γνώριμον, ἄλλην ἐν ἄλλοις χρόνοις ἰσχὺν λαμβάνοντος. ἦν οὖν ὅτε λόγου νομίσμασιν ἐχρῶντο μέτροις καὶ μέλεσι καὶ ᾠδαῖς, πᾶσαν μὲν ἱστορίαν καὶ φιλοσοφίαν πᾶν δὲ πάθος ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν καὶ πρᾶγμα σεμνοτέρας φωνῇς δεόμενον εἰς ποιητικὴν καὶ μουσικὴν ἄγοντες».

Από το ανωτέρω απόσπασμα του Πλουτάρχου ανακαλείται στην μνήμη μας η τεράστια ακουστική σημασία των αρχαίων - και κατ’ επέκταση των Βυζαντινών - κειμένων. Γιατί δεν ήταν μόνον οι χρησμοί που ακούγονταν. Βιβλία ολόκληρα, επιστολές, διατριβές είχαν προορισμό να αναγιγνώσκονται μεγαλόφωνα από κάποιον ειδικό ενώ το συνήθως αναλφάβητο ακροατήριο παρακολουθούσε. Ό,τι συμβαίνει στις εκκλησίες ακόμη και σήμερα, όπου ο αναγνώστης αναγιγνώσκει χάρη του εκκλησιάσματος μεγαλόφωνα τον Απόστολο. Την ηχητική εικόνα που έδινε το γραπτό κείμενο διασώζει ο Ιωσήφ Βρυέννιος που σε μια επιστολή του γράφει: «Τα λόγια που ακούς (!) κατά την ανάγνωση, είναι πράγματι δικά μου λόγια. Με έχεις δει, με κρατάς στα χέρια σου, με κοιτάς, ρώτα με τι θέλεις να μάθεις για εμένα».

Το «γραφτό» είχε την έννοια του γραπτού κειμένου αλλά και της μοίρας. Το «στοιχείο» έχει την έννοια του γράμματος που χρησιμοποιείται στην γραφή, αλλά και σαν «στοιχειό» του φαντάσματος. Δηλαδή στο λαϊκό υποσυνείδητο το βιβλίο, το γραπτό γενικά, είχε κάποια μοιραία και προφητική ιδιότητα, που καθόριζε το πεπρωμένο του ανθρώπου. Αυτό ισχύει κατ’ εξοχήν για κείμενα ουροσκοπίας, ισάξια των προφητειών της Δελφικής Πυθίας που απεφαίνετο καθισμένη στον τρίποδά της. Σε ποιητικό λόγο συνήθως η Πυθία και σε ποιητικό λόγο συχνά η ουροσκοπία. Tο κομμάτι που ακολουθεί από το ιατρικό πόνημα του Ψελλού αρκεί για να μεταδώσει όλο το πνεύμα του άρθρου μου. Η έννοια του ποιήματος αποδίδεται εικαστικά στις εικόνες 2 και 3 που ακολουθούν.

«Ὀττεύεταί τις πρὸς τὸ μέλλον τῆς νόσου
οὐ σφυγμικοῖς κρούμασιν, ἀλλὰ καὶ κόπροις
καὶ ποιότησι πτυσμάτων πολυχρόοις,
οὔρων τε σημείωσις ἀρκεῖ πολλάκις
δεῖξαι τὸ μέλλον ὡς ὁ Πύθιος τρίπους».

Ο Ιατρός προγιγνώσκει την έκβαση της νόσου κοιτάζοντας το δοχείο με τα ούρα του ασθενούς. Κάθεται σε επίσημη πολυθρόνα, ενώ μπροστά του ο ασθενής περιμένει με αγωνία την πρόβλεψη. Λεπτομέρεια από το πρωτοσέλιδο αντιγράφου του 14ου αιώνα του «Αντιδοτάριου» του Νικολάου Μυρεψού που βρίσκεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη των Παρισίων (Ms. Med. Grec. 2243).

Η Θέμις, προφητική θεότης των Δελφών, προφητεύει κοιτάζοντας την λεκάνη με το νερό της Κασταλλίας. Κάθεται στον Πύθιο τρίποδα, ενώ μπροστά της ο Αιγέας περιμένει με αγωνία τον χρησμό. Εσωτερικό ερυθρόμορφης κύλικας, 5ος αι. π.Χ. Βερολίνο, Staatliche Museen.

