|
Επßτιμος ΔιδÜκτορας
του Πανεπιστημßου ΠελοποννÞσου ο Οικουμενικüς ΠατριÜρχης
ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΣ Α.Θ.Π. ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ κ.κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΤΗ ΑΝΑΓΟΡΕΥΣΗΣ
ΣΕ ΕΠΙΤΙΜΟ ΔΙΔΑΚΤΟΡΑ
ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ
Ἡ ἐπικαιρüτης τοῦ ἀνθρωπολογικοῦ στοχασμοῦ
Ὀνομαστοß σýγχρονοι ὀρθüδοξοι θεολüγοι ὑποστηρßζουν ὅτι εἰς κεντρικüν θÝμα τῆς θεολογßας, κατÜ τüν αἰῶνα ποý μüλις ἄρχισε, θÜ ἀναδεικνýεται ὅλον καß ἐντονþτερον τü ἐρþτημα: «Τß εἶναι ὁ ἄνθρωπος;». Ἡ θεολογικÞ ἔρευνα θÜ ἑστιÜζεται εἰς τÞν ἀνθρωπολογßαν, καß ἰδιαιτÝρως εἰς τü τß σημαßνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος
εἶναι πρüσωπον, καθþς καß εἰς τü πῶς θÜ διασωθῇ ὁ πολιτισμüς τοῦ προσþπου
μÝσα εἰς τü
σýγχρονον τεχνοπþλιον, τÞν κοινωνßαν τῆς
πληροφορßας, μÝσα εἰς
τÜς γιγαντιαßας ἀπροσþπους
δομÜς τῆς
παγκοσμιοποιÞσεως.
Ἡ ἐπικαιρüτης τοῦ ἀνθρωπολογικοῦ ἐρωτÞματος
συναρτᾶται εἰδικþτερον μÝ τÜ ἑξῆς:
1) Ζῶμεν εἰς τÞν ἐποχÞν τοῦ τεχνοπωλßου, τῆς ὑποταγῆς τοῦ πολιτισμοῦ εἰς
τÞν τεχνολογßαν. Ἡ τεχνολογßα δÝν εἶναι πλÝον ἡ θεραπαινßς τοῦ ἀνθρþπου, ἀλλÜ ἡ παντοδýναμος θεÜ, ἡ ὁποßα
ζητεῖ ἀπü ἡμᾶς ἀπüλυτον ὑπακοÞν εἰς τÜ κελεýσματÜ της. Ἀποθεþνεται ἡ «πληροφορßα», ἡ ὁποßα ἀποκτᾷ μεταφυσικÞν αἴγλην. Οἱ «εἰδικοß» τοῦ τεχνοπωλßου εἶναι οἱ «ἱερεῖς» τῆς νÝας θρησκεßας, οἱ ἐκφρασταß
τῆς «ἠλεκτρονικῆς νÝας τÜξεως πραγμÜτων». Ὁ ἠλεκτρονικüς ὑπολογιστÞς ἀπαιτεῖ νÜ ἀξιολογῶμεν τÜ πÜντα ὡς data, ὡς «δεδομÝνα». Κυρßαρχος σκοπüς τῆς ἀνθρωπßνης
σκÝψεως καß δρÜσεως γßνεται ἡ ἀποτελεσματικüτης.
ΣÞμερον τÜ
πανßσχυρα ἠλεκτρονικÜ
μÝσα ἐπικοινωνßας
δÝν μεταδßδουν ἁπλῶς πληροφορßας, ἀλλÜ διαμορφþνουν τÜς ἀπüψεις μας διÜ τÞν ζωÞν καß τü νüημÜ
της, κατευθýνουν τÜς ἐπιθυμßας
καß τÜς ἀνÜγκας μας, ἐπηρεÜζουν τüν ἀξιολογικüν προσανατολισμüν μας.
Παραδüσεις αἰþνων ἀποδυναμþνονται, σýμβολα διαβρþνονται, ἡ πρüοδος ταυτßζεται μÝ τÞν τεχνολογικÞν
πρüοδον.
