ΣΥΜΜΕΙΚΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

ΜΑΝΟΛΗΣ Κ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΚΟΥΜΗΣ

ΣΥΜΜΕΙΚΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

2
ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ
3
ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ

ΨΑΛΛΕΙ
Ο πατήρ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΣΕΤΣΗΣ
Μέγας Πρωτοπρεσβύτερος
του Οικουμενικού Πατριαρχείου

ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΩΝ ΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΩΝ
ΑΘΗΝΑ 1999

Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Στους δύο αυτούς δίσκους ψάλλονται, κατ' εκλογήν, μέλη από τη Μ. Τεσσαρακοστή (CD 2ο) και τη Μ. Εβδομάδα (CD 3ο). Τα μέλη της Μ. Τεσσαρακοστής εκτελούνται από τη γνωστή Μουσική Συλλογή του Γ. Πρωγάκη (Κων/πολη 1909-1910) και της Μ. Εβδομάδας από την Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα του Κ. Πρίγγου (Κων/πολη 1952), ενώ ορισμένα αποδίδονται κατά την προφορική παράδοση της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Τα δύο αυτά μουσικά βιβλία, τα οποία καταγράφουν τα μέλη όπως ψάλλονται ακόμη και σήμερα στον Πατριαρχικό ναό, αποτελούν στην πράξη, από την έκδοσή τους, τα επίσημα βιβλία των πατριαρχικών ψαλτών. Ειδικότερα μάλιστα η Συλλογή του Πρωγάκη περιέχει (σε 3 τόμους) τα εγκύκλια μαθήματα του ενιαύσιου λειτουργικού κύκλου που είχαν κατά παράδοση επικρατήσει να ψάλλονται εκεί ως τις αρχές του αιώνα.

Πέρα από τα δύο αυτά βιβλία οι εκτελέσεις του πατρός Γεωργίου Τσέτση στηρίζονται παράλληλα, και κυρίως, στην ανεπανάληπτη ζωντανή εμπειρία του πατριαρχικού μουσικού βιώματος. Ακόμη, στην προσωπική ερμηνευτική αντίληψη και στο ιδιοπρόσωπο φωνητικό τάλαντο (τονικότητα, εύρος φωνής, ηχόχρωμα). Έτσι, οι ερμηνείες στα μέλη αυτά, από τα ωραιότερα της εκκλησιαστικής ψαλμωδίας, ηχούν ως μία καινότροπη πνευματική απόλαυση. Το στιβαρό ύφος, η αυτοκυρίαρχη μελωδική εκφορά, το κατανυκτικό, ηγεμονικό, αλλά ταυτόχρονα λιτό και απέριττο, παραπέμπουν σταθερά στο κατά παράδοση ψαλτικό πατριαρχικό ήθος. Ιδιαίτερα πρέπει να εξαρθεί η απόδοση των μελών της Μ. Εβδομάδας σε ήπιους μελωδικούς τόνους, χαμηλές βάσεις, χωρίς περίτεχνη έμφαση και άλλα ψιμύθια, με ευρυθμία και κυρίαρχο το στοιχείο της κατάνυξης και της πνευματικότητας. Σ' αυτό συνεργεί και η ορθή απόδοση (όπου πρέπει και όπως πρέπει) των ποιοτικών εκφραστικών χαρακτήρων, χωρίς ιδιάζουσα έξαρση, υποταγμένων φυσιολογικά μέσα στη γενική ροή του όλου ερμηνευτικού σχήματος. Έτσι, οι ερμηνείες στα μέλη αυτά αποτελούν ταυτόχρονα εμπειρία και δίδαγμα. Επιπλέον, ζωντανή δραστική μαρτυρία του σύγχρονου ψαλτικού πατριαρχικού τρόπου και ύφους.

Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να γίνει σύντομος λόγος για το λεγόμενο σήμερα πατριαρχικό ύφος (ορθότερα "ύφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας"). Καταρχήν, ως ύφος στην εκκλησιαστική μουσική πρέπει να ορισθεί, γενικότερα, ο ειδικός τρόπος εκφοράς και απαγγελίας των μελών. Πρόκειται για στοιχείο ακατάγραφο, στοιχείο κυρίως της προφορικής ερμηνευτικής παράδοσης, το οποίο ωστόσο σχετίζεται άμεσα με το είδος και τη δομή των μουσικών φράσεων, τον ρυθμό και, γενικότερα, την υφή της μελωδίας. Ακόμη, με το ευρύτερο κοινωνικό, πνευματικό και ό,τι θα μπορούσε να ονομασθεί ως γαιο-πολιτισμικό περιβάλλον. Στο τελευταίο ακριβώς αναφέρονται και οι παλαιότεροι χαρακτηρισμοί των χειρογράφων για πολλά μέλη ως "Θεσσαλονικαίον", "Πολίτικον" ή, ακόμη πιο προσδιοριστικά, "ως ψάλλονται παρά των Κρηταίων", "παρά των Κυπραίων", κλπ. Σε ότι αφορά στο ύφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας δύο είναι οι κύριοι ιστορικοί λόγοι που συνέβαλαν στη διαμόρφωσή του. Ο πρώτος, και περισσότερο θεωρητικός, είναι η ηγεμονική (πνευματική και με πολιτικές προεκτάσεις) θέση του Οικουμενικού πατριαρχείου μέσα στον Ορθόδοξο κόσμο μετά την Άλωση. Η επίσημη, και κεντρική, αυτή θέση (που παρέπεμπε στην παλαιά αυτοκρατορική Αυλή) ήταν επόμενο να επιβάλει τον χαρακτήρα της σε μιαν έντονα εκφραστική τέχνη, όπως η εκκλησιαστική ψαλτική. Παράλληλα, η αυστηρή ενδοστρέφεια (μέσα σ' έναν αλλοεθνή και αλλόθρησκο κόσμο) απέτρεπε τα φυγόκεντρα και εξωγενή στοιχεία που μπορούσαν να αλλοιώσουν (ακόμη και να αποδυναμώσουν) αυτό που σιγά-σιγά διαμορφώθηκε ως η αυθεντική πατριαρχική παράδοση. Ο δεύτερος λόγος, ο πιο σημαντικός, από πρακτικής κυρίως πλευράς, είναι η ύπαρξη μιας μακράς σειράς σπουδαίων πρωτοψαλτών - μελοποιών της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη της ισχυρής αστικής Φαναριώτικης τάξης, συσπειρωμένης σε μεγάλο ποσοστό γύρω από το Οικουμενικό πατριαρχείο (κοινό φιλόμουσο, πεπαιδευμένο και απαιτητικό). Η πρώτη έμμεση ιστορική μνεία για τη διαμόρφωση του μουσικού πατριαρχικού ύφους αναφέρεται στον πρωτοψάλτη της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Παναγιώτη Χαλάτζογλου (αρχές 18ου αι.). Κατά τον Χρύσανθο (Θεωρητικό, σ. XLVIII) ο Χαλάτζογλου "παραδιδούς εις τους μαθητάς τα μέλη, αλλού μεν συνέτεμνε τινάς μελωδίας των θέσεων, αλλού δε μετέβαλλεν αυτάς, αφορών εις το ηδονικόν εν ταυτώ και καλλωπιστικόν […] και εντεύθεν επήγασεν η οπωσούν διάφορος απαγγελία των εκκλησιαστικών μελών κατά τινας θέσεις η των Κωνσταντινοπολιτών μουσικών διδασκάλων […]". Ωστόσο, η οριστική διατύπωση του πατριαρχικού μουσικού ύφους φαίνεται ότι οφείλεται στη μουσική ιδιοφυΐα του Πέτρου Πελοποννησίου (ακμή 1760-†1777), ο οποίος ρητά πλέον σημειώνει στη νέα μελοποίηση των δύο σπουδαίων βιβλίων του (Αναστασιματαρίου και Ειρμολογίου) "κατά το ύφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας", χαρακτηρισμός που διαφοροποιεί έκτοτε τα μέλη που συνθέτονται και ψάλλονται στον χώρο του Οικουμενικού πατριαρχείου. Το ύφος αυτό καλλιέργησαν ( και υπηρέτησαν ) όλοι οι πρωτοψάλτες της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας ως τις ημέρες μας, με κορυφαίους όπως φαίνεται τον Ιάκωβο πρωτοψάλτη ( περ. 1760 - †1800), τον Κωνσταντίνο πρωτοψάλτη (1787 - †1866) και τους νεώτερους Ιάκωβο Ναυπλιώτη (1864-1942) και Κωνσταντίνο Πρίγγο (1892-1964). Με τα δεδομένα αυτά το πατριαρχικό μουσικό ύφος που διαμορφώθηκε και διατηρείται ζωντανό ως σήμερα διακρίνεται για το ηγεμονικό πράγματι και επίσημο, ταυτόχρονα όμως το λιτό και απέριττο, το ιεροπρεπές, το κατανυκτικό, με βαθειά και πλούσια πνευματικότητα, το στιβαρό, το εύρυθμο, χωρίς περιττές εμφάσεις και δεξιοτεχνικά τεχνάσματα. Και τούτο γιατί η μελωδία στον Πατριαρχικό ναό αποσκοπεί κυρίως στην περισυλλογή και στην κατάνυξη, όπως φαίνεται καθαρά και στα μέλη που ψάλλει εδώ ο Μέγας Πρωτοπρεσβύτερος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας πατήρ Γεώργιος Τσέτσης.


