Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ

Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος αισθάνεται την ανάγκη να απευθυνθεί στον Ελληνικό Λαό για να εκφράσει τη θέση της επί του εκ μέρους της εντίμου Ελληνικής Κυβερνήσεως αιφνιδίως ανακύψαντος ζητήματος της μη αναγραφής του θρησκεύματος στις νέες αστυνομικές ταυτότητες. Υποστηρίζουμε την προαιρετική αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες, διότι έτσι ουδείς θα αισθάνεται ότι του περιορίζεται η ελευθερία. Από τη μία πλευρά, δεν θίγεται ο Χριστιανός Ορθόδοξος, ο οποίος επιθυμεί την αναγραφή, ως ομολογία της πίστεώς του και ως χαρακτηριστικό της ιδιοπροσωπίας του και της ταυτότητάς του. Και από την άλλη, όποιος δεν θέλει να αναγραφεί το θρήσκευμα δεν θα υποχρεώνεται από κανένα να παραβιάσει την ελεύθερη βούληση και τη συνείδησή του.

Η προαιρετική αναγραφή του θρησκεύματος σε μια σύγχρονη, ευνομούμενη και δημοκρατική Πολιτεία επ' ουδενί μπορεί να αποτελέσει διάκριση. Τονίζουμε ότι και μέχρι σήμερα, που η αναγραφή του θρησκεύματος είναι υποχρεωτική, ουδεμία διάκριση, λόγω της αναγραφής, εκ μέρους οποιασδήποτε κρατικής Υπηρεσίας εναντίον ετεροδόξου ή ετεροθρήσκου έχει υπάρξει ή έχει καταγγελθεί στα αρμόδια όργανα της Πολιτείας ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κι από την άλλη είναι ανακριβές και υποκριτικό να πιστεύεται ότι στον δημόσιο ή και ιδιωτικό τομέα αν ποτέ αποφασιστεί να υπάρξει διάκριση σε βάρος κάποιου για λόγους της θρησκευτικής του πίστεως, αυτός θα προστατευθεί αν δεν υπάρχει το θρήσκευμα γραμμένο στην ταυτότητά του. Υπάρχουν σήμερα πολλά μέσα για να πληροφορηθεί το Κράτος και οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος όχι μόνο την θρησκευτική πίστη ενός πολίτη, αλλά και όποιο στοιχείο θεωρεί ότι του χρειάζεται και αυτό μπορεί να γίνει με μιαν απλή και χειρόγραφη υπεύθυνη δήλωση έως τη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών, που για πολλούς οδηγούν και σε πολύπλοκα "ηλεκτρονικά φακελώματα".

Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος υποστηρίζει ότι ο Έλληνας πολίτης πρέπει να αφεθεί ελεύθερος να γράψει, αν θέλει, το θρήσκευμά του στην αστυνομική ταυτότητα. Τα υπέρ της προαιρετικής αναγραφής επιχειρήματα είναι:

• Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ζυμωμένη με την Παράδοσή του και ανήκει στην ιδιοπροσωπία του, ως προσώπου. Ως εκ τούτου δεν αποτελεί ένα "μυστικό" κι "ευαίσθητο" συστατικό του είναι του, αλλά ένα προφανές στοιχείο της όλης προσωπικότητάς του.

• Η προαιρετική αναγραφή δεν αποτελεί πράξη δυσμενούς διάκρισης σε βάρος εκείνων που δεν θέλουν να αναγράφεται. Αντιθέτως αποτελεί πράξη ομολογίας εκείνων που θέλουν να αναγράφεται. Οι αναγράφοντες στην ταυτότητα ότι είναι "Ορθόδοξοι Χριστιανοί" θέλουν να προβάλλουν τη διαφορετικότητά τους, για την οποία δεν αισθάνονται καμία μειονεξία, αντιθέτως είναι υπερήφανοι για την ιστορία και την ταυτότητά τους. Θυμίζουμε πως σε απογραφή του 1905 κι επί πανίσχυρης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας oι Έλληνες της Πόλης και της Θράκης επέβαλαν, ναι επέβαλαν, να αναγραφεί στους πίνακες "Ρωμιοί Ορθόδοξοι", για να ξεχωρίζουν, ως οντότητες, από τους μουσουλμάνους, αλλά και τις άλλες χριστιανικές κοινότητες. Η γενναία εκείνη ομολογιακή τους πράξη δεν έγινε σε βάρος κάποιου, αντιθέτως έβαζαν σε κίνδυνο τη ζωή και τις περιουσίες τους. Αυτό δεν μπορούν να αντιληφθούν όλοι όσοι δεν έχουν καμία σχέση με την Παράδοσή μας.

