ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ

"ΕΣΧΑΤΟΣ ΦΙΛΟΣ"

Ιδίοις αναλώμασιν, 2001

Μόλις τήν Πρωτοχρονιά τοῦ 2001, στό ἔμπα δηλαδή τῆς τρίτης μ.Χ. Χιλιετίας κυκλοφόρησε ἡ νεότατη ποιητική δουλειά τοῦ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ καί μάλιστα, ὅπως μ' ἔμφαση ἐπισημαίνεται, "ἰδίοις ἀναλώμασιν". Πρόκειται γιά τήν συλλογή τῶν ἑξῆς πέντε ποιητικῶν ἑνοτήτων, παραγωγῆς 1998-2000:

  • Τό τί ποτέ μου
  • Στό τσόφλι μέσα
  • Ἔμψυχα ξύλα
  • Ἀνάσες ἄνασσες
  • Τά χάριν ὑγείας μικρά.

Μές ἀπό αὐτές τίς ἑνότητες ὁ Παν. Καποδίστριας, πατώντας στέρεα (καί κυριαρχικά σχεδόν) στίς ρωμαίϊκες σταθερές ἐπιχειρεῖ τήν ἀνίχνευση καί προβολή (ἐπιτέλους) τοῦ ποιητικοῦ αἰτίου τῶν ὄντων, τήν ἄσκηση στήν αὐθεντικότητα, τήν θεραπεία τῶν τραυμάτων, λόγω τῶν ἀλλεπάλληλων ἐκτροπῶν μας ἀπό τήν καθαρότητα καί τήν ὑγεία. Δέν συνιστᾶ κάποιο νεότερο κώδικα δεοντολογίας, ἀλλ' ἀνατροπή μᾶλλον τῶν γνώριμων ἐφήμερων συνιστωσῶν, πού συνήθως ἐγκλωβίζουν ἀδιέξοδα τήν ἀνθρώπινη φύση καί συμπεριφορά. Χαώνεται ὁ λόγος (καί ὁ ποιητής) "ὅσο λοιπόν μακρύτερα / βαθύτερα ὅσο" , οὕτως ὥστε "Ἄναρχη γνώση / ἐντέλει σέ κεντρώνει / κι ἁρμολογιέσαι", σύμφωνα μέ τήν ποιητική ἐν-όραση τοῦ Π. Καποδίστρια.

Ἰδιαίτερα χρειάζεται ἐδῶ νά ὑπογραμμισθεῖ ἡ ἄψογη αἰσθητική τοῦ βιβλίου καί μάλιστα τά δυό χαρακτικά τῆς διάσημης χαράκτριας καί φίλης τῆς Ζακύνθου καί τῶν δημιουργῶν της κ. ΑΡΙΑΣ ΚΟΜΙΑΝΟΥ, πού τό κοσμοῦν, ἐμπνευσμένα ἀπό τήν ποίηση τοῦ π. Καποδίστρια.

Τό βιβλίο αὐτό εἶναι τό πέμπτο ποιητικό τοῦ Π. Κ. Ἔχουν προηγηθεῖ τά ἑξῆς: *"Δῆθεν ὑαλογραφία", ["Περίπλους" 1987] *"Φωτοειδῆ νερά", ["Ὑλήεσσα" 1992] * "Ὅταν ὁ Σπηλαιοκτήτης ἔρθει", ["Αἴολος" 1995] * "'Ενύπνιο μετά τρούλλου", ["Μπά στας" 1999].

Ἀκολουθεῖ ἕνα σύντομο ἀπάνθισμα - δεῖγμα γραφῆς ἀπό τό νέο βιβλίο:


ΟΛΟ ΜΑΤΙΑ
Πόσα δέ θά δεῖς
ὅλο μάτια:

'Ολέθριο χιόνι αἱμόπληκτο
ἀστέρων ὄρη πέντε δαμασκηνά
φλοῦδες ἀνέμων ἑρπετῶν
ἀνάσες ἄνασσες
οὕτως ἤ ἄλλως.

Πόσα δέ θά δεῖς
ὅλο μάτια:

Τούς κέδρους τῆς Φοινίκης
κέρδος γειτόνων πονηρῶν
τιτλούχους τῆς ἀπόγνωσης
ζῶντες σχεδόν
παράκτιους
πρώιμα τεθνεῶτες.


Δέν εἶναι τέχνη αὐτή νυχτιάτικα
δέν εἶναι

αὔριο τά γέλια μου ξινά ὠδίνουν πένθη
κι ἀλφάβητα καινοφανῆ
ὁπλές ἐξ οὐρανοῦ
ὅπλα γιά νά-

κι ὁ Θεός στό μπαλκόνι του
παιδιόθεν
μέ ἀλεξίσφαιρο.

[Λίβανος-Συρία, 2-6.2.1999]


ΕΠΙ ΤΟΠΟΥ

'Εκεῖ πού τότε σημαίνονταν οἱ Ὄρθροι
νά:

Κοκοράκια
ταφεῖα λυγμῶν
θωπεῖες ἀγιάτρευτες
καί θορυβώδεις.

Ἄβατα βάτα φράζουνε τή Σπηλούλα
μέχρι πού νἄρθει
βράχου κελλιώτης
σκαπανέας μοναχός
ὁλομόναχος.


Βίγλα ἐλέους λογχίζει

ὡς ἔπρεπε

νέους πειρατές


νιό μυρίζει φῶς
φοβερά προστασία
μέντα νεαρή.

Τ' ἄηχα χνάρια
τά ρητά καί τ' ἄρρητα
τά δυσνόητα
οὐσίες
ἁφές
φωτιές ὑποχθόνιες προαισθάνομαι.

Φρέαρ τῆς νήψης κοχλάζει δές

ἀστείρευτο.

Νίψου τό ἔαρ.

[7-12.5.2000]


ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ

Νερά φθονερά
φυτά μου ὁλόφωτα κι ἀφιλοκερδῆ
εἰδώλια χάους
καί λεξιπλόκος ἥλιος στό ἐδώλιο
γελωτοποιός
τήν τρομερή σου μέρα ὑποδύεται.

Ἄδειος ὁ Ἅδης
τά λῶτα του εὔγλωττα
γλωσσούδικα λές
σέ θράκα ὀνείρων σάν ἔντομα

ἔντρομα.
Μήν καλοκαίρι;

Ραβδοῦχος ἐάν
κουκούλι γίνε ἀβύσσου
καί συμπάθα με
στήν ἄκρη ἐδῶ δέν ἔχει προμελέτη
καλοκαίρι δέν.


[19-22.5.2000]


ΘΙΑΣΟΣ

Μέ τὄνα χέρι ρόπτρο
τ' ἄλλο σήμαντρο
σιωπή τoῦ Βούργου ἐμπαθής
καί πάλι ὁλόζεστη
ξύλα τῆς Φρύνης θηλυκά
μυρτομανέστατα
ἁγιόφιδα τῆς ἐρημιᾶς
νά ρητορεύουνε.

Θάλασσα τοῦ Χαλκοῦ
καί σπάργανα νερά
γλυκασμοί θεογονίας

θωπεῖες ἀγιάτρευτες
βουή τῶν ἀθεάτων ἱερή
ψιχάλες Ἁρμονίας.

Ἄσε τίς ψιμιθιές ἀπόψε
κι ἔλα μου
πατρίδα ὡραία τοῦ Πανικοῦ
καί Πορφυροῦσα μου

μόνη ὡς ἁγία

ταμένη ἀντρογυναίκα τοῦ Χαμοῦ

νά ξεθεώνεσαι

καί semprevive.


[Κύθηρα, 20-24.9.2000]



Περιεχόμενα
Επιστροφή