Πατήρ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΣΕΤΣΗΣ

Γεννήθηκε στο Πικρίδιο (Χάσκιοϊ) της Κωνσταντινούπολης (1934). Απόφοιτος της Θεολογικής Σχολής Χάλκης και διδάκτωρ της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εντάχθηκε ενωρίς στις τάξεις του κλήρου, ως διάκονος (1961) και ως πρεσβύτερος (1964), υπηρετώντας έκτοτε, με αφοσίωση, τη Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία (από την οποία πήρε το 1971 και το οφφίκιο του Μεγάλου Πρωτοπρεσβυτέρου). Τοποθετημένος (από το 1965) στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών στη Γενεύη και (από το 1985) μόνιμος αντιπρόσωπος του Οικουμενικού πατριαρχείου σ' αυτό, όπου έχει αναπτύξει σπουδαιότατη διεκκλησιαστική και συγγραφική δράση.

Ως ιερωμένος μουσικός συνδυάζει το τάλαντο με την προνομιακή εμπειρία του πατριαρχικού περιβάλλοντος και, παράλληλα, τη στέρεη πνευματική συγκρότηση. Η παιδική και νεανική του ηλικία συμπίπτει με περίοδο μεγάλης ακμής των πατριαρχικών χορών, τους οποίους ελάμπρυναν ο Κωνσταντίνος Πρίγγος ως Άρχων πρωτοψάλτης και ο Θρασύβουλος Στανίτσας ως Άρχων λαμπαδάριος. Κοντά σ' αυτούς ως κανονάρχης (1944-1949) και στη συνέχεια ως μαθητής (1950-1960) σπούδασε ζωντανά το πατριαρχικό ύφος και μυήθηκε στη μεγάλη πατριαρχική παράδοση. Κατά τη φοίτησή του στη Σχολή της Χάλκης διετέλεσε δεξιός ψάλτης και χοράρχης της φοιτητικής χορωδίας (διαδεχόμενος τον λόγιο και μουσικό νυν μητροπολίτη Πέργης Ευάγγελο Γαλάνη). Για τριαντατρία χρόνια (1965-1998) ιερουργεί και ψάλλει (αποκλειστικά μάλιστα όλη τη Μ. Εβδομάδα) στο ναό του Αγ. Παύλου του Πατριαρχικού Κέντρου Γενεύης. Τα δύο CD "Μεγάλη Τεσσαρακοστή" και "Μεγάλη Εβδομάδα" (με αριθμούς 2 και 3 στη σειρά "Σύμμεικτα Εκκλησιαστικής Μουσικής") αποτυπώνουν εξαίρετα την πλούσια και μεγάλη αυτή εμπειρία σε συνδυασμό με τη λιτή και στιβαρή προσωπική έκφραση.