• Από την απελευθέρωση της Ελλάδος έως και τις ημέρες μας ένα μέρος των "διανοουμένων" (της ιντελιγκέντσιας), επιδιώκει να "εκσυγχρονίσει" το λαό, να του αφαιρέσει την Παράδοσή του, την οποία αυτή η ιντελιγκέντσια απορρίπτει και να τον αφομοιώσει σε ένα πρότυπο ζωής άλλων λαών και άλλων παραδόσεων, για την όποία όμως αυτή αισθάνεται θαυμασμό. Ο λαός, ο πολύς και απλός λαός, έως σήμερα αντιστέκεται στη βούληση και την επιδίωξη του φαινομένου πνευματικού εποικοδομήματος της κοινωνίας. Όμως η ιντελιγκέντσια δεν απογοητεύεται και αναζητεί τρόπους να προωθήσει τα σχέδιά της. Πρέπει να σημειώσουμε ότι πρότυπο ορισμένων Δυτικών είναι ο πρώην Ορθόδοξος Μητροπολίτης Νίκαιας Βησσαρίωνας, ο οποίος μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως υπετάγη στον Πάπα για να ζήσει στη συνέχεια ως καρδινάλιος με τιμές και δόξες. Και οι ρασιοναλιστές (ορθολογιστές) δυτικοί ιστορικοί αναλυτές δεν μπορούν να εξηγήσουν το πως μέσα στον κατακλυσμό 400 ετών σκλαβιάς η Ορθόδοξη Εκκλησία όχι μόνο επέζησε, αλλά ως κιβωτός διέσωσε το Γένος από τον "κατακλυσμό" και ως στοργική μητέρα θυσιάστηκε για την επιβίωση των παιδιών της.

• Στις βουλευτικές εκλογές δεν ψηφίζει μόνο η εναντίον της Εκκλησίας ιντελιγκέντσια, ψηφίζει όλος ο λαός. Στην προκειμένη περίπτωση της διαγραφής του θρησκεύματος από τις αστυνομικές ταυτότητες ο λαός δεν ερωτήθηκε κι αιφνιδιάστηκε. Κανένα Κόμμα δεν εμφανίστηκε προεκλογικά με πρόγραμμα αλλαγών στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας. Η Κυβέρνηση κατά τη συζήτηση του Νόμου 2472/1997 στη Βουλή ουδέποτε ανακοίνωσε ότι αυτός αφορούσε και στις αστυνομικές ταυτότητες. Επί πλέον για ένα θέμα τόσο σοβαρό, που απασχολεί το σύνολο των Ελλήνων δεν έκανε κανένα διάλογο με την Εκκλησία, όπως ρητώς είχε υποσχεθεί και δεσμευθεί. Για ένα θέμα που αγγίζει τη Ρωμαίικη ψυχή επέδειξε λίγη σωφροσύνη, πολλή σπουδή και προχειρότητα και δυσεξήγητο για την εποχή μας αυταρχισμό.

• Η Ιερά Σύνοδος δεν δέχεται ότι με τη διαγραφή του θρησκεύματος προστατεύονται τα ανθρώπινα δικαιώματα έστω κι ενός θιγόμενου πολίτη. Πρώτον γιατί εν ονόματι του ενός, όποιος κι αν είναι, όσο ψηλά κι αν στέκεται στην κρατική ιεραρχία, δεν μπορεί να θίγονται τα ανθρώπινα δικαιώματα εκατομμυρίων άλλων πολιτών. Ο ένας κι επώνυμος δεν είναι "πιο ίσος" από τα εκατομμύρια των απλών και ανώνυμων πολιτών. Ο ένας αυτός πολίτης, ή έστω μια μικρή ομάδα πολιτών, δεν ενοχλούνται μόνο από την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Ενοχλούνται από τις εικόνες που οι ίδιοι οι υπάλληλοι βάζουν στα γραφεία ή στους θαλάμους των νοσοκομείων, ενοχλούνται γενικά από οτιδήποτε θυμίζει Ελληνορθόδοξη Ιστορία και Παράδοση. Η αντορθόδοξη αυτή λογική θα οδηγήσει τους ίδιους στο να ενοχλούνται αύριο με την Ελληνική Σημαία που έχει το Σταυρό, και τον Εθνικό Ύμνο, στον οποίο ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός θεωρεί την Ορθοδοξία ως βασικό συστατικό τού Έλληνα, που, όπως τονίζει, τον διακρίνει από τους άλλους Ευρωπαίους. Και μη μας πουν ότι είναι υπερβολικό το υποστηριζόμενο για αίτημα καταργήσεως αργότερα της Σημαίας και του Εθνικού Ύμνου. Ανήκει ακριβώς στην ίδια λογική της "ενόχλησης" από την αναγραφή των λέξεων "Ορθόδοξος Χριστιανός" στις αστυνομικές ταυτότητες εκείνων, που δεν βλέπουν τη ζυμωμένη μέσα στους αιώνες ενότητα Γένους και Εκκλησίας.

• Με την ίδια λογική της ρασιοναλιστικής και ορφανής από Ελληνορθόδοξη Παράδοση ιντελιγκέντσιας του τόπου μας, που πρόσφατα πήρε στα χέρια της και κρατική ισχύ, σε λίγο θα απορριφθούν όχι μόνο ο Σολωμός, αλλά και όλοι, oι μεγάλοι σύγχρονοι ποιητές και πεζογράφοι, που στήριξαν την έμπνευση και δημιουργία τους σ' αυτήν την Παράδοση. Δηλαδή αποδιοπομπαίοι θα είναι ο Παλαμάς, ο Ρίτσος, ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Εγγονόπουλος, ο Κόντογλου, ο Τερζάκης, ο Παπαδιαμάντης, ο Καρκαβίτσας, ο Βιζυηνός, ο Σαραντάρης και τόσοι άλλοι ακόμη.

• Αγαπημένε και πιστέ λαέ, η Εκκλησία επί δύο χιλιάδες χρόνια πορεύεται περνώντας δυσκολίες και τρικυμίες μεγάλες και μικρές, που πάντως με τη λογική δεν θα μπορούσε να τις αντιμετωπίσει. Όμως "ζή Κύριος ο Θεός"! Οι δοκιμασίες πρέπει να μας οδηγούν σε περισσότερη προσευχή, σε μετάνοια, σε ομολογία πίστεως και προετοιμασία για ενδεχόμενο μαρτύριο. Οι πρόγονοί μας μαρτυρούσαν "για του Χριστού την πίστη την αγία και της Πατρίδος την ελευθερία". Στεκόμαστε λοιπόν κι εμείς όλοι όρθιοι και δεν υποχωρούμε στην αλλοίωση της συνείδησής μας. Ο,τι παραλάβαμε, αυτό θα παραδώσουμε στα παιδιά μας. Εμείς γνωρίζουμε από που ερχόμαστε και που πηγαίνουμε. Εμείς γνωρίζουμε τον προορισμό μας πάνω στη γη, εμείς ανήκουμε στην Εκκλησία και πιστεύουμε ότι "και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής". Στο διάβα του χρόνου οι δοκιμασίες περνούν, οι πληγές επουλώνονται και οι πολέμιοι της Εκκλησίας ξεχνιούνται. Η Εκκλησία όμως μένει εις τον αιώνα.


Η ΔΙΑΡΚΗΣ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ

Ανακοινωθέν της 26ης Μαΐου 2000 (αποσπάσματα)

2. Η Εκκλησία σεβομένη απολύτως την οιανδήποτε θρησκευτικήν πίστιν ενός εκάστου των Ελλήνων και την αξίαν του ανθρωπίνου προσώπου, όπως αυτή διασώζεται και εκφράζεται μέσα από το αναφαίρετον δικαίωμα κάθε ανθρώπου δια τον ελεύθερον αυτοπροσδιορισμόν του, από την αρχήν ετάχθη υπέρ της προαιρετικής αναγραφής του θρησκεύματος εις τας νέας ταυτότητας. Τούτο δεν προσκρούει ούτε εις ανυπάρκτους οδηγίας, ούτε εις την νομοθεσίαν της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, ούτε πολύ περισσότερον εις τον κείμενον ελληνικόν Νόμον 1988/1991, ο οποίος μάλιστα προβλέπει την υποχρεωτικήν αναγραφήν του θρησκεύματος. Και είναι βέβαιον ότι την απλήν και λογικήν αυτήν πρότασιν της Εκκλησίας συμμερίζεται η συντριπτική πλειονοψηφία του Ελληνικού Λαού, γεγονός το οποίον δύναται ευκόλως να διαπιστωθή δια δημοψηφίσματος.

4. Όμως ταυτοχρόνως η Εκκλησία θεωρεί απαραίτητον, να καταστήση σαφές προς πάσαν κατεύθυνσιν, ότι δεν διανοείται να συμβιβασθή, έναντι οιουδήποτε ανταλλάγματος και οιασδήποτε απειλής και να προδώση την εμπιστοσύνην, με την οποίαν την τιμά και την περιβάλλει ο πιστός Ελληνικός Λαός. Με σύνεσιν αλλά και με αποφασιστικότητα θα αγωνισθή με κάθε νόμιμον μέσον, δια να πείση την Κυβέρνησιν ότι επλανήθη. Θα αγωνισθή δια να μεταφέρη, όπου πρέπει, την αγωνίαν, την ανησυχίαν και τον προβληματισμόν του Λαού. Ο Λαός ανησυχεί σοβαρά, όχι μόνον δια την μη αναγραφήν του θρησκεύματός του εις τας ταυτότητας, αλλά και διά πολλά άλλα συναφή, ως λ.χ. την ηλεκτρονικήν λωρίδα με άγνωστα εις τον κάτοχον στοιχεία και το ηλεκτρονικόν φακέλλωμα. Δι' όλα αυτά η Αρχή δεν έχει επιδείξει κανένα ζήλον προς ουσιαστικήν προστασίαν του πολίτου. Ο ρόλος της Εκκλησίας δεν είναι δια να αντιγράψη τα κοσμικά καμώματα, τα ιδιοτελή συμφέροντα και να ικανοποιήση εκείνους, οι οποίοι επιβουλεύονται την εθνικήν μας ταυτότητα. Ο αγών θα είναι ανένδοτος, με δύναμιν λόγου, αλλά και ξένος προς κάθε μορφήν περιθωριακής συμπεριφοράς, φανατισμού και μισαλλοδοξίας, η οποία πιθανόν να προκληθή από προβοκάτορας, οι οποίοι επιδιώκουν να δυσφημίσουν την Ορθοδοξίαν εντός και εκτός Ελλάδος. Τοιαύται συμπεριφοραί, οποθενδήποτε και αν προέρχωνται, είναι καταδικαστέαι.

5. Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος κάνει έκκλησιν δια μίαν παραδεκτήν λύσιν ενός, κατά τρόπον περίεργον και αιφνιδιαστικόν, δημιουργηθέντος θέματος. Τα λάθη είναι ανθρώπινα αλλά μεταβάλλονται σε εγκλήματα, όταν το πείσμα, οι εγωισμοί και η ιδιοτέλεια κυριαρχούν επί της λογικής, της συνέσεως και του αισθήματος ευθύνης.

Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος λυπείται, διότι μία μικρά μερίς εξωκοινοβουλευτικών πολιτών παραπλανά τον Πρωθυπουργόν της Χώρας και βαναύσως προκαλεί την Εκκλησίαν της Ελλάδος.

Η Εκκλησία προσεύχεται και ελπίζει δια την άμεσον αλλαγήν πορείας, εις τας ληφθείσας αποφάσεις. Η Εκκλησία θα σταθεί ενώπιον της κρίσεως, υπεύθυνη, συνετή, διαλλακτική, αλλά και αμετακίνητος εις τα "Πιστεύω" Της και τας Αρχάς Της.



Περιεχόμενα
Επιστροφή