Βεβαßως οὐδεßς δýναται νÜ ἀρνηθῇ τÜς εὐεργεσßας τοῦ τεχνολογικοῦ πολιτισμοῦ. Ἀντßστασις
εἰς τü τεχνοπþλιον δÝν σημαßνει καß ἀπüρριψιν γενικῶς τῆς τεχνολογßας καß τῶν ἐπιτευγμÜτων
της. Δι᾿ αὐτÜ πληρþνομεν ὅμως βαρý τßμημα: Κυριαρχßα τῶν μηχανῶν, μηχανοποßησις τῆς ζωῆς, ἀλλοßωσις τῶν ἀνθρωπßνων
σχÝσεων, δουλεßα εἰς
τεχνητÜς ἀνÜγκας,
καταστροφÞ τοῦ περιβÜλλοντος. Ὁ homo faber
γßνεται homo fabricatus. ΜÝσα εἰς
τü τεχνοπωλιακüν περιβÜλλον εὐκüλως
λησμονοῦμεν ὅτι τÜ μεγαλýτερα προβλÞματÜ μας δÝν εἶναι τεχνικῆς φýσεως καß δÝν προκýπτουν ἀπü τÞν ἔλλειψιν πληροφοριῶν. Ἡ κρßσις τῆς οἰκογενεßας,
ἡ ἐγκληματικüτης, ἡ πεῖνα καß ἡ κοινωνικÞ ἀδικßα, ὁ φανατισμüς καß
ἡ ἐπαπειλουμÝνη
σýγκρουσις τῶν πολιτισμῶν δÝν ὀφεßλονται εἰς τεχνικοýς λüγους
οὔτε ἀντιμετωπßζονται μÝ τÞν πληροφορικÞν.
2) Ἡ παγκοσμιοποßησις προκαλεῖ ἰσχυροýς
κοινωνικοýς καß οἰκονομικοýς
κλυδωνισμοýς καß ἀνακατατÜξεις. Ὁδηγεῖ εἰς
συρρßκνωσιν τῶν κοινωνικῶν κατακτÞσεων, δημιουργεῖ ἀνεργßαν
καß ἐξαθλßωσιν,
διευρýνει τü χÜσμα μεταξý πλουσßων καß πτωχῶν, ἐξαφανßζει παραδüσεις ποý ἔδιδαν νüημα εἰς τÞν ζωÞν τῶν ἀνθρþπων.
Γßνεται λüγος δι᾿ ἕνα πλανητικüν καπιταλισμüν, ὁ ὁποῖος ἐπιβÜλλει τοýς ἀτÝγκτους νüμους τῆς ἀγορᾶς εἰς ὅλην
τÞν ὑφÞλιον, διÜ
μßαν «τρομοκρατßαν
τῆς ἀγορᾶς». Ἡ ἀπüλυτος
προτεραιüτης τῆς οἰκονομßας καß ὁ ἀνÜλγητος
ἀνταγωνισμüς ἀποτελοῦν μßαν παγερÜν πραγματικüτητα, ἡ ὁποßα
δυναμιτßζει τü κοινωνικüν κρÜτος καß προβÜλλει τü δßκαιον τοῦ οἰκονομικῶς ἰσχυροτÝρου
ὡς μονüδρομον πρüς τÞν εὐημερßαν.
Ἡ παγκοσμιοποßησις ἀπειλεῖ νÜ συνθλßψῃ καß νÜ ἐξαφανßσῃ τÞν ἑτερüτητα τῶν προσþπων μÝσα εἰς τÞν ἀπρüσωπον ἀνωνυμßαν τοῦ γιγαντισμοῦ τῶν
οἰκονομικῶν
ἐξελßξεων
καß μεγεθῶν. Παρ᾿ ὅλον ὅτι βιþνομεν σÞμερον καß τÞν στροφÞν
πρüς τÜς πολιτιστικÜς ταυτüτητας, εἶναι ἐμφανÝς ὅτι εὑρßσκεται ἐν ἐξελßξει
μßα ὁμογενοποßησις
τῶν ἀτüμων
καß τῶν λαῶν. ΠρÜγματι, τü ἀνθρþπινον γÝνος,
μÝ τÜς διωγκωμÝνας ἀνÜγκας του, τεßνει νÜ καταβροχθßσῃ τÞν ἀνθρωπüτητα,
τÞν κοινωνßαν τῶν προσþπων.