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ
Μεγάλου Πρωτοπρεσβυτέρου Πατρός Γεωργίου Τσέτση

Δρασκέλισα για πρώτη φορά το κατώφλι του Πάνσεπτου Πατριαρχικού Ναού στο Φανάρι, μια μέρα περί τα μέσα του 1944 σε ηλικία δέκα ετών όταν, επί Πατριαρχίας Βενιαμίν του Α', προσελήφθην ως Κανονάρχης του Άρχοντος Πρωτοψάλτου Κωνσταντίνου Πρίγγου. Και είχα μισθό! "Πατριαρχική ευλογία" δυόμιση λιρών Τουρκίας το μήνα, όπως είχε ορίσει ο αρμόδιος περί τα ψαλτικά του Πατριαρχικού Ναού, Μέγας Αρχιδιάκονος Μελέτιος Κριθιώτης. Δεν άργησα όμως να περάσω στον αριστερό χορό, "παρά τους πόδας" του Άρχοντος Λαμπαδαρίου Θρασυβούλου Στανίτσα, ο οποίος στερούνταν την εποχή εκείνη ικανού αριθμού Κανοναρχών. Έτσι, επί μία περίπου πενταετία, και μέχρι την εγγραφή μου στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, είχα την ευτυχία και το σπάνιο προνόμιο να μυηθώ στο Πατριαρχικό ψαλτικό ήθος και ύφος, σιγοψάλοντας με Στανίτσα και ακούγοντας Πρίγγο.

Το Πατριαρχικό αναλόγιο είναι σχολή που σε κάνει να συνειδητοποιείς την ιερότητα του χώρου στον οποίο βρίσκεσαι, και σου μαθαίνει πώς να ελέγχεις τη φωνή σου και να ρυθμίζεις τις κινήσεις σου. Κινήσεις προκαθορισμένες από το Τυπικό του Πατριαρχικού Ναού, που εκτελούνταν με ακρίβεια, θα έλεγε κανείς, "μπαλέτου". Για το πώς, ψαλλομένου του "Δόξα…" των Ευλογηταρίων, μαζί με τους Δομέστιχους, υποδέχεσαι στους χορούς Πρωτοψάλτη και Λαμπαδάριο· πώς εμφανίζεσαι μπροστά στον Πατριάρχη, ιστάμενος δίπλα στον Πριμικήριο, και λες το "Κέλευσον Δέσποτα" και πώς παίρνεις Πατριαρχική ευλογία στο τέλος της Δοξολογίας (και όχι ευθύς μετά το "Κέλευσον")· για το πώς μεταβαίνεις στα λεγόμενα "Ηγεμονικά Στασίδια" απέναντι από τον Πατριαρχικό θρόνο, προκειμένου όπως απαγγείλεις τον Απόστολο. Και κυρίως σου διδάσκει πώς και σε ποιά βάση κανοναρχείς, πώς ισοκρατείς και παίρνεις κατάληξη· πώς απαγγέλλεις και πώς ελέγχεις χρόνο και ρυθμό.