Τελειώνοντας φαίνεται πως δεν υπάρχει αγεφύρωτη αντίθεση ανάμεσα στην Αρχαία και την Βυζαντινή σκέψη. Το ερώτημα είναι πού θέτει ο καθένας μας το όριο μεταξύ τους. Την πιο εύστοχη απάντηση σε αυτό το πρόβλημα την δίνει ο Κάλλιστος Ware, επίσκοπος Διοκλείας, γράφοντας ότι ο Alexander Solzenitsyn επισημαίνει στο βιβλίο του, «Το Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ», ότι: «Το σημείο διαχωρισμού μεταξύ του καλού και του κακού βρίσκεται στο μέσον κάθε ανθρώπινης καρδιάς». Κατά την ίδια έννοια, συνεχίζει ο Κάλλιστος, μπορούμε να πούμε ότι το σημείο διαχωρισμού του Ρωμιού (δηλαδή του φορέα της Βυζαντινής παράδοσης) από τον Έλληνα, (τον ιδεατό δηλαδή λόγιο, όπως τον βλέπει ο Δυτικό-Ευρωπαϊκός πολιτισμός) περνάει από το μέσον της καρδιάς καθενός από εμάς».

Παρακάτω παρατίθενται ορισμένα ενδεικτικά αποσπάσματα από τα δύο ποιήματα, καθώς και ένα μικρό τμήμα του μουσικού κειμένου το οποίο θα αποδώσει ο Βυζαντινός Χορός της Πολυφωνικής Χορωδίας Πατρών.

Περί ούρων γνωρισμάτων.
Μιχαήλ Ψελλού, «Πόνημα ἰατρικὸν ἄριστον δι' ἰάμβων» (ποίημα 9, στ. 442-450, 521-538).

Ἐντεῦθεν οὔρων ἄρξομαι γνωρισμάτων.
Ἄριστον οὖρον σύμμετρον τῇ συστάσει,
λευκὴν ὁμαλὴν τὴν ὑπόστασιν φέρον,
συνημμένην μάλιστα, μὴ κεκομμένην,
τὸ χρῶμα πυρρόν, ὑπόπυρρον ἐξ ἴσου,
ξανθοῦ τε λάμπον ἀκριβῶς στιλβηδόνι.
τῶν χρωμάτων δὲ τυγχανόντων ποικίλων
πρῶτον τὸ λευκόν, εἶθ' ὕπωχρον τυγχάνει,
μέσον δὲ τούτων χρωμάτων πολὺ πλάτος.
[...]
οὔρου δὲ τριττῆς τυγχανούσης οὐσίας
οὐ πάντα πᾶσι μίγνυται φύρδην ἅμα.
λεπτὸν γὰρ οὖρον τὴν φύσιν καὶ λευκόχρουν
ἄπεπτον οὐ δέξαιτο μίξιν εἴκότως
τοῦ νεφοειδοῦς σώματος τῆς οὐσίας·
πῶς γὰρ συνέλθοι πέψις εἰς ἀπεψίαν;
κἄν πυρρόν ἐστι κἄν ὠχρόν κἄν ξανθόχρουν,
μένει δὲ λεπτόν, οὐ κραθείη τῷ νέφει.
Κείσθω δὲ ταῦτα μέχρι μοι τοῦ μετρίου·
πολλὴ γάρ ἐστι μίξεων ποικιλία
ἐμοὶ δὲ γνώμη καὶ σκοπὸς τῶν ἐμμέτρων,
μὴ πάντα πάντως συλλαβεῖν τὰ τῆς τέχνης,
μικρὰν τεκεῖν ὄρεξιν ἀνδράσι φίλοις,
γραμματικοῖς, ῥήτορσι καὶ φιλοσόφοις,
τῆς τῶν ἰατρῶν ἀκριβεστάτης τέχνης,
ὅπως ποθοῦντες τὰς χάριτας τοῦ μέτρου
σὺν τῷ μέτρῳ λάβωσι καὶ τὰ τῆς τέχνης.
ἀρκοῦντες οὖν δὴ ταῦτα τῶν οὔρων ὅροι.

Περί ούρων του σοφωτάτου Βλεμμύδου.
«Κανὼν εἰς τὰς κρίσεις τῶν ὑελίων τῶν δεκατριῶν, τῶν θεωρουμένων ἐπί ταῖς τῶν ἀνθρώπων ἀσθενείαις, ἀλλὰ δὴ καὶ εἰς τὰς διαγνώσεις καὶ θεραπείας αὐτῶν, πάνυ ἀναγκαιότατα».

Εισαγωγικά προσόμοια, επέχοντα θέσιν καθισμάτων. Ήχος α΄. «Τῶν οὐρανίων ταγμάτων…».
Τῶν ἀσθενῶν ὑαλία μάθε τρὶς καὶ δέκα τὸ μὲν λευκὸν τὸ πρῶτον, τὸ ξανθὸν ἐπὶ τοῦτο· τρίτον ῥοδινίζον· ῥούσιον δὲ τὸ τέταρτον γίνωσκε, αἷμα καθάπερ, πέμπτον ἐστί· τὸ δὲ ἕκτον ὁλοκρόκινον.
Μετὰ δὲ τοῦτο ὡς κίτρον ἴσθι τὸ ἕβδομον, τὸ δ' ἐφεξῆς δὲ μέλαν, καὶ τὸ ἔνατον ἄσπρον, ὥσπερ καὶ τὸ ὕδωρ· τὸ δέκατον δὲ σὺν τρυγίᾳ ὑπόλευκον, τεθολωμένον δέ ἐστὶν ὅλον αὐτό, ὥσπερ τὸ ἔνδέκατον.
Τοῦ δωδεκάτου τὸ εἶδος μόνον οὐ πέφυκεν, οὐ θολερόν, οὐ δ' αὖθις καθαρόν, ἀλλ' ὁρᾶται μῖγμα πεφυρμένον, βοῦρκος δ' ἐστί· τὸ δὲ ὕστατον κρόκινον. Ἀλλὰ πονήσας λοιπὸν μάθε τουτωνὶ καὶ τὴν διάγνωσιν.

