Μέσα στην καθολική ανανεωτική πνοή της δεύτερης μεγάλης ακμής (1770-1820) είναι το μόνο μουσικό βιβλίο που στοιχείται αποκλειστικά σχεδόν στα παλαιά πρότυπα. Από μιαν άποψη, στέκεται στον αντίποδα της ανακαινιστικής πνοής εκφράζοντας περισσότερο το πνεύμα της συντηρητικής αναδίπλωσης στον χώρο του Πατριαρχείου, αλλά και του ίδιου του Ιακώβου, ο οποίος, όπως σημειώνει ο Χρύσανθος, "δεν έχαιρε τόσον εις νεωτερισμούς" (Θεωρητικό, σ. LΙ). Ωστόσο, επί της ουσίας δεν έμεινε καθόλου ανεπηρέαστο από τη γενικότερη αναγεννητική πνοή της περιόδου. Έτσι παρουσιάζεται στην πράξη εμπλουτισμένο με πολλά νεωτερικά στοιχεία, όπως οι συντμήσεις, οι καλλωπισμοί και η χρήση συχνά πολλών νεώτερων θέσεων. Αλλά και το όλο συνθετικό πνεύμα είναι στην ουσία νεωτερικό. Ο εμπνευσμένος αυτός συνδυασμός παλαιού και νέου υλικού έδωσε από την πρώτη στιγμή στο Δοξαστάριο τον χαρακτήρα του κλασικού. Με τα δεδομένα αυτά μπόρεσε γρήγορα να επιβληθεί στην πράξη και να προεκτείνει ως τις ημέρες μας ένα ζωντανό, μακραίωνο ψαλτικό ιδίωμα. Δεν είναι επομένως καθόλου τυχαίο ότι έχει αποκληθεί "στίλβωτρον" της καθ ημάς εκκλησιαστικής μουσικής, καθώς έχει ανανεώσει και εξωραΐσει δραστικά ένα τόσο παλαιό και εξαιρετικά ενδιαφέρον μουσικό υλικό.
Το Δοξαστάριο του Ιακώβου στην έντυπη μορφή του (Α' και Β' τόμος) περιέχει διακόσια εβδομήντα ένα (271) μέλη, στο σύνολό τους σχεδόν δοξαστικά (ορισμένα είναι στιχηρά Ιδιόμελα, όμως τα γvωστά Ιδιόμελα των Κυριακών της Μ. Τεσσαρακοστής, στιχηρά Προσόμοια και άλλα, όλα κατάλοιπα του Παλαιού Στιχηραρίου). Τα μέλη αυτά είναι κατανεμημένα σε όλους τους ήχους, με πυκνότητα όμως που ποικίλλει εντυπωσιακά. Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ
Ο τρόπος αυτός ερμηνείας, ο κατά την παράδοση του Στιχηραρίου, ο οποίος ανταποκρίνεται αναπόφευκτα και στην ουσία σύνθεσης του Δοξασταρίου, έχει πολλά και σπουδαία γνωρίσματα. 1) Ένα πρώτο είναι η εκτέλεση κατά τις μουσικές φράσεις και κυρίως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η εκτέλεση κατά τις σύνολες θεματικές ενότητες. Με βαθειά γνώση του παραδοσιακού υλικού, προσωπική φαντασία και αντίληψη, αποδίδει την έννοια και την ατμόσφαιρα της μουσικής ενότητας, στην οποία εισάγει συχνά και μόνο με το απήχημα ή με το προανάκρουσμα ενός αρχικού φθόγγου. Από την εμπειρία αυτή ο συγκεκριμένος ερμηνευτικός τρόπος μεταφέρεται και σε άλλα μέλη, όπου επισημαίνεται σύνθεση κατά θεματικές ενότητες. Έτσι, το στοιχείο αυτό γίνεται γενικότερο χαρακτηριστικό του ερμηνευτικού ιδιώματος του πατρός Διονυσίου. 2) Ένα δεύτερο γνώρισμα, σπουδαιότερο, είναι ο ειδικός τρόπος εκφοράς του ρυθμού. Στη συγκεκριμένη περίπτωση μάλιστα πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελεί αποκλειστικό στοιχείο της προφορικής ερμηνευτικής παράδοσης του Στιχηραρίου - Δοξασταρίου στο Αγ. Όρος. Ο ρυθμός εδώ είναι το κυρίαρχο δεδομένο. Σ' αυτόν υποτάσσονται δυναμικά ο απλός χρόνος, οι μουσικές φράσεις, η εκφορά των ποιοτικών χαρακτήρων, όλα τα ποικίλματα. Από μιαν άποψη, πρέπει μάλλον να θεωρηθεί πολύ πιθανό ότι η ερμηνεία του πατρός Διονυσίου στο Δοξαστάριο του Ιακώβου εμπεριέχει εκτελεστικά κατάλοιπα της παλαιάς Χειρονομίας. Διαφορετικά δεν μπορεί εύκολα να εξηγηθεί ο ιδιότυπος ρυθμικός κυματισμός και ο οιονεί μετεωρισμός του ήχου. Η παρατήρηση αποκτά κεφαλαιώδη σημασία για την ιστορία της μουσικής. Άλλωστε το Αγ. Όρος είναι ο κατεξοχήν ιδεώδης τόπος όπου θα μπορούσε να διατηρηθεί ζωντανή ως σήμερα μια τέτοια αρχαία παράδοση. Εδώ πρέπει να προστεθεί και η ιδιοτυπία της επιμέρους χρονικής αγωγής, συγκεκριμένα η ισχυρή εκφορά της θέσης, με περισσότερη ανάλωση χρόνου απ' ότι για την άρση. Η ειδική αυτή εκφώνηση του χρόνου αποτελεί πάντως, όπως και στο στοιχείο (1), χαρακτηριστικό του ερμηνευτικού ιδιώματος του πατρός Διονυσίου και, ευρύτερα, της προφορικής ερμηνευτικής παράδοσης (επισημαίνεται και σε άλλους αυθεντικούς ψάλτες, στον μητροπολίτη Νικόδημο Βαλληνδρά και στον Αγιορείτη μοναχό Αντίπα). 3) Πέρα από τα προηγούμενα, καίρια και γενικά, γνωρίσματα, σημειώνονται και ορισμένα άλλα, περισσότερο ιδιοπρόσωπα αυτά: η απαράμιλλη εκφραστική δύναμη, η βιωμένη βαθειά πνευματικότητα, η έντονη ψυχική μέθεξη. Tα στοιχεία αυτά βρίσκουν την απόλυτη έκφρασή τους στις ερμηνείες όλων των δοξαστικών του Ιακώβου. Ωστόοο, σε πολλά (όπως στα περισσότερα που ανθολογούνται εδώ) η μακρόχρονη (και μακραίωνη) λειτουργική χρήση στον εορτολογικό κύκλο του Αγ. Όρους έχει οδηγήσει τα στοιχεία αυτά σε ακμαία κορύφωση. Φυσικό, αφού τα έψαλλε παντού δια βίου (επί 60 ολόκληρα χρόνια, όπως ο ίδιος έλεγε) στις Πανηγύρεις των Κελιών και των Μοναστηριών μέσα σε ατμόσφαιρα συλλογικής ευφροσύνης και κατάνυξης. Από την άποψη αυτή, οι ερμηνείες του πατρός Διονυσίου καταγράφουν όχι μόνο το προσωπικό, αλλά και το συλλογικό λατρευτικό βίωμα.
Με τις επισημάνσεις αυτές σκιαγραφείται απλώς η μεγάλη σημασία της ερμηνείας του Δοξασταρίου του Ιακώβου από τον πατέρα Διονύσιο. Όπως έχει ήδη τονισθεί, η ερμηνεία αυτή πρέπει vα θεωρηθεί μέγιστο γεγονός, επιστημονικό και πνευματικό (και μέγιστο ευτύχημα η καταγραφή της, έστω και στη δύση της ζωής του). Το επίτευγμα του πατρός Διονυσίου εδώ είναι διπλό: από τη μια, αναδεικνύει την ψαλτική σε μεγάλη τέχνη, διδάσκοντας ταυτόχρονα τί σημαίνει αληθινή και γνήσια ερμηνεία· από την άλλη, δείχνει πόσο ουσιαστική και ζώσα μπορεί να είναι η καλλιτεχνική πραγματικότητα, και μάλιστα σε τομείς που εξακολουθούν να παραμένουν υποτιμημένοι και, για τους πολλούς, τελείως άγνωστοι.
|
Επιστροφή |