|
Οι καθηγητές του Πανεπιστημίου Πατρών που συνέταξαν και υπέγραψαν το παρόν κείμενο για την αιφνίδια, άκαιρη, ανιστόρητη, ουσία άσκοπη αλλά οπωσδήποτε επικίνδυνη αναστάτωση της Ελληνικής Κοινωνίας, αφού εγκυμονεί διχασμό ενός Λαού που είναι ταυτόχρονα και ισόρροπα αφοσιωμένος στο Δημοκρατικό Πολίτευμα και την Ορθοδοξία, επιθυμούν να γίνουν γνωστά προς κάθε κατεύθυνση τα πιο κάτω: 1. Οι μεταρρυθμίσεις στη σχέση Κράτους – Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, ιδιαίτερα με προσχηματισμό τον εξευρωπαϊσμό της Ελλάδας, είναι χωρίς ιστορική προοπτική και κοινωνική αποδοχή. Η Ορθόδοξη πίστη, που κέρδισε την σημερινή της θέση στην καρδιά των Ελλήνων και συστεγάζει την πλειοψηφία του Λαού, δεν έχει κατηγορηθεί ποτέ ως υπαίτια για παρεμπόδιση ή έστω επιβράδυνση της αναπτυξιακής πορείας της χώρας. Αντίθετα, το Κράτος, όπως εκφράζεται από τις Δημοκρατικά εκλεγόμενες Κυβερνήσεις, αναφέρεται από πολλές κατευθύνσεις και κατ’ επανάληψη, ως ανταποκρινόμενο με λιγότερη από την επιθυμητή επιτυχία στην προσδοκία των πολιτών για ανάπτυξη, εκσυγχρονισμό και επίλυση των πολλών προβλημάτων του. 2. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία αγωνίζεται με ιδιαίτερη θέρμη για την διατήρηση των παραδόσεων και των μνημείων των Λαών της, μάλιστα με μεγάλες δαπάνες, είναι αδιανόητο να κατηγορείται ότι συνηγορεί σε τέτοιες αντιλαϊκές μεταρρυθμίσεις. Κανένα βήμα εισδοχής της χώρας μας στους Ευρωπαϊκούς θεσμούς δεν έγινε με άγνοια των Ευρωπαϊκών εταίρων του γεγονότος, ότι το νέο μέλος είναι Συνταγματικά Ορθόδοξο. 3. Εξ’ άλλου, οι Έλληνες στην Ελλάδα και τον κόσμο, κληρικοί και λαϊκοί, και η επίσημη Εκκλησία της Ελλάδας, είναι ανάρμοστο να συκοφαντούνται δυστυχώς από μειοψηφία Ελλήνων, ως οπαδοί θεοκρατισμού. Το θρησκευτικό Κράτος δεν είχε και δεν έχει οπαδούς στον Ορθόδοξο κόσμο. Ο «Παπισμός», που καμία κυβέρνηση δεν τόλμησε να τον περιλάβει στα μεταρρυθμιστικά της προγράμματα, ουδέποτε βρήκε πρόσφορο έδαφος στη χώρα μας. Αντίθετα όμως, όλες οι Κυβερνήσεις της Δύσης, όταν σε κρίσιμες στιγμές ο Πάπας επισκέφθηκε την Πολωνία, την Κούβα και άλλες χώρες, για να μεταφέρει το ιδεώδες του ελεύθερου και θρησκεύοντος ανθρώπου, έκριναν θετικά το γεγονός. Κατ’ αναλογία, είναι εύλογη η Ελληνική επιθυμία για μια δυνατή και φωτισμένη Ορθοδοξία, που να μπορεί να παίξει στη μελλοντική πορεία του Λαού μας τον ίδιο ρόλο, που έπαιξε στις δύσκολες στιγμές του παρελθόντος. 4. Το θρήσκευμα, ανεξάρτητα από το αν είναι σκόπιμο ή όχι να αναφέρεται στην ταυτότητα των πολιτών, δεν είναι ευαίσθητο προσωπικό δεδομένο. Όλοι οι ιδρυτές θρησκειών απέδωσαν θεμελιώδη σημασία στην «ομολογία» της πίστεως των οπαδών τους, ο δε ιδρυτής του Χριστιανισμού κατέταξε την ομολογία ως κορυφαίο καθήκον ακόμη και όταν αυτή σήμαινε απώλεια της ζωής. Η προαίρεση στην ομολογία είναι υποχρεωτική. Επειδή δε για πολλές δεκαετίες οι πολίτες καλούντο να ομολογούν το θρήσκευμά τους, και μέσω της ταυτότητας, αλλά υποχρεωτικά, με αποτέλεσμα πολλοί να κάνουν ψευδή ομολογία (παράδειγμα είναι πολλοί από τους σήμερα πρωτοστατούντες στις μεταρρυθμίσεις), είναι επιβεβλημένο να θεσπισθεί η προαιρετική αναγραφή και να γίνει ειλικρινέστερη η κοινωνία μας. 5. Οι διώξεις ετεροδόξων, που είναι ασυζητητί απαράδεκτες παγκόσμιο πρόβλημα που πρέπει να λυθεί. Στις Η.Π.Α υπάρχουν χιλιάδες χώροι εργασίας που είναι προσβάσιμοι σε άτομα μόνο ενός ορισμένου Θρησκεύματος. Είναι δε υποχρεωτική η αναγραφή του Θρησκεύματος σε όλες σχεδόν τις φόρμες για πρόσληψη σε αρκετές χώρες. Εκεί πρέπει να δοθεί η μάχη για ίση μεταχείριση των πολιτών. Γι’ αυτό θεωρούμε αναγκαίο τόσο η Κυβέρνηση, όσο και η Εκκλησία της Ελλάδος να πρωτοστατήσουν στον αγώνα αυτό. 6. Για τους πιο πάνω λόγους θεωρούμε απόλυτα δικαιολογημένη τη στάση της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας και της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων και συμπαριστάμεθα στον αγώνα τον οποίο ανέλαβαν από κοινού για την επικράτηση της λογικής και της ενότητα του Λαού μας. Παραινούμε την Κυβέρνηση να επανεξετάσει τις θέσεις της, λαμβάνοντας υπόψη ότι η υιοθέτηση της επιθυμίας της πλειοψηφίας του Λαού, τον οποίο κυβερνά, δεν είναι ήττα, αλλά νίκη και της Κυβέρνησης. Πάτρα, 13 Ιουνίου 2000 Οι Καθηγητές του Πανεπιστημίου Πατρών Κ. Γούδας Π. Κούτμος |
Επιστροφή |