Πάμπολλες οι εμπειρίες από τη γεμάτη μυστήριο και κατάνυξη Πατριαρχική λειτουργική τάξη. Μία από τις πρώτες συγκινητικές στιγμές που βίωσα στον Πατριαρχικό Ναό, χωρίς καν να συνειδητοποιώ το μέγεθος των διαδραματιζομένων, ήταν εκείνη της 22ας Φεβρουαρίου 1945, όταν στάθηκα μπροστά στον χοροστατούντα Έξαρχο Σόφιας Στέφανο για να του απευθύνω το "Κέλευσον", κατά την πανηγυρική Λειτουργία επί τη άρσει του Βουλγαρικού Σχίσματος. Την ιστορική εκείνη ημέρα ακολούθησαν πολλά άλλα αλησμόνητα γεγονότα. Όπως η κηδεία Βενιαμίν του Α'· η ενθρόνιση Μαξίμου του Ε' και η πρώτη Πατριαρχική του Λειτουργία, την Κυριακή της Ορθοδοξίας του 1946· οι πρώτες Αρχιερατικές χειροτονίες που είδα στη ζωή μου, εκείνες των μακαριστών σήμερα Λαοδικείας Μαξίμου και Σάρδεων Μαξίμου· η έλευση και η κάπως ξενίζουσα, για τα Πολίτικα όμματα και αυτιά, ενθρόνιση του από Αμερικής Πατριάρχου Αθηναγόρα. Δεν λησμονούνται όμως ούτε οι Κατανυκτικοί Εσπερινοί της Μ. Τεσσαρακοστής, ούτε οι μοναδικές στο είδος τους και γεμάτες γαλήνη και περισυλλογή Ακολουθίες της Μ. Εβδομάδος, ούτε και οι απαράμιλλοι Μεγάλοι Εσπερινοί κάθε Σαββάτου του ενιαυτού, με τον Πατριάρχη χοροστατούντα και χορεία όλη εσωκατάκοιλων Αρχιμανδριτών και ιερομονάχων να εισοδεύουν ψάλλοντας το πανάρχαιο αργό "Φως Ιλαρόν", που στη συνέχεια καταργήθηκε, ως μη ώφελε, από Αθηναγόρα τον Α', για να αντικατασταθεί από το γνωστό και ευρέως διαδεδομένο σήμερα ευρωπαΐζων σακκελαρίδειο μέλος.

Τη θεωρία της βυζαντινής μουσικής την διδάχθηκα από τον Θρασύβουλο Στανίτσα στο "Δευτερευάτο" (το γραφείο του Δευτερεύοντος Πατριαρχικού Διακόνου), τα απογεύματα του Σαββάτου πριν τον Μέγα Εσπερινό. Πολλές φορές όμως και στο διαμέρισμά του στο Πέρα, όπου συχνά τον εύρισκα συντροφιά με τον ιδιοκτήτη της πολυκατοικίας, τον περιώνυμο τούρκο μουσικοσυνθέτη Σααντετίν Καϋνάκ, να ανταλλάσει απόψεις γύρω από τους ήχους της βυζαντινής και τα "μακάμια" της οθωμανικής μουσικής. Εκ των υστέρων, πολλές φορές διερωτήθηκα αν οι δυο μουσουργοί, μαζί με απόψεις, δεν αντάλλασσαν και "γραμμές" για τις συνθέσεις του.

Ένα από τα μελετήματά μου στον χορό, εκτός από τα τακτά καθήκοντα του κανοναρχήματος και ισοκρατήματος, ήταν να κρατώ, περί το τέλος του Όρθρου και ψαλλομένου του "Υπερευλογημένη" τον δεύτερο τόμο της "Μουσικής Συλλογής" του Γεωργίου Πρωγάκη, έτοιμος να βρω την Αργή Δοξολογία που θα "έβαζε" ο Πρίγγος, χωρίς, εννοείται, καμία εκ των προτέρων συνεννόηση με τον Λαμπαδάριό του, δοθέντος ότι ο Λαμπαδάριος ακολουθεί εν τω ψάλλειν τον Πρωτοψάλτη και συνεπώς οφείλει να κατέχει εκείνα που αυτός αποφασίζει να ψάλει. Η άγραφη αυτή παράδοση, όσο και αν φαίνεται αγέρωχη και, αν μη τι άλλο, στερούμενη σεβασμού του Πρωτοψάλτου προς τον συνάδελφο του αριστερού χορού, έχει ένα σοφό επιμορφωτικό σκοπό. Αποβλέπει στην, εφ' όλης της ύλης, πλήρη και σωστή κατάρτιση του Λαμπαδαρίου, ο οποίος, ομαλώς εχόντων των πραγμάτων, θα είναι κάποτε ο διάδοχος του Πρωτοψάλτου, και ως εκ τούτου, οφείλει να είναι βαθύς γνώστης του συνόλου των μαθημάτων που ψάλλονται στον Πατριαρχικό Ναό.

Στο σημείο αυτό θα ήταν ίσως χρήσιμο να γίνει κάποια σύντομη αναφορά και στην ειδοποιό διαφορά που υπάρχει μεταξύ "Κωνσταντινουπολίτικου ύφους" και "Πατριαρχικού ύφους". Είναι γνωστό ότι από τους χορούς των Ενοριών της Πόλης πέρασαν δια μέσου των αιώνων κορυφαίοι ψάλτες και μύστες της εκκλησιαστικής μας μουσικής, που αφήκαν εποχή και κληροδότησαν στις επόμενες γενεές αριστουργηματικές μουσικές συνθέσεις. Το ήθος όμως και το ύφος των μελωδημάτων των εν λόγω "δασκάλων" απέχει πολύ απ' αυτό που αποκαλείται "Πατριαρχικό ύφος".

Κωνσταντίνος Πρίγγος

Μπορεί να λεχθεί ότι το Πατριαρχικό ύφος επιχειρεί να εφαρμόσει κατά γράμμα τον 75ο Κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου που ορίζει ότι "οι ψάλλοντες στον Ναό δεν πρέπει να εκστομίζουν άτακτες κραυγές, ή να πιέζονται για να βγάλουν δυνατή φωνή, ούτε δε να λέγουν πράγματα κατά απρεπή και ανάρμοστο στην Εκκλησία τρόπο, αλλά να αναμέλπουν ύμνους στον Θεό, με μεγάλη προσοχή και κατάνυξη". Γι' αυτό και το Πατριαρχικό ύφος διακρίνεται για τον σωστό τονισμό των λέξεων, τη σεμνότητα, τη λιτότητα, τη σοβαρότητα, και κυρίως την ιεροπρέπειά του, "μεταδιδόμενο δια ζώσης και μόνο στον Πατριαρχικό ναό", κατά τη ρήση του Πρίγγου.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Πρίγγος, ενώ είχε συνθέσει πάμπολλα και σε όλους τους ήχους Λειτουργικά, με έντεχνες, μελωδικότατες, αλλά πολλές φορές, και εξεζητημένες γραμμές, στον Πατριαρχικό Ναό έψαλλε συνήθως τα απλά, εις "ύφος κλιτόν" (θλιμμένο) Λειτουργικά, σε επισημότερες δε μέρες, τα λεγόμενα "Πατριαρχικά" του πλαγίου α', που αποδίδονται στον Ιάκωβο Ναυπλιώτη. Και σε απορία μας γιατί δεν "βάζει" δικά του Λειτουργικά σε ήχους "σαμπαχί", "χουζάμ" ή "χιτζασκιάρ-κιουρντή", αποκρινόταν με τον αμίμητο εκείνο τρόπο του, "αυτά παιδιά μου είναι για τα πανηγύρια των Ενοριών, όχι για τον Πατριαρχικό ναό".

Αποχωρίσθηκα από τον Στανίτσα το φθινόπωρο του 1949 όταν έφυγα για τη Θεολογική Σχολή, όπου βρήκα τον Πρίγγο ως καθηγητή της Βυζαντινής Μουσικής. Είναι αλήθεια ότι ελάχιστα μας δίδασκε από θεωρία. Το μάθημα του συνίστατο κυρίως στο να ψάλλει "για να γεμίζει το αυτί μας". Διότι πίστευε ότι δεν ψάλλει κανείς ένα μάθημα όπως είναι τυπωμένο σε μια Μουσική Συλλογή, αλλά έτσι όπως το άκουσε από τον δάσκαλό του και το αποτύπωσε στη μνήμη του. Και είχε απόλυτο δίκαιο. Διότι, άλλο πράγμα η ορθή ανάγνωση μιας "παρτιτούρας", και άλλο η σωστή ανάλυση και εκτέλεσή της. Κυρίως η εκτέλεση κατά το Πατριαρχικό ύφος.

ΜΑΝΟΛΗΣ Κ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΚΟΥΜΗΣ  


Περιεχόμενα
Επιστροφή