Ωδή Α΄. Ήχος β΄. «Ἐν βυθῷ κατέστρωσέ ποτε…».
Τὸ λευκὸν ἐκ ψύξεώς ἐστι καὶ νεφροαλγήσεως ἰατρενέσθω δ' ὁ πάσχων κλυστηρίῳ, δραστικὰ τὰ ἔχοντα μαλαθρόῤῥιζα καὶ θρυμβόξυλα. Τοῦτον δὲ ἀντὶ τοῦ νάρδου ἄλειψον καὶ χαμαιμηλέλαιον.
Τὸ ξανθὸν δὲ νέφος, ἄν ὁρᾷς μέσον αἰωρούμενον, εἰς παντελῆ μεταμάνθανε ἴασιν τὸν νοσοῦντα ἔρχεσθαι· εἰ λυθείη δὲ τὸ ῥωθώνιον, μάλιστα ὂν δεδηλωμένον σύντομον σημεῖον τῆς ἰάσεως.

[...]
Ωδή Ζ΄. Ήχος β΄. «Ἀντίθεον πρόσταγμα…».
Τὸ ἕβδομον κίτρινον ὡς θέα κίτρου ἐὰν ἔχῃ δὲ κάτωθεν καὶ νέφος ὡς σεμίδαλην, κριθὲν κάτω, μάνθανε τὸ ὑελίον αὐτῷ τοῦτον οὖν διαίτησον λεπτῶς καὶ ἰαθείη, Κυρίου θέλοντος.
Τὸ ὄγδοον μέλαν δὲ καὶ ὡς ἐκ μελαίνης χολῇς, ἥν ἐνίσχυσε, χολὴ γὰρ μετὰ αἵματος, στοιχεῖα δ' ἀνέμειξε καὶ κινδυνεύειν ποιεῖ πνεύμονα καὶ ἧπαρ καὶ χολὴν καὶ συσκοτίζει κακῶς τὸν ἄνθρωπον.
Σταφίδας καὶ τζίντζιφα συναποβράσας, ζουλάπιον ποίησον καὶ πότιζε τὸν πάσχοντα καὶ ἄλλο ζουλάπιον μετὰ σελίνου ῥιζῶν λιπηναροκίχωρος, ἐν αἷς ἀδιάντων τὰς ῥίζας ἕνωσον.

[...]
Ωδή Θ΄. Ήχος β΄. «Ἀνάρχου γεννήτορος…».
Τὸ δέκατον πέφυκεν λευκελευκὸν θολὸν παρόμοιον ἀειδάρου τῷ οὔρῳ, νεφρὰ διὰ ψύξεως πάσχει ὁ νοσήσας αὐτὰ γὰρ ἐκ φλεγματισμοῦ ἔχει πεπλασμένα, διὸ καὶ ἐξέλκυσον κλυστηρίῳ σὺ τὰ φλέγματα.
Προβάτου συνέψησον τήν κάραν σύμμαλον μετὰ ἅλατος μόνου καὶ κλυστηρίασον· σπόρον δὲ καρδάμου ἂς πίῃ, καὶ γαλαγκὰν μετὰ τοῦ κυπέρου, εὐθὺς δὲ τὸν πάσχοντα κατὰ τὸ σκέλος φλεβοτόμησον.
Ὅλον τὸ ἐνδέκατον τρυγίαν ἔχον κάτωθεν, ἐκ τῆς φύσκης δὲ ἦλθεν ἐχούσης οὔρησιν καὶ πρὸς δυσουρίαν ἐπείγει ὁ ἀσθενῶν, ἢ λίθον ἢ ἄμμον γὰρ ὁ τοιοῦτος ὑποστήσεται.
Τὸ γαλακτῶδες δὲ οὖρων πήκτωμα ἔχον ἐξ ὅλου, θάνατον μάθε σημαίνει ἐξ ἅπαντος τῷ ἀρρώστῳ, τὸ βορβορῶδες δὲ ὄζον, θανάτου σημεῖον ἴσθι.

Επιμέλεια αφιερώματος
Ανδρέας Σκαρπέλος



Περιεχόμενα
Επιστροφή