3) Ἡ οἰκολογικÞ ἀπειλÞ καß ὁ κßνδυνος οἰκολογικῆς καταστροφῆς παραπÝμπουν
εἰς μßαν προβληματικÞν ἀνθρωπολογßαν. Ἡ πρωτοφανÞς οἰκολογικÞ κρßσις
ἀντικατοπτρßζει τü ἀνθρωπολογικüν ἀδιÝξοδον, τÞν πνευματικÞν κρßσιν τοῦ συγχρüνου ἀνθρþπου, τÜς ἀντιφÜσεις τοῦ ὀρθολογισμοῦ του. Εἶναι ἔκφρασις τῆς
ἀστοχßας ἑνüς πολιτισμοῦ, εἰς τÞν βÜσιν τοῦ ὁποßου
εὑρßσκεται μßα διαταραγμÝνη σχÝσις ἀνθρþπου καß φýσεως, ἀποτÝλεσμα τῶν ἐπιλογῶν μιᾶς ἐπιστÞμης,
στüχος
τῆς ὁποßας ἦτο ἡ κυριαρχßα τοῦ ἀνθρþπου ἐπß τῆς φýσεως. Ὁ σýγχρονος
ἀνθρωποθεüς φαßνεται ὅτι ἀπολαμβÜνει τÞν ἐξουσßαν του αὐτÞν, καß ἡ ἐπιστÞμη
καß ἡ τεχνολογßα
του ἐξακολουθοῦν νÜ δεικνýουν ἔπαρσιν ἔναντι τῆς φýσεως. ΠοτÝ ὁ ἄνθρωπος
δÝν ἐγνþριζε
τüσα πολλÜ καß, ταυτοχρüνως, ποτÝ δÝν ἦτο
τüσο καταστροφικüς πρüς τüν συνÜνθρωπον καß τÞν κτßσιν. Γνωρßζομεν, ἀλλÜ δρῶμεν
ὡς ἐÜν
νÜ μÞ ἐγνωρßζαμεν! Ἡ γνῶσις δÝν ἔχει πρακτικÜς συνεπεßας διÜ τÞν
συμπεριφορÜν μας, ἀλλÜ
συνυπÜρχει μÝ κυνισμüν καß καταστροφικüτητα. Εἶναι χαρακτηριστικüν ὅτι, μÝσα εἰς τÞν σýγχρονον οἰκονομικÞν καß κοινωνικÞν κρßσιν πολλοß
συνÜνθρωποß μας συνεχßζουν νÜ ὀνειρεýωνται
τüν «χαμÝνον παρÜδεισον» τῆς ἀπροσκüπτου καταναλωτικῆς εὐημερßας, ἀντß νÜ ἀγωνßζωνται διÜ τÞν
ὑπÝρβασιν τοῦ εὐδαιμονιστικοῦ καß ἀτομοκεντρικοῦ μοντÝλου διαβιþσεως πρüς τÞν
κατεýθυνσιν μιᾶς
προσωποκεντρικῆς, ἀσκητικῆς καß οἰκοφιλικῆς κοινωνßας.
Εἶναι προφανÝς ὅτι ὅταν λεηλατῶμεν τüν πλανÞτην, καßωμεν τÜ δÜση,
μολýνωμεν τüν ὑδροφüρον ὁρßζοντα καß τÞν ἀτμüσφαιραν, αὐτü συμβαßνει ἐπειδÞ ἀπωλÝσαμεν τÞν αὐθεντικÞν ἀνθρωπινüτητÜ μας, διεστρεβλþσαμεν τÞν ἐλευθερßαν μας,
ἐλησμονÞσαμεν ὅτι δÝν εἴμεθα μαστροχαλασταß τοῦ σýμπαντος, ἀλλÜ «ἱερεῖς» τῆς δημιουργßας. Ὀπßσω ἀπü τÞν γεοκτονßαν εὑρßσκεται ἡ πνευματικÞ αὐτοκτονßα τοῦ συγχρüνου ἀνθρþπου, ὀπßσω ἀπü τü ρημαγμÝνον περιβÜλλον ὑπÜρχει τü ρημαγμÝνον ἀνθρþπινον εἶναι.
4) ΔιÜχυτος εἶναι τÜ τελευταῖα ἔτη ὁ ἐνθουσιασμüς
διÜ τÜς ἐντυπωσιακÜς
ἐξελßξεις εἰς τÞν Βιολογßαν, τÞν ΓενετικÞν καß τÜς
ΝευροεπιστÞμας. Εἶναι
βÝβαιον ὅτι ἡ ζωÞ μας θÜ ἀλλÜξῃ, ὅτι
θÜ λυθοῦν κατÜ τÜς ἑπομÝνας δεκαετßας πολλÜ προβλÞματα εἰς τüν χῶρον τῆς προλÞψεως καß θεραπεßας ἀσθενειῶν, τῆς εὐγονßας, τῆς παρατÜσεως τῆς ζωῆς, τῆς ἀντιμετωπßσεως
τῆς γηρÜνσεως καß ἄλλα.
Αἱ κατακτÞσεις αὐταß δημιουργοῦν ὅμως
πρωτüγνωρα διλÞμματα καß ἠθικÜ
προβλÞματα. Ὁ ἄνθρωπος πειραματßζεται μÝ τÞν φýσιν του
μÝ ἀκραῖον τρüπον.
ὙπÜρχουν σÞμερον ἐπιστÞμονες, οἱ ὁποῖοι ἀδυνατοῦν νÜ καταπιαστοῦν μÝ προβλÞματα, τÜ ὁποῖα
προûποθÝτουν κÜτι περισσüτερον ἀπü
τÞν ἱκανüτητα
νÜ
χρησιμοποιοῦν τüν ἠλεκτρονικüν ὑπολογιστÞν, νÜ ἐμπιστεýωνται εἰς τÜς μετρÞσεις, τÞν στατιστικÞν, τοýς ἀριθμοýς. ΠÜσχουν ἀπü τüν λεγüμενον
«ἐπιστημονισμüν», ὁ ὁποῖος ἐφαρμüζει εἰς τÞν μελÝτην τῶν ἀνθρωπßνων
πραγμÜτων ἀλλüτρια
κριτÞρια. ΔÝν δυνÜμεθα νÜ ἀγνοÞσωμεν
αὐτÜς τÜς προκλÞσεις καß εἶναι ἀδýνατον νÜ τÜς ἀντιμετωπßσωμεν χωρßς ἀναφορÜν
εἰς τÞν ἐλευθερßαν τοῦ ἀνθρωπßνου
προσþπου, ἡ ὁποßα ὅμως εἶναι πολυπλοκωτÝρα τῆς διπλῆς ἕλικος
τοῦ DNA.
5) Μßα ἀπü τÜς πλÝον ἐπικινδýνους συγχρüνους ἀπολυτοποιÞσεις εἶναι ἡ εἰδωλοποßησις
τοῦ ἑαυτοῦ μας, ὁ ἐγκλεισμüς
εἰς τÞν ἐγωτικÞν αὐτÜρκειαν,
ὁ «μη-πολιτισμüς τοῦ ἀτομοκεντρισμοῦ», ὁ ὁποῖος ἀνοßγει ἀβýσσους
μεταξý τῶν ἀνθρþπων, ὁ ἀτομικüς
εὐδαιμονισμüς, ὁ ὁποῖος ἐκμηδενßζει τÞν
ἀληθινÞν ἐλευθερßαν μας ταυτßζοντÜς την μÝ τÞν ἱκανοποßησιν ὅσον τü δυνατüν περισσοτÝρων ἀναγκῶν. Τü «ζῶον λüγον ἔχον» φαßνεται νÜ μετατρÝπεται σÞμερον εἰς «ζῶον ἔχον», τü ὁποῖον
ζῇ ἀπü
τÞν κατοχÞν ὑλικῶν ἐξωτερικῶν ἀγαθῶν, ἀλλÜ καß ἀπü τü ἔχειν τοῦ ἑαυτοῦ του, ἀπü τÞν ἀλαζονικÞν αὐτοπραγμÜτωσιν καß τüν δικαιωματισμüν. Ὅταν τü ἀκüρεστον ἔχειν καθορßζῃ τÞν ὕπαρξßν μου, τüτε ἡ σχÝσις μου μÝ ὅλους καß μÝ ὅλα, ἀκüμη καß μÝ τüν ἑαυτüν μου, γßνεται κτητικÞ. ΜετατρÝπω
τÜ πÜντα, ὡς νÝος
Μßδας, εἰς ἄψυχον ἀντικεßμενον, χρÞσιμον διÜ τÞν
πραγμÜτωσιν τῆς ἀτομικῆς μου εὐδαιμονßας. Κατανοοῦμεν διατß ὁ εὐδαιμονισμüς
χαρακτηρßζεται ὡς πορεßα
ματαιþσεως καß ὄχι
πραγματþσεως τῆς ζωῆς. Ἡ εὐδαιμονοθηρßα
παßρνει ἀπü ἡμᾶς ἀσυγκρßτως περισσüτερα καß πολυτιμüτερα ἀπü
ὅσα μᾶς δßδει. Μᾶς μετατρÝπει εἰς δοýλους τῶν ἀκορÝστων ἀναγκῶν μας καß μᾶς
ὁδηγεῖ εἰς
τüν μηδενισμüν καß τüν κυνισμüν. ΔÝν εἶναι
τυχαῖον ὅτι ὡς «συλλογικÞ νεýρωσις» τῆς εὐδαιμονιστικῆς ἐποχῆς μας ἐχαρακτηρßσθη ἡ ἀπουσßα
νοÞματος
ζωῆς, τü
λεγüμενον «ὑπαρξιακüν
κενüν».
Ἔναντι αὐτῆς
τῆς κρßσεως τῆς ἐλευθερßας
γεννῶνται τÜ ἑξῆς ἐρωτÞματα:
Πῶς θÜ εὐαισθητοποιÞσωμεν καß θÜ προβληματßσωμεν
τÞν νÝαν γενεÜν διÜ τÞν σοβαρüτητα τῆς
κρßσεως, πῶς θÜ τÞν
κινητοποιÞσωμεν διÜ νÜ ἀγωνισθῇ διÜ τÞν
ὑπÝρβασßν της, ὅταν ἡ ἐκπαßδευσις
φαßνεται νÜ ὑποτÜσσεται
βαθμηδüν εἰς τü
πνεῦμα τοῦ τεχνοπωλßου καß εἰς εὐδαιμονιστικÜ πρüτυπα; Πῶς θÜ λειτουργÞσῃ
ἡ ἀπαραßτητος ὅσον ποτÝ ἀγωγÞ ἀξιῶν, ὅταν εὑρßσκεται εἰς τü περιθþριον τῆς
ἐκπαιδεýσεως;
Πῶς θÜ προετοιμÜσωμεν τοýς νÝους καß τÜς
νÝας διÜ νÜ σηκþσουν μÝ ὑπευθυνüτητα
τü βÜρος τοῦ ζῆν καß τοῦ εὖ ζῆν, τῆς ἐργασßας
καß τοῦ πολιτισμοῦ, τοῦ ἀγῶνος διÜ τÞν ἐλευθερßαν, τÞν κοινωνικÞν δικαιοσýνην
καß τÞν εἰρÞνην, διÜ
τÞν διÜσωσιν τῆς
παραδüσεως καß τῆς
πολιτιστικῆς
ταυτüτητüς μας;
Εἴμεθα βÝβαιοι, ἀπευθυνüμενοι εἰς ἀνθρþπους
τοῦ πνεýματος,
εἰς πανεπιστημιακοýς καß μÝλη τῆς εὐρυτÝρας ἐκπαιδευτικῆς κοινüτητος, ὅτι ἔχομεν
ὅλοι τü ἴδιον ἐνδιαφÝρον διÜ τÞν παιδεßαν καß ὅτι εἴμεθα πεπεισμÝνοι διÜ τÞν
ὑψßστην σπουδαιüτητÜ της διÜ τü μÝλλον τῆς κοινωνßας μας. Ἡ ὑποτßμησις
τῆς παιδεßας καß ἡ ὑποταγÞ
τῆς ἐκπαιδεýσεως
εἰς τÞν λογικÞν τῆς χρησιμοθηρßας,
εἶναι ἔνδειξις πνευματικοῦ μαρασμοῦ. ΔιαπλÜθομεν τüτε ἀνθρþπους ἀνυποψιÜστους διÜ τÜ θεμελιþδη
προβλÞματα τῆς ἀνθρωπßνης ὑπÜρξεως!
Πýλην εἰσüδου τοῦ πνεýματος τῆς χρησιμοθηρßας εἰς τÞν ἐκπαßδευσιν φαßνεται ὅτι ἀποτελοῦν σÞμερον αἱ νÝαι τεχνολογßαι, σýμβολον τῶν ὁποßων
εἶναι ὁ ἠλεκτρονικüς ὑπολογιστÞς καß τü διαδßκτυον. Εἶναι βεβαßως γεγονüς ὅτι διÜ τῆς
ἀξιοποιÞσεως
τῶν νÝων τεχνολογιῶν, ἡ διδακτικÞ καß μαθησιακÞ διαδικασßα
γßνεται περισσüτερον ἀποτελεσματικÞ. ὙπÜρχει ὅμως καß ἡ ἄλλη ὄψις τοῦ νομßσματος! Οἱ ἠλεκτρονικοß ὑπολογισταß ἐπιβÜλλουν τÞν προτεραιüτητα τῶν «μÝσων» καß τÞν πραγματιστικÞν
λογικÞν. Πρωταρχικüς σκοπüς τῆς ἐκπαιδεýσεως γßνεται ἡ ἑτοιμασßα
«παραγüντων», οἱ ὁποῖοι
θÜ ὑπηρετÞσουν ἀποτελεσματικῶς τü τεχνοπþλιον. Τü σχολεῖον βεβαßως, εἶναι χῶρος «σχολῆς», παιδεßας ἐλευθερßας,
ἀσκÞσεως εἰς τÞν ὑπευθυνüτητα καß τÞν κοινωνικüτητα, χῶρος περιορισμοῦ καß ὄχι διογκþσεως τοῦ ἐγþ,
πρÜγματα ἀσυμβßβαστα
μÝ τÜ ἰδεþδη τοῦ τεχνοπωλιακοῦ πολιτισμοῦ.
Ἡ παιδεßα ὀφεßλει σÞμερον νÜ ἀρθρþσῃ τü ὅραμα ἑνüς μετοχικοῦ πολιτισμοῦ, νÜ μεταδßδῃ εἰς
τÞν νÝαν γενεÜν τÞν ἀλÞθειαν
τῆς ζωῆς ὡς
σχÝσιν, νÜ ὑπενθυμßζῃ ὅτι ἡ ἐσχÜτη ἀλλοτρßωσις τοῦ ἀνθρþπου
εἶναι τü κλεßσιμον εἰς τüν ἑαυτüν του.
Ἡ αὐθεντικÞ
παιδεßα ὀφεßλει νÜ εἶναι ὁλιστικÞ. ΔÝν εἶναι δυνατüν νÜ
ἐνδιαφερþμεθα διÜ τü ἀνθρþπινον πρüσωπον καß νÜ ἀδιαφορῶμεν διÜ τü φυσικüν περιβÜλλον, τüν οἶκον καß τü πλαßσιον ζωῆς τοῦ προσþπου. ΔÝν νοεῖται οἰκολογικÞ ἀγωγÞ, ἡ ὁποßα
θÜ ἀνεφÝρετο
μüνον εἰς τÞν
σχÝσιν ἡμῶν μÝ τü περιβÜλλον καß δÝν θÜ ἀνÝπτυσσε τÞν κοινωνικÞν εὐαισθησßαν καß ἀλληλεγγýην, τüν σεβασμüν πρüς τÞν ἐλευθερßαν τοῦ προσþπου.
Εἶναι προφανÝς ὅτι ἡ ἀντιμετþπισις
τῆς πολυδιαστÜτου κρßσεως, ἡ ὁποßα ἀπειλεῖ
ὄχι
μüνον τÞν ἐλευθερßαν ἡμῶν,
τü εὖ ζῆν, ἀλλÜ ἀκüμη καß τÞν ἐπιβßωσιν τοῦ
ἀνθρωπßνου
γÝνους, τü ζῆν, ἀπαιτεῖ πολýπλευρον κινητοποßησιν, πολιτικÞν,
ἐπιστημονικÞν, παιδαγωγικÞν,
πνευματικÞν. Πρωτßστως ὅμως ἀπαιτεῖ τÞν
ἀνÜπτυξιν ἑνüς νÝου ἤθους, μιᾶς νÝας ἀξιολογßας, ἀλλαγÞν νοοτροπßας, μετÜνοιαν. Ἡ θεραπεßα τῶν συμπτωμÜτων εἶναι εὐεργετικÞ, δÝν ἀρκεῖ ὅμως,
ἐφ᾿ ὅσον τü πνεῦμα τοῦ ἔχειν
παραμÝνει ἄθικτον.
Ἡ προσωποκεντρικÞ παρÜδοσις τῆς Ὀρθοδοξßας ἐκαλλιÝργησε καß διÝσωσε βαθεῖαν καß πολýτιμον ἀνθρωπολογικÞν γνῶσιν καß πρᾶξιν εἰς τÞν ὑπερÜσπισιν τῆς
ἀπολýτου
προτεραιüτητος τοῦ ἀνθρωπßνου προσþπου καß εἰς τÞν ἀντßστασιν εἰς
ὅλας ἐκεßνας τÜς δυνÜμεις ποý τü ἀπειλοῦν. ΔÝν εἶναι κατÜ ταῦτα διüλου τυχαῖον τü γεγονüς ὅτι ἡ ὀρθüδοξος
θεολογικÞ πρωτοπορßα συναντᾶται
καß συμπορεýεται σÞμερον μÝ ἀνθρωπιστικÜ,
κοινωνικÜ, εἰρηνιστικÜ
καß οἰκολογικÜ
κινÞματα,
τ
Ü ὁποῖα ἀντιστÝκονται
εἰς τüν πολιτισμüν τοῦ ἔχειν,
εἰς τÞν ἐκμετÜλλευσιν καß τÞν ἀδικßαν, εἰς τÞν βßαν καß τüν πüλεμον, εἰς τÞν κτητικÞν στÜσιν ἔναντι τῆς κτÞσεως.
Ἀπü τÞν
σκοπιÜν τῆς Ὀρθοδοξßας δÝν ἀνÞκει τü μÝλλον εἰς τüν δυτικογενÞ
ἀκοινþνητον ἀτομοκεντρισμüν, εἰς τüν ὑποκειμενισμüν καß τüν δικαιωματισμüν,
οὔτε εἰς τüν ἄνθρωπον ὡς εὐδαιμονιστικÞν καταναλωτικÞν μονÜδα. ΔÝν ἀποτελεῖ θετικÞν προοπτικÞν διÜ τÞν ἀνθρωπüτητα ὁ τεχνοπωλιακüς ἄνθρωπος, ὁ homo computer, ὁ ὁποῖος ὑπερεκτιμᾷ τÞν δýναμιν τῆς μηχανῆς καß τÞν ἐμβÝλειαν τῶν
ἀριθμῶν, ὁ ἄνθρωπος
ποý ταυτßζει τü optimum μÝ τü maximum. ΔÝν ἔχει κανÝνα μÝλλον ὁ ἄνθρωπος
«maître et possesseur de la nature», ὁ ὁποῖος ζῇ εἰς
βÜρος τῆς φýσεως καἰ τῶν
μελλοντικῶν γενεῶν. ΔÝν ἐξασφαλßζει οὔτε τü ζῆν οὔτε τü εὖ ζῆν ὁ οἰκονομισμüς, ἡ παντοκρατορßα τῶν οἰκονομικῶν κριτηρßων, τü δßκαιον τῆς πυγμῆς. Τü μÝλλον ἀνÞκει εἰς τüν σχεσιακüν πολιτισμüν τοῦ προσþπου, ὁ ὁποῖος βλÝπει τüν ἄνθρωπον ὡς κοινωνüν, πÜντοτε ἐν σχÝσει πρüς τüν συνÜνθρωπον καß τüν
κοινüν οἶκον, τüν
κüσμον. Ὁ πολιτισμüς
τοῦ προσþπου εἶναι πολιτισμüς
ἀλληλεγγýης καß κοινωνßας, σχÝσεως καß
διαλüγου. Ὁ ἄνθρωπος – κοινωνüς δÝν
ἀπορρßπτει τÞν ἐπιστÞμην καß τÞν τεχνολογßαν, ἀλλÜ τüν ἐπιστημονισμüν καß τü τεχνοπþλιον, δÝν
φοβεῖται τÞν ἀλλαγÞν καß τÞν πρüοδον ἀλλÜ τüν
ἀλλοτριωτικüν προοδευτισμüν. Ἡ τεχνολογßα καß ἡ ἐπιστÞμη
πρÝπει νÜ παραμεßνουν μÝσον καß νÜ μÞ καταστοῦν πλαßσιον τῆς ζωῆς μας.
Τü ζητοýμενον εἶναι μßα νÝα οἰκολογικÞ οἰκονομßα, ποý θÜ σÝβεται τÞν
βιοποικιλüτητα, μÝ τÞν ὁποßαν
συναρτᾶται ἡ ἐπιβßωσις
τοῦ ἀνθρωπßνου γÝνους. ΔÝν νοεῖται βιþσιμος οἰκονομικÞ ἀνÜπτυξις, ἡ ὁποßα
θÜ ὑπεβÜθμιζε
τü περιβÜλλον. Τü μÝλλον τοῦ πολιτισμοῦ εἶναι ἤ οἰκολογικüν ἤ ἀνýπαρκτον.
Κυρßαι καß Κýριοι,
ἈπολαμβÜνομεν ἅπαντες τοýς καρποýς τῆς ἐπιστÞμης
καß τῆς
τεχνολογßας, ἀγωνιῶμεν ὅμως διÜ τÞν ἀπειλουμÝνην ἐλευθερßαν μας, διÜ τÜς πολυτßμους
παραδüσεις ποý χÜνονται, διÜ τü φυσικüν περιβÜλλον ποý καταστρÝφεται. Ἀπαιτεῖται
ἐγρÞγορσις! Καμμßα ἐπιστημονικÞ κατÜκτησις δÝν ἐπιτρÝπεται νÜ θßξῃ τü
ἀνθρþπινον πρüσωπον. ΔÝν εἶναι δυνατüν νÜ ἐμπιστευθῶμεν τü μÝλλον εἰς τοýς
ἀκραßους τεχνοκρÜτας, εἰς ἀνθρþπους
χωρßς ἀνθρωπολογικüν
προβληματισμüν, εἰς
αὐτοýς ποý βλÝπουν τüν ἄνθρωπον ὡς μηχανÞν ἤ ὡς
μετρÞσιμον μÝγεθος. Διüτι δÝν ὑπÜρχει
μüνον ἡ μετρÞσιμος
πραγματικüτης. ὙπÜρχει ἡ διÜστασις τοῦ βÜθους τῶν πραγμÜτων, τü μυστÞριον, τü νüημα, ἡ ὀμορφιÜ.
ὙπÜρχει ἡ ἐλευθερßα,
ποý ἀντιστÝκεται
εἰς κÜθε προσπÜθειαν
ἀντικειμενοποιÞσεως ἤ «ἐπιστημονικῆς» προσεγγßσεως τοῦ ἀνθρωπßνου
προσþπου. ΤÜ «θαýματα» τῆς ἐπιστÞμης δÝν ἐξηφÜνισαν τÜς ἀπορßας τῆς ἐλευθερßας
μας, δÝν ἐγεφýρωσαν
τü χÜσμα μεταξý οὐρανοῦ καß γῆς ἐντüς ἡμῶν.
Συνεχßζομεν νÜ ἀναζητῶμεν νüημα ζωῆς, νÜ θελγþμεθα ἀπü τÞν ὀμορφιÜν, νÜ ἀφουγκραζþμεθα τÞν φωνÞν τοῦ οὐρανοῦ. Ἡ φιλοσοφßα συνεχßζει νÜ στοχÜζεται τü Καθüλου, νÜ τρÝφεται ἀπü τü θαυμÜζειν, ἀπü τÜς ὑπαρξιακÜς ἀντιφÜσεις τοῦ ἀνθρωπßνου
εἶναι. ὙπÜρχει ὁ θρησκευτικüς συγκλονισμüς ἀπÝναντι εἰς τü mysterium tremendum et fascinans, ἡ πßστις εἰς τüν προσωπικüν Θεüν, ἡ οὐ καταισχýνουσα
ἐλπßς καß ἡ μακαρßα ἀγÜπη, ὑπÜρχει ὁ πüθος τῆς αἰωνιüτητος. Ἡ ἐπιστÞμη ἠμπορεῖ νÜ παρατεßνῃ τÞν ζωÞν μας, δÝν δýναται ὅμως νÜ ἀπαντÞσῃ εἰς
τÞν ἀναζÞτησιν
νοÞματος πÝραν ἀπü τüν
θÜνατον. ΘÝλγει ἡ τÝχνη, ἡ ὁποßα
μεγαλþνει τü μυστÞριον τοῦ κüσμου καß ἀναδεικνýει
τü ὡραῖον, γοητεýει ἡ ποßησις, ἡ ὁποßα, ὅπως ἔλεγεν ὁ Ὀδυσσεýς Ἐλýτης, εἶναι ὁ μüνος χῶρος «ὅπου ἡ δýναμη τοῦ ἀριθμοῦ δÝν
ἔχει πÝραση».
Ἡ ἐπιστÞμη εἶναι μεγÜλη δýναμις, παντοδýναμος ὅμως δÝν εἶναι. ΔιÜ τüν λüγον αὐτüν ὁ Freud ἠστüχησεν ὅταν ὑπεστÞριξεν ὅτι πÝραν τῆς ἐπιστÞμης ὑπÜρχει μüνον
αὐταπÜτη. ΔÝν εἶναι διüλου αὐταπÜτη νÜ ἀναμÝνωμεν ἀπü ἀλλοῦ τÜς λýσεις ποý ἀδυνατεῖ νÜ μᾶς δþσῃ ἡ ἐπιστÞμη.
Ὁ ἄνθρωπος δÝν δýναται νÜ εὕρῃ τÞν ἀληθινÞν
ζωÞν ὅπου θÝλει
καß ὅπως ἐκεῖνος
θÝλει. ΔÝν ὑπÜρχει ἐλευθερßα χωρßς τÞν ἀλÞθειαν ἤ ἔξω ἀπü τÞν ἀλÞθειαν.
«Ἡ ἀλÞθεια ἐλευθερþσει ὑμᾶς»
(ἸωÜν. 8, 32). Ἡ ἀλÞθεια
ποý ἐλευθερþνει
εἶναι ὁ Χριστüς καß ἡ ἐλευθερßα, ἡ σχÝσις μÝ τüν Χριστüν, ἡ ὁποßα
βιþνεται ὡς πßστις
καß ἀγÜπη,
πßστις εἰς τüν
Τριαδικüν Θεüν καß ἀγÜπη
πρüς τüν πλησßον. Εἰς
τü κÝντρον τῆς θεολογικῆς ἀνθρωπολογßας
εὑρßσκεται ἡ πεποßθησις ὅτι ἡ κüλασις δÝν εἶναι ὁ ἄλλος, ἀλλÜ ἡ ἀπüρριψις
τοῦ ἄλλου, ἡ σχÜσις καß ἡ αὐτÜρκεια, ὁ φüβος νÜ ἀγαπῶμεν. Ὁ παρÜδεισος εἶναι ἡ οὐδÝποτε ἐκπßπτουσα ἀγÜπη. «Ἡ ἀγÜπη ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι… ὁ μÞ ἀγαπῶν οὐκ ἔγνω
τüν Θεüν… Ὁ Θεüς ἀγÜπη ἐστß, καß ὁ μÝνων ἐν τῇ ἀγÜπῃ ἐν
τῷ Θεῷ μÝνει καß ὁ Θεüς ἐν αὐτῷ»
(Α’ ἸωÜν. 4, 7 –
8• 16 – 17).
Σᾶς εὐχαριστοῦμεν διÜ τÞν προσοχÞν